Ασκώντας αυστηρή κριτική στον υπουργό Αγροτικής Οικονομίας Κρίστιαν Σμιτ και την πρωτοβουλία του να στηρίξει στην αρμόδια Επιτροπή Γεωργίας της ΕΕ την ανανέωση άδειας χρήσης του ζιζανιοκτόνου γλυφοσάτη παρά τις αντιρρήσεις της υπουργού Περιβάλλοντος Μπάρμπαρα Χέντρικς, η Άγκελα Μέρκελ επιχείρησε την Τρίτη να βάλει τέλος στην ένταση που έχει δημιουργηθεί από στην κυβέρνηση και απειλεί να υπονομεύσει τις συνομιλίες για τον «μεγάλο» συνασπισμό πριν καν ξεκινήσουν.

Η συμπεριφορά αυτή «δεν αντικατοπτρίζει τις οδηγίες που έχει επεξεργαστεί η κυβέρνηση. Περιμένω να μην επαναληφθεί», δήλωσε η καγκελάριος σε ασυνήθιστα έντονο ύφος και έχοντας δίπλα της την Μπάρμπαρα Χέντρικς, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου Συνεδρίου για την Οικονομία και το Περιβάλλον.

Διευκρίνισε πάντως ότι επί της ουσίας συμφωνεί περισσότερο με τον κ. Σμιτ παρά με την κυρία Χέντρικς, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι ο υπουργός δεν θα απομακρυνθεί από την θέση του. «Οι κανόνες πρέπει να εφαρμόζονται. Διαφορετικά δεν είναι δυνατή μια δουλειά ανάπτυξης και αξιοπιστίας στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Αυτές οι διαφορές είναι κατά τη γνώμη μου λυπηρές», τόνισε.

Προηγουμένως στελέχη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και η ίδια η υπουργός Περιβάλλοντος είχαν κάνει λόγο για σημαντικό έλλειμμα εμπιστοσύνης ενόψει των πιθανών διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού με την Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU).

Ο υπουργός Αγροτικής Οικονομίας Κρίστιαν Σμιτ προέρχεται από το Κόμμα των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), ενώ η υπουργός Περιβάλλοντος Μπάρμπαρα Χέντρικς από το SPD και είχαν και κατά το παρελθόν διαφωνήσει σε ό,τι αφορά το ζήτημα της χρήσης της γλυφοσάτης.

Όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε επιλέξει την αποχή στα αρμόδια κοινοτικά όργανα.

Ωστόσο, ο κ. Σμιτ έδωσε την έγκρισή του για την παράταση του συγκεκριμένου ζιζανιοκτόνου, προκαλώντας εσωτερική κρίση στην υπηρεσιακή κυβέρνηση.

Το ζιζανιοκτόνο γλυφοσάτη αποτελεί αντικείμενο έντονων συζητήσεων από το 2015, όταν το Διεθνές Κέντρο Ερευνάς για τον Καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας την χαρακτήρισε «πιθανώς καρκινογόνο» ουσία. Ωστόσο, οι επιστημονικές υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατύπωσαν αντίθετα συμπεράσματα.

Πηγές: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Γαλλικό Πρακτορείο

Μοιράσου το άρθρο: