Τους γενετικούς παράγοντες κινδύνου, εξαιτίας των οποίων αυξάνεται η πιθανότητα κάποιος να εμφανίσει ακμή στο πρόσωπο ή σε άλλο σημείο του σώματος, έφερε στο φως μια νέα γενετική μελέτη.

Στο πλαίσιο της έρευνάς τους, οι επιστήμονες του Βασιλικού Κολλεγίου (King’s) του Λονδίνου, ανάμεσά τους και ο δρ Χρήστος Πετρίδης του Τμήματος Ιατρικής και Μοριακής Γενετικής, απόφοιτος του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου της Θράκης (2009), ανέλυσαν το DNA 26.700 ατόμων, από τους οποίους οι 5.600 εμφάνιζαν ακμή.

Χάρη στη νέα μελέτη εντοπίστηκαν 15 γονιδιακές περιοχές κινδύνου εμφάνισης της ακμής, εκ των οποίων οι 12 ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά. Μέσω της έρευνας έγινε επίσης γνωστό ότι πολλοί από αυτούς τους γενετικούς παράγοντες που ανακαλύφθηκαν, εμπλέκονται επίσης στο σχηματισμό των θυλάκων των τριχών.

Μέχρι στιγμής, οι βιολογικοί μηχανισμοί εκδήλωσης της ακμής δεν έχουν κατανοηθεί επαρκώς από τους ειδικούς. Η κληρονομική, χρόνια φλεγμονώδης πάθηση του δέρματος του προσώπου, του στήθους και της πλάτης εμφανίζεται κατά την εφηβεία. Μπορεί να διαρκέσει για δεκαετίες, ενώ ενδέχεται να αφήσει μόνιμα σημάδια έως και στο 20% περίπου των ασθενών. Έως το 80% των ανθρώπων 11 έως 30 ετών μπορεί να εμφανίσουν ήπια ή σοβαρότερη ακμή.

Από προηγούμενες έρευνες έχει γίνει γνωστό ότι, η ακμή έχει συσχετισθεί με αυξημένη πιθανότητα εκδήλωσης κατάθλιψης, φαινόμενα ανεργίας και αυτοκτονικές τάσεις όσων εμφανίζουν τη συγκεκριμένη πάθηση. Η σοβαρή ακμή αντιμετωπίζεται σήμερα με συγκεκριμένα φάρμακα, τα οποία όμως είναι συχνά αναποτελεσματικά, ενώ η χρήση τους μπορεί να επιφέρει παρενέργειες (μυϊκούς πόνους, ξηροδερμία, κινδύνους για τις εγκύους). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, η νέα μελέτη δίνει ελπίδες για την ανάπτυξη νέων μεθόδων θεραπείας κατά της ακμής στο μέλλον.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

 

Μοιράσου το άρθρο: