Τέσσερα γονίδια που συνδέονται στενά με την εκδήλωση ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (ΙΨΔ) στους ανθρώπους ανακάλυψαν επιστήμονες στις ΗΠΑ.

Με τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνονται οι θεωρίες που τοποθετούσαν την ασθένεια αυτή σε βιολογική βάση, ενώ δημιουργούνται πλέον ελπίδες, ώστε να υπάρξουν καλύτερες θεραπείες στο μέλλον.

Παρότι δεν είναι οπωσδήποτε βέβαιο ότι ένα παιδί θα εμφανίσει ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, εάν την έχει κάποιος από τους γονείς του, οι επιστήμονες επισημαίνουν η πιθανότητα εκδήλωσής της είναι περίπου τετραπλάσια, αν έχει ΙΨΔ ένας πρώτου βαθμού συγγενής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία εκτιμάται ότι, σε παγκόσμια κλίμακα, περισσότεροι από 80 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν από ΙΨΔ και πολλοί από αυτούς δεν βρίσκουν ανακούφιση με τις υπάρχουσες θεραπείες, φαρμακευτικές ή ψυχολογικές.

Οι ασθενείς που υποφέρουν από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή κυριεύονται από εμμονές και εμφανίζουν επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (π.χ. συνεχές πλύσιμο των χεριών για να φύγουν τα μικρόβια), που αναγκάζουν τον ασθενή να εστιάζει σε αυτές, προκειμένου να ανακουφίσει το άγχος του.

Οι επιστήμονες, με επικεφαλής τη δρα Χιούν Τζι Νοχ του κοινού Ινστιτούτου Broad των πανεπιστημίων ΜΙΤ και Χάρβαρντ, ερεύνησαν τις περιπτώσεις 592 ανθρώπων με ΙΨΔ και 560 ανθρώπων οι οποί δεν έπασχαν από την ασθένεια. Στην ανάλυσή τους εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε 608 πιθανά γονίδια, με βάση τις ενδείξεις από προηγούμενες μελέτες σε ζώα και ανθρώπους.

Αποτέλεσμα ήταν να εντοπιστούν τέσσερα γονίδια, που αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης ΙΨΔ. Τα εν λόγω γονίδια, τα οποία επηρεάζουν το ίδιο εγκεφαλικό κύκλωμα, μπορούν να αποτελέσουν στόχους μελλοντικών φαρμάκων.

Ένα από τα τέσσερα γονίδια που εντοπίσθηκαν (το HTR2A), εμπλέκεται στη ρύθμιση της σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Αυτό πιθανώς εξηγεί γιατί σχεδόν το 60% των ατόμων με ΙΨΔ εμφανίζουν βελτίωση, όταν πάρουν αντικαταθλιπτικά φάρμακα.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι, παρά το ότι η έρευνα επιβεβαίωσε το γενετικό υπόβαθρο της ασθένειας, η εκδήλωσή της επηρεάζεται από μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μοιράσου το άρθρο: