Του Δημ. Κοντογιάννη

Η φωτορύπανση, δηλαδή η αύξηση κατά 10% και πλέον των επιπέδων φωτισμού στο εξωτερικό περιβάλλον σε σχέση με τον φυσικό φωτισμό λόγω αλόγιστης χρήσης τεχνητού φωτισμού, π.χ. δρόμων, κτιρίων κ.τ.λ., ταλαιπωρεί τους αστρονόμους, οδηγεί στη σπατάλη ενέργειας και στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος με αρνητικές συνέπειες στον άνθρωπο, στα ζώα και στη χλωρίδα αλλά δεν έχει ακόμη προκαλέσει την κινητοποίηση που θα περίμενε κάποιος για την αντιμετώπισή της στη χώρα μας.

«Υπάρχει σήμερα μεγαλύτερη ευαισθησία για την φωτορύπανση καθώς έχουν γίνει πιο κατανοητές οι συνέπειες της στον άνθρωπο σε σύγκριση με 10 χρόνια πριν,» τονίζει ο Ανδρέας Παπαλάμπρου, επικεφαλής του ελληνικού παραρτήματος της διεθνούς οργάνωσης International Dark Sky Association.

Παρ’ όλα αυτά στην Ελλάδα, δεν υπάρχει μεγάλη κινητοποίηση για το θέμα παρότι η φωτορύπανση είναι ιδιαίτερα αισθητή στις μεγάλες ελληνικές πόλεις, π.χ. Αθήνα, Θεσσαλονίκη κ.τ.λ.

«Εχουμε επαφές με δήμους και περιφέρειες για την φωτορύπανση αλλά δεν υπάρχει έμπρακτη ανταπόκριση μέχρι στιγμής,» συμπληρώνει ο ίδιος.

Στη φωτορύπανση έχει συμβάλλει η λανθασμένη τοποθέτηση των φωτιστικών σωμάτων για τον φωτισμό δημοσίων χώρων καθώς διασκορπίζουν σημαντικό ποσοστό του φωτός τους προς τον ουρανό και οριζόντια μακριά από την περιοχή φωτισμού. Η ενέργεια που σπαταλάτε μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να ανέλθει στο 60% της ενέργειας που καταναλώνει το φωτιστικό σώμα, ανάλογα με το σχήμα του σύμφωνα με τους ειδικούς.

Η φωτορύπανση εμφανίζεται να συνδέεται με το μέγεθος της οικονομίας των χωρών και την κλιματική αλλαγή καθώς ένα σημαντικό κομμάτι της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται απο την καύση ορυκτών καυσίμων, π.χ. πετρελαίου, κάρβουνου, φυσικού αερίου, που αυξάνουν σημαντικά τα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, οδηγώντας σε αύξηση της θερμοκρασίας μεγαλύτερης του αναμενόμενου.

«Η συνολική φωτεινότητα μιας χώρας είναι ανάλογη του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), π.χ. της Ιταλίας είναι 18 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με την Ελλάδα και της Γερμανίας 65 φορές μεγαλύτερη. Πουθενά ίσως αλλού η διαφορά στην φωτορύπανση δεν είναι τόσο φανερή όσο στη διαχωριστική γραμμή της Νότιας με την Βόρεια Κορέα όπως μπορεί να διαπιστώσει κάποιος μέσω του light pollution map,» συμπληρώνει ο Αρης Μυλωνάς του Εθνικού Αστεροσκοπείου.

«Οταν διπλασιάζουμε την απόσταση που μας χωρίζει από την τεχνητή πηγή φωτός, υποτετραπαλασιάζουμε την ακτινοβολία που λαμβάνουμε απο την ίδια πηγή. Η ίδια αρχή χρησιμοποιείται για να μετρηθεί η λαμπρότητα των αστεριών,» συμπληρώνει. «Θα πρέπει λοιπόν να πάμε μακριά απο τα αστικά κέντρα για να κάνουμε αστρονομικές παρατηρήσεις«.

Οι ερασιτέχνες αστρονόμοι ήλπιζαν ότι η φωτορύπανση στην Ελλάδα θα μειωνόταν την περίοδο 2010-2015 όταν θα έμπαιναν οι λάμπες φωτισμού LED, κυρίως στο δημόσιο φωτισμό. Ομως, οι προσδοκίες διαψεύσθηκαν καθώς αυξήθηκε η ισχύς της ακτινοβολίας γιατί πολλοί επέλεξαν να βάλλουν περισσότερες λάμπες LED καθώς το κόστος ηλεκτρισμού ήταν μικρότερο.

Το καλό με τις λάμπες LED είναι πως κατευθύνουν τον φωτισμό προς τα κάτω και η αντανάκλαση του στη Γη περιορίζει τον φωτισμό που πάει προς τον ουρανό σε σχέση με τις στρογγυλές λάμπες που το 50% του φωτισμού κατευθύνεται προς τα πάνω, τονίζει ο κ. Μυλωνάς.

Απο την πλευρά του, ο Παναγιώτης Καζασίδης, ερασιτέχνης αστρονόμος που έχει ασχοληθεί με το θέμα της φωτορύπανσης παρατηρεί ότι «τα φωτιστικά σώματα LED (light-emitting diode) έχουν αναφερθεί σαν λύση στο πρόβλημα της φωτορύπανσης λόγω της χαμηλής κατανάλωσης τους. Ομως, η αλήθεια είναι ότι είναι χειρότερα από τις λυχνίες νατρίου. Αυτό συμβαίνει γιατί το φάσμα εκπομπής τους είναι ιδιαίτερα έντονο στο μπλε και το πράσινο, που το ανθρώπινο μάτι είναι ευαίσθητο, με αποτέλεσμα να δημιουργεί πολύ περισσότερο skyglow σε σχέση με τις λυχνίες νατρίου.»

Ο ίδιος αναφέρει ότι η «χρήση των φίλτρων στην αστροφωτογράφηση βοηθάει στο να μπορούμε να κάνουμε λήψη εικόνων ακόμα και μέσα από τις πόλεις. Αυτό καθίσταται εφικτό λόγο της πολύ υψηλής ευαισθησίας που έχουν οι σύγχρονοι αισθητήρες«.

Ερωτηθείς για τις επιπτώσεις της υπερβολικής έκθεσης σε φωτισμό LED, ο ίδιος παρατηρεί ότι «έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση παραγωγής μελατονίνης κατά 5 φορές σε σχέση με τις λυχνίες νατρίου με αποτέλεσμα να χαλάει το βιολογικό ρολόι του ανθρώπου και να προκαλεί διαταραχές στον ύπνο. Επίσης έρευνα από πανεπιστήμιο της Μαδρίτης έχει δείξει ότι μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού.»

Απο την μεριά του ο κ. Παπαλάμπρου του ελληνικού τμήματος της διεθνούς οργάνωσης International Dark Sky Association επισημαίνει ότι αρκετές έρευνες δείχνουν ότι η φωτορύπανση έχει αρνητικές συνέπειες στον άνθρωπο.

«Οι διαδικασίες σύνθεσης και έκκρισης της μελατονίνης, μιας ορμόνης που παράγεται στον εγκέφαλο, ενεργοποιούνται από το σκοτάδι και απενεργοποιούνται από το φως. Η συγκέντρωση της μελατονίνης στο αίμα φτάνει στα ψηλότερα της επίπεδα λίγο πριν από την ώρα του ύπνου τη νύχτα, αφού είναι η ορμόνη που μας φέρνει υπνηλία. Η μελατονίνη έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες και ενισχύει το ανοσολογικό σύστημα δηλαδή το σύστημα άμυνας του σώματός μας. Η μείωση της παραγωγής της μελατονίνης στους ανθρώπους, λόγω του ότι στη σημερινή εποχή εκτίθενται πολύ περισσότερες ώρες στο φως εξαιτίας του τεχνητού φωτισμού τη νύχτα, έχει προταθεί ως μια από τις αιτίες της μεγάλης αύξησης του καρκίνου που παρατηρούνται παγκοσμίως,» τονίζει ο ίδιος.

Διάφορες μελέτες με γυναίκες σε διάφορες νυχτερινές εργασίες, π.χ. στη Δανία, δείχνουν ότι η νυχτερινή εργασία μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα καρκίνου ως και τρεις φορές περισσότερο, προσθέτει.

Ομως, η φωτορύπανση έχει επίσης αρνητικές επιπτώσεις στα φυτά και στα ζώα.

«Μερικά από τα αποτελέσματα της φωτορύπανσης στα φυτά είναι η καθυστερημένη απώλεια των φύλλων, η ταχέα ανάπτυξη των κλαδιών και η άνθιση των λουλουδιών ακόμη και το Φθινόπωρο. Τα φυλλοβόλα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους για να εμποδίζουν την απώλεια νερού από την διαπνοή του νερού από τα φύλλα, όμως επηρεάζονται σημαντικά από τη φωτορύπανση επειδή λόγω του φωτισμού δεν μπορούν να ρίξουν τα φύλλα τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα δέντρα να μη μπορούν να αποθηκεύουν νερό και να ξεραίνονται,» τονίζει ο κ. Παπαλάμπρου.

Οσον αφορά τα ζώα, «πολλά χρησιμοποιούν το φυσικό φως για προσανατολισμό, όπως το φως του Ήλιου και της Σελήνης, ενώ ανάλογα με τις μεταβολές του φωτός παρατηρούμε μεταβολές και στις μεταναστευτικές συνήθειες και κατευθύνσεις. Χαρακτηριστική είναι η συμπεριφορά των πτηνών λόγω του φωτισμού. Βιολόγοι στις Η.Π.Α. υπολογίζουν ότι 4-5 εκατομμύρια πουλιά το χρόνο πεθαίνουν πέφτοντας πάνω σε φωτισμένους πυργίσκους, καπνοδόχους και ουρανοξύστες,» συμπληρώνει.

«Σημαντική επίπτωση είναι επίσης η επίδραση του φωτός στις νεογέννητες χελώνες. Οι χελώνες βγαίνουν από τις φωλιές τους το βράδυ και προσανατολίζονται, μεταξύ άλλων, με τη βοήθεια του φωτός. Υπό φυσιολογικές συνθήκες τις οδηγεί το φως των άστρων του νυκτερινού ουρανού που καθρεφτίζεται στη θάλασσα. Όμως σε περιοχές παραθαλάσσιων μεγαλουπόλεων οι χελώνες κατευθύνονται αντίθετα προς τη θάλασσα μαγνητισμένες από τα φώτα της πόλης, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν από αφυδάτωση, από τις επιθέσεις άλλων ζώων ή ακόμη και να πέφτουν θύματα αυτοκινήτων που τυχαίνει να κινούνται σε παραλιακούς δρόμους,» καταλήγει.

Μοιράσου το άρθρο: