Καθώς πλησιάζει η ώρα που οι Ιταλοί ψηφοφόροι θα κληθούν να ψηφίσουν στις 4 Μαρτίου για την ανάδειξη των αντιπροσώπων τους στα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου, η αβεβαιότητα για τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης αυξάνουν, καθώς με βάση τις σφυγμομετρήσεις κανένα από τα κόμματα και τις συμμαχίες που διεκδικούν την πρωτιά δεν κατορθώνει να συγκεντρώσει ούτε τις έδρες, ούτε και τα ποσοστά για να συγκροτήσει ένα σταθερό κυβερνητικό σχήμα.

Το βαθμό απροσδιοριστίας για τον σχηματισμό κυβέρνησης έχει αυξήσει αφενός ο εκλογικός νόμος, που αποτελεί ένα «υβρίδιο» απλής αναλογικής (από το οποίο θα αναδειχθεί το 64% των εδρών) και μονοεδρικών (που θα καλύψουν το υπόλοιπο 36% του απαιτούμενου αριθμού των 630 βουλευτών και 315 γερουσιαστών).

Ο νόμος αυτός —ο αποκαλούμενος Rosatellum— θεωρείται πως συντάχθηκε για να ευνοήσει τις μεγάλες κομματικές συμμαχίες (της Κεντροδεξιάς, που αποτελείται από το Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, την ξενοφοβική Λέγκα του Βορρά του Ματέο Σαλίβνι και το νεοφασιστικό «Αδέλφια της Ιταλίας»-Fratteli d’ Italia της Τζόρτζα Μελόνι) και της Κεντροαριστεράς (με επικεφαλής το κυβερνών Δημοκρατικό Κόμμα – PD του Ματέο Ρέντσι και του νυν πρωθυπουργού Πάολο Τζεντιλόνι), που κατεβάζουν κοινά αποδεκτούς υποψηφίους, σε βάρος των μεμονωμένων κομμάτων, ιδίως δε του ανερχόμενου Κινήματος των 5 Αστέρων του κωμικού Μπέπε Γκρίλο, που λόγω καταδίκης του για φοροδιαφυγή δεν μπορεί να εκλεγεί και άφησε την ηγεσία στον 31 ετών Λουΐτζι Ντι Μάιο.

Ο ίδιος ο Ντι Μάιο, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο CNBC τόνιζε πως «όλα τα ιταλικά κόμματα έχουν συσπειρωθεί για να μας νικήσουν, εγκρίνοντας έναν αντιδημοκρατικό νόμο.

Η αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα και η πολιτική συγκυρία βρίσκει το κόμμα του Ματέο Ρέντσι αποδυναμωμένο λόγω και της «αποκοπής» από τον κορμό του της αριστερής του πτέρυγας (υπό τους πρώην ηγέτες του Μάσιμο ντ’ Αλέμα και Πιερλουΐτζι Μπερσάνι) που εντάχθηκε στη συμμαχία υπό τον πρώην πρόεδρο της Γερουσίας και παλαίμαχο πολέμιο δικαστή της Μάφιας Πιέτρο Γκράσο. Σύμφωνα με τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, το PD πιστώνεται με το 21,3% της πρόθεσης ψήφου (25,5% εν όλω η συμμαχία της οποίας ηγείται), ενώ το Liberi e Uguali (Ελεύθεροι και Ίσοι) του Γκράσο συγκεντρώνει περίπου το 6%.

Όπως τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο στενός συνεργάτης του Ρέντσι και υποψήφιος στη Ρώμη Λουτσάνο Νόμπιλι «αυτό το τμήμα της ‘ριζοσπαστικής’ Αριστεράς δεν μπορεί να φέρει άλλο αποτέλεσμα από το να διευκολύνει μία νίκη της Κεντροδεξιάς, ή του κόμματος M5S, με βάση το πώς είναι δομημένος ο εκλογικός νόμος, καθώς ακόμη κι οι λιγοστοί ψήφοι που θα μας αφαιρέσουν θα αποδειχθούν επωφελείς για τους αντιπάλους μας». Προσθέτει δε πως «υπάρχει κίνδυνος να σημειωθεί και στην Ιταλία ό,τι έχει επικρατήσει και στην υπόλοιπη Ευρώπη: μία άνοδος της ακροδεξιάς, του νεοφασισμού σε συνδυασμό με τον λαϊκισμό».

Όμως και ενωμένο να ήταν το PD, πάλι οι δημοσκοπήσεις το φέρουν να υστερεί έναντι των αντιπάλων του. Η κεντροδεξιά συμμαχία φέρεται να συγκεντρώνει το 37,5% (15,9% το Forza Italia, 14,8% η Λέγκα και 5% το FdI), ενώ το M5S κυμαίνεται από 26,3 έως το 33%.

Η κατανομή τούτη ενισχύει την προοπτική της επιστροφής –έστω κι έμμεσα, διότι ως καταδικασμένος για φοροδιαφυγή δεν μπορεί να εκλεγεί—του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην εξουσία, ως de facto ηγέτη κόμματος και πρωθυπουργού. Ο περισσότερο μακροημερεύσας πρωθυπουργός στη σύγχρονη ιστορία της ιταλικής δημοκρατίας (μόνον ο Τζολίτι στις αρχές του 20ού αιώνα κι ο δικτάτορας Μουσολίνι τον ξεπερνούν σε διάρκεια θητείας) έχει εκλεγεί ήδη τέσσερις φορές και παρά τα 81 χρόνια του, έχει προσφύγει στα ευρωπαϊκά δικαστήρια κατά της καταδικαστικής του απόφασης και ενδέχεται να χρισθεί για πέμπτη φορά πρωθυπουργός.

«Σήμερα η Κεντροδεξιά δεν είναι εκείνη η παράταξη που γνώρισε η Ιταλία κατά τις προηγούμενες κυβερνήσεις Μπερλουσκόνι», αμφισβητεί στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νόμπιλι: «Τότε εκείνος ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης και το κόμμα του το μεγαλύτερο της κεντροδεξιάς παράταξης, όπου οι σύμμαχοί του μπορούσαν να περιμένουν κάποια ανταμοιβή, αλλά αποφάσιζε εκείνος. Αλλά σήμερα, εάν κέρδιζε τις εκλογές, ο Μπερλουσκόνι δεν θα αντιπροσώπευε περισσότερο από το ένα τρίτο της δύναμής της κεντροδεξιάς και ο Σαλβίνι και η Μελόνι θα ήσαν πιο ισχυροί. Συνεπώς, η Κεντροδεξιά θα είναι πιο δεξιά απ’ όσο ήταν κι αυτό είναι, όπως προείπα, επικίνδυνο» για την ανάδυση της ξενοφοβίας και του ρατσισμού στην Ιταλία.

Αλλά το ερώτημα παραμένει: είναι δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης μετά τις εκλογές; Συντρέχουν άραγε οι αντικειμενικές συνθήκες για να επαναληφθεί το εγχείρημα του «μεγάλου συνασπισμού» Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς της κυβέρνησης του Ενρίκο Λέτα (που ωστόσο προέκυψε όχι κατόπιν εκλογών, αλλά με απευθείας ανάθεσης εντολής σχηματισμού της από τον τότε πρόεδρο Τζόρτζιο Ναπολιτάνο);

Σύμφωνα με τον Νόμπιλι, «σε τούτη τη φάση, μολονότι πολλοί μας κατηγορούν ότι σκοπεύουμε σε μία τέτοια περίπτωση να σχηματίσουμε κυβέρνηση με τον Μπερλουσκόνι, ούτε εμείς, ούτε κι εκείνος δηλώνουμε ότι επιθυμούμε να συνεργασθούμε σε κυβερνητικό επίπεδο». Από την σκοπιά του ο Τζαρούσο τονίζει: «Μπορούμε να έχουμε ένα κυβερνητικό πρόγραμμα συμφωνίας με όποιον θελήσει να προσυπογράψει τις κυβερνητικές θέσεις μας, αλλά χωρίς όμως να στοχεύει στις υπουργικές πολυθρόνες. Γιατί το Κίνημά μας δεν ενδιαφέρεται για τις πολυθρόνες και σε συμμαχίες για τους κυβερνητικούς θώκους επί τη βάσει θεσμικών συμφωνιών με άλλα κόμματα. Απεναντίας επιδιώκουμε μία συνεργασία επί προγραμματικής βάσεως, γιατί κατ’ εμάς το σημαντικότερο είναι να τεθεί σε εφαρμογή ένα σχέδιο για να αλλάξει η χώρα, να αλλάξουν οι νόμοι, όπως και να αλλάξει εκ βάθρων το πνεύμα και η ηθική αντιμετώπιση της πολιτικής, με βάση τη διαφάνεια και την υπευθυνότητα που διακηρύσσει το κόμμα μας. Και εάν σε αυτές τις προγραμματικές θέσεις συμπίπτουν και οι άλλοι, τότε ίσως να σχηματίσουμε και κυβέρνηση, αν και τούτο το βλέπω λίγο δύσκολο».

Όλα προοιωνίζονται ότι το πολιτικό σταυρόλεξο της Ιταλίας δεν μέλλει να λυθεί ούτε μετεκλογικά. Και μαζί με τα πολιτικά προβλήματα δεν αναμένεται να βρουν λύση ούτε και τα οικονομικά ζητήματα, που δεν απασχολούν μόνον την «Χερσόνησο», αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς η ιταλική οικονομία είναι η τρίτη μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη.

Το περασμένο τρίμηνο, η ανάπτυξη στη χώρα κάμφθηκε και το ΑΕΠ υποχώρησε στο 0,3%, έναντι 0,5% στο τρίτο τρίμηνο. Το δε χρέος της Ιταλίας, τον περασμένο Νοέμβριο μετρήθηκε στο δυσθεώρητο ύψος των 2.275.046.000.000 ευρώ, περίπου το 133% του ΑΕΠ, ενώ το 2016 είχε υπολογισθεί πως έφθανε το 136% του ΑΕΠ. Όσον αφορά το spread των ιταλικών ομολόγων έναντι του γερμανικού σε τρέχουσα τιμή φθάνει το 134, ενώ η ανώτερη τιμή συναλλαγής του έχει φθάσει και το 210.

Παρά τα επιτεύγματα για τα οποία επαίρεται ότι έχει προωθήσει για την οικονομία και την εργασία ο Ρέντσι, τα στοιχεία είναι αμείλικτα: ο αριθμός των Ιταλών, σύμφωνα με το Reuters, που βρίσκονται στα όρια της απόλυτης φτώχειας έχει ξεπεράσει τα 4,7 εκατ. το 2016, ενώ η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας με βάση το περιώνυμο Jobs Act, έχει μεν μειώσει τα ποσοστά της ανεργίας, αλλά έχει ευνοήσει την εποχιακή και περιστασιακή απασχόληση, τις ευέλικτες μορφές εργασίας, έχοντας μειώσει την ποιότητά της και φυσικά τις αμοιβές.

Όμως εκείνο το στοιχείο που ανησυχεί περισσότερο την ιταλική οικονομία είναι η απόδοση του τραπεζικού της τομέα. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που έχουν συσσωρευτεί στις ιταλικές τράπεζες ξεπερνούν τα 300 δισ. ευρώ και η διστακτικότητα της Ρώμης να το αντιμετωπίσει εμπνέει ανησυχία στον διεθνή παράγοντα: άλλωστε η προηγούμενη κυβέρνηση του Ματέο Ρέντσι και προβεβλημένα στελέχη της, όπως η Έλενα-Μαρία Μπόσκι είχαν εμπλακεί ευθέως σε τραπεζικά σκάνδαλα, που αφορούσαν είτε χρεοκοπίες μεγάλων ιδρυμάτων (Monte di Paschi di Sienna), ή παράνομες πωλήσεις μικρότερων τραπεζών (Etruria).

Ωστόσο, καθοριστικός παράγοντας για το αποτέλεσμα —όπως σε κάθε εκλογική αναμέτρηση στην Ιταλία—εξακολουθεί να παραμένει το ύψος της προσέλευσης στις κάλπες και το ποσοστό της αδιευκρίνιστης ψήφου. Οι Ιταλοί ψηφοφόροι δηλώνουν σε μεγάλο ποσοστό αναποφάσιστοι, ή δηλώνουν αναφανδόν ότι θα απέχουν. Επίσης, μεγάλος αναμένεται να είναι ο ανταγωνισμός στις νότιες περιοχές της χώρας -όπου παραδοσιακά αναδεικνύεται πρώτη η Κεντροδεξιά- μεταξύ του κόμματος του Μπερλουσκόνι και του M5S, το οποίο έρχεται να αμφισβητήσει την παραδοσιακή ηγεμονία της στις κρίσιμες αυτές περιοχές.
Ένα άλλο σημαντικό θέμα που θα βαρύνει στην απόφαση των Ιταλών είναι και η «κόπωσή» τους από την πίεση των αφίξεων μεταναστών, πράγμα που η χώρα στερημένη από τις πρόνοιες και τη συνεργασία της ΕΕ αδυνατεί να διαχειριστεί από μόνη της. Το αποτέλεσμα είναι το θέμα της μετανάστευσης και αυτό της «ασφάλειας» να βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας. Και όσο συντηρείται από φαινόμενα όπως αυτό της πρόσφατης ρατσιστικής επίθεσης στη Ματσεράτα, ή της ίδιας της Μελόνι κατά του διευθυντή του Αιγυπτιακού Μουσείου, αυξάνεται η ρητορεία των ξενοφοβικών κομμάτων –όπως η Λέγκα, ή το Fratteli d’ Italia—αλλά επίσης ενισχύεται και η δύναμη των νεοφασιστικών μορφωμάτων, όπως η Νέα Δύναμη (Forza Nuova) και η Casa Pound, που διεκδικούν είσοδο στη νέα Βουλή.

Ο Μπερλουσκόνι αμφισβητεί ότι ο αριθμός των μεταναστών που έχουν εισρεύσει στη χώρα ανέρχεται στους 180.000, υποστηρίζοντας πως είναι τουλάχιστον τριπλάσιος, ενώ ο Σαλβίνι διατρανώνει πως, εάν σχηματίσει κυβέρνηση, θα απελάσει αμέσως 500.000 μετανάστες και πρόσφυγες, ενώ ο υποψήφιός του κυβερνήτης της Λομβαρδίας Ατίλιο Φοντάνα δηλώνει πως «κατέρχεται για να υπερασπίσει τη λευκή φυλή». Το χειρότερο είναι πως ο Μπερλουσκόνι τις περασμένες ημέρες δήλωσε πως σε μία δυνητική κυβέρνησή του θα χρίσει υπουργό Εσωτερικών τον ηγέτη της Λέγκας. Τον κίνδυνο αυτό υπερτονίζουν οι αντίπαλοί τους, σε μία προσπάθεια να ξυπνήσουν τα δημοκρατικά αισθήματα και τις ανθρωπιστικές αντιδράσεις των ψηφοφόρων, ώστε να αποφευχθεί αυτό που και ο Τζαρούσο, αλλά και ο Νόμπιλι απεύχονται: «Να συμβεί στην Ιταλία ό,τι και στην άλλη Ευρώπη: μία άνοδος του φασισμού, σε συνδυασμό με τον λαϊκισμό».

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Μοιράσου το άρθρο: