Διεθνής ομάδα αστρονόμων ανακάλυψε το μεγάλο «απομεινάρι» ενός εξωπλανήτη, που επιβίωσε μετά τον «θάνατο» του άστρου του σε απόσταση 410 ετών φωτός  Ό,τι έχει απομείνει από τον εξωπλανήτη, εξακολουθεί να περιφέρεται γύρω από το άστρο του μαζί με τα μικρότερα απομεινάρια άλλων κατεστραμμένων πλανητών, τα οποία σχηματίζουν έναν «δίσκο» από θραύσματα.

Οι μεγάλες ποσότητες βαρέων μετάλλων (σιδήρου και νικελίου) που περιέχει το «πτώμα» του εξωπλανήτη, το οποίο κάποτε αποτελούσε τμήμα ενός μεγαλύτερου ουράνιου σώματος, βοήθησαν ώστε αυτό να διατηρηθεί μέχρι σήμερα.

Οι ειδικοί πιστεύουν ότι η συγκεκριμένη ανακάλυψή μάς δίνει μια «εικόνα» για το πώς θα είναι το ηλιακό μας σύστημα (και η Γη) μετά από περίπου 6 δισεκατομμύρια χρόνια.

Το μητρικό άστρο του εξωπλανήτη είναι ένας λευκός νάνος, δηλαδή ένα άστρο που έχει εξαντλήσει όλα τα καύσιμα του και έχει αποβάλει όλα τα εξωτερικά περιβλήματα της ατμόσφαιρας του με μια έκρηξη τύπου σούπερ-νόβα, κρατώντας μόνο ένα πυκνό πυρήνα, ο οποίος ψύχεται αργά.  Αυτή είναι η δεύτερη φορά που αστρονόμοι ανακαλύπτουν ένα τμήμα εξωπλανήτη γύρω από ένα λευκό νάνο. Όπως εκτιμούν, στο μέλλον, θα έχουν την ευκαιρία να εντοπίσουν και άλλες, παρόμοιες περιπτώσεις. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, το πλανητικό «απομεινάρι»  μπορεί να έχει διάμετρο έως μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα, δηλαδή το μέγεθος των μεγαλύτερων αστεροειδών του δικού μας ηλιακού συστήματος.

Οι ερευνητές από διάφορες χώρες, με επικεφαλής τον δρα Κρίστοφερ Μάνσερ του Τμήματος Φυσικής του βρετανικού Πανεπιστημίου του Γουόρικ, έκαναν την ανακάλυψή τους με τη βοήθεια του τηλεσκοπίου των ισπανικών Καναρίων Νήσων στη Λα Πάλμα.

Επιχειρώντας να εξηγήσει πώς το «πτώμα» του εξωπλανήτη κατάφερε να διατηρηθεί μέσα στο χρόνο, ο καθηγητής Μπόρις Γκέσινκε ανέφερε: «Το πλανητικό απομεινάρι που ανακαλύψαμε, βρίσκεται βαθιά μέσα στη βαρυτική επίδραση του λευκού νάνου, πολύ πιο κοντά του από ό,τι θα περιμέναμε να βρούμε οτιδήποτε ακόμη ‘ζωντανό’. Αυτό πιθανώς είναι δυνατό μόνο επειδή ό,τι απέμεινε από τον πλανήτη, είναι πολύ πυκνό και έχει μια μεγάλη εσωτερική δύναμη που το συγκρατεί εκ των έσω. Γι’ αυτό προτείνουμε ότι η σύνθεση του αποτελείται κυρίως από σίδηρο και νικέλιο».

Μιλώντας για το άστρο του εξωπλανήτη, ο επικεφαλής της έρευνας,  Κρίστοφερ Μάνσερ, δήλωσε: «Το άστρο αρχικά θα είχε περίπου διπλάσια μάζα από τον Ήλιο μας, αλλά τώρα πια ο λευκός νάνος έχει μόνο το 70% της ηλιακής μάζας. Είναι επίσης πολύ μικρός σε μέγεθος, περίπου όσο η Γη, πράγμα που σημαίνει ότι το άστρο είναι πολύ πυκνό. Η βαρύτητα του είναι τόσο ισχυρή, περίπου 100.000 μεγαλύτερη από αυτή της Γης, που ένας τυπικός αστεροειδής θα κομματιαζόταν από τις βαρυτικές δυνάμεις, αν περνούσε πολύ κοντά από το λευκό νάνο».

Μιλώντας για τον τρόπο με τον οποίο τα ευρήματα των αστρονόμων θα βοηθήσουν ώστε να δούμε μια «εκδοχή» του ηλιακού μας συστήματος στο μακρινό μέλλον, ο επικεφαλής της έρευνας εξήγησε: «Στο δικό μας ηλιακό σύστημα ο Ήλιος θα γίνει κάποτε ερυθρός γίγαντας και θα διογκωθεί σαν μπαλόνι, φθάνοντας έως εκεί που σήμερα βρίσκεται η τροχιά της Γης, εξαφανίζοντας έτσι τη Γη, τον Ερμή και την Αφροδίτη. Ο ‘Αρης και οι πλανήτες πέρα από αυτόν θα επιβιώσουν και οι τροχιές τους θα μετατοπισθούν ακόμη πιο πέρα».

«Υπάρχει ευρεία επιστημονική συναίνεση ότι σε πέντε έως έξι δισεκατομμύρια χρόνια στο ηλιακό μας σύστημα θα υπάρχει ένας λευκός νάνος στη θέση του Ήλιου και γύρω από αυτόν θα κινούνται μόνο ο ‘Αρης, ο Δίας, ο Κρόνος και οι πιο μακρινοί πλανήτες, καθώς επίσης οι αστεροειδείς και οι κομήτες», πρόσθεσε.

Οι επιστήμονες δημοσίευσαν τα αποτελέσματα της μελέτης τους στο επιστημονικό περιοδικό «Science».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Φωτογραφία: University of Warwick/Mark Garlick

 

 

 

 

Μοιράσου το άρθρο: