Η εαρινή ισημερία, που συνέβη τα μεσάνυχτα της Τετάρτης (20/3), σχεδόν συνέπεσε με την τρίτη και τελευταία υπερ-σελήνη ή υπερπανσέληνο του φετινού έτους, που σημειώθηκε λίγο αργότερα το ίδιο βράδυ (στις 03:43 ώρα Ελλάδας, της Πέμπτης 21/3).

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, η προηγούμενη φορά που συνέβη αυτό το τόσο σπάνιο γεγονός –να συμπιέσει η αρχή της άνοιξης με την  υπερπανσέληνο- ήταν το 1905. Όπως αναφέρεται και στη βρετανική εφημερίδα The Guardian κάτι παρόμοιο δεν αναμένεται να ξανασυμβεί πριν από το 2144.

Με την εαρινή ισημερία ξεκίνησε και επίσημα η άνοιξη του 2019 στην Ελλάδα και γενικότερα στο βόρειο ημισφαίριο, στο οποίο ανήκει και η χώρα μας.  Οι ισημερίες -η εαρινή και η φθινοπωρινή– καθορίζουν την έναρξη της άνοιξης και του φθινοπώρου, ενώ τα ηλιοστάσια -το θερινό και το χειμερινό- προσδιορίζουν αντίστοιχα την έναρξη του καλοκαιριού και του χειμώνα.

Από την αρχή της άνοιξης και έπειτα,  η μέρα θα μεγαλώνει συνεχώς σε βάρος της νύχτας έως το θερινό ηλιοστάσιο, ενώ το αντίστροφο θα συμβαίνει στο νότιο ημισφαίριο. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι και εφέτος θα συνεχιστεί η ανεπαίσθητη «συρρίκνωση» της άνοιξης (η οποία θα είναι πιο σύντομη κατά σχεδόν ένα λεπτό της ώρας σε σχέση με πέρυσι) και αυτό θα εξασφαλίσει ακόμα περισσότερη διάρκεια στο καλοκαίρι, κάτι που ούτως ή άλλως συμβαίνει εδώ και χιλιάδες χρόνια, όπως εκτιμούν οι ειδικοί. Όσο περνάνε τα χρόνια, εξαιτίας των αλλαγών στη διάρκεια κάθε εποχής, το καλοκαίρι μεγαλώνει σε βάρος της άνοιξης και το φθινόπωρο σε βάρος του χειμώνα. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τα δεδομένα, η διάρκεια του καλοκαιριού μεγαλώνει με ετήσιο ρυθμό ενός λεπτού (που χάνει η άνοιξη), ενώ του φθινοπώρου αυξάνεται κατά μισό λεπτό (που χάνει ο χειμώνας).

Οι επιστήμονες τονίζουν ότι, η κλιματική αλλαγή συνεπάγεται την όλο και πιο πρόωρη «είσοδο» της φύσης στον ανοιξιάτικο κύκλο της. Το γεγονός αυτό είναι περισσότερο αισθητό στο Βόρειο Πόλο και γενικά στα υψηλά γεωγραφικά πλάτη.

Αναφορικά με την υπερπανσέληνο, αυτή συμβαίνει  όταν υπάρχει πανσέληνος και ταυτόχρονα η τροχιά του φεγγαριού το φέρνει πιο κοντά στη Γη (περίγειο). Έτσι, η Σελήνη δείχνει μεγαλύτερη και πιο φωτεινή από ό,τι συνήθως. Εφέτος προηγήθηκαν άλλες δύο υπερπανσέληνοι στις 21 Ιανουαρίου και 19 Φεβρουαρίου.

Ο δορυφόρος της Γης ακολουθεί μια ελλειπτική τροχιά και η απόσταση του από τον πλανήτη μας δεν είναι σταθερή. Η μέση απόσταση Γης-Σελήνης είναι περίπου 384.400 χιλιόμετρα, αλλά αυξάνεται κατά 5% περίπου στο απόγειο και μειώνεται κατά 5% στο περίγειο.

Πηγές: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ The Guardian 

Μοιράσου το άρθρο: