Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις των επιστημόνων, η σφαίρα από συμπαγή σίδηρο που αποτελεί τον πυρήνα της Γης και έχει μέγεθος λίγο μεγαλύτερο από το νάνο πλανήτη Πλούτωνα, σχηματίσθηκε πριν από ένα έως ενάμισι δισεκατομμύριο χρόνια.

Οι ερευνητές από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Φινλανδία, με επικεφαλής τον ειδικό στον παλαιομαγνητισμό Αντι Μπίγκιν της Σχολής Περιβαλλοντικών Επιστημών του βρετανικού Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ, υπολόγισαν επίσης ότι η «σιδερένια καρδιά» της Γης συνεχίζει να μεγαλώνει, αυξάνοντας τη διάμετρό της κατά περίπου ένα χιλιοστό κάθε χρόνο.

Ακόμη, σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις, ο πυρήνας της Γης κρυώνει λιγότερο γρήγορα από ό,τι πίστευαν οι επιστήμονες. Οι νέοι υπολογισμοί δείχνουν ότι το γήινο μαγνητικό πεδίο θα συνεχίσει να υπάρχει για τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο χρόνια.

Το πότε η Γη απέκτησε μια στερεή «καρδιά» από σίδηρο, είναι σημαντικό, γιατί μόνο τότε μπόρεσε να λειτουργήσει το «γεω-δυναμό» της, ώστε να τροφοδοτήσει το μαγνητικό πεδίο της, το οποίο προστατεύει την ζωή στην επιφάνεια της.

Αρχικά ο πλανήτης μας ήταν μια μάζα από λιωμένα καυτά πετρώματα, αλλά σταδιακά ψύχθηκε και απόκτησε μια στερεή επιφανειακή κρούστα που επέπλεε πάνω στο ρευστό εσωτερικό της Γης. Στη συνέχεια, αναπτύχθηκε η ατμόσφαιρα και η ζωή.

Όμως ερώτημα παραμένει πότε στερεοποιήθηκε ο εσωτερικός πυρήνας από σίδηρο. Σύμφωνα με τις έως τώρα επιστημονικές εκτιμήσεις, αυτό θεωρούταν ότι συνέβη από στο διάστημα πριν από μόλις 500 εκατ. χρόνια, έως πριν από δύο δισεκατομμύρια χρόνια. Η νέα εκτίμηση των επιστημόνων τοποθετεί το συμβάν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

Ο στερεός εσωτερικός πυρήνας της Γης ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά -ως διακριτός από τον ρευστό εξωτερικό πυρήνα- το 1936 από τη δανή σεισμολόγο και γεωφυσικό Ίνγκε Λέμαν. Εκτός από σίδηρο, ο στέρεος πυρήνας περιέχει και νικέλιο, αρχίζει σε βάθος περίπου 5.200 χιλιομέτρων και έχει ακτίνα περίπου 1.200 χιλιομέτρων. Η θερμοκρασία του υπολογίζεται στους 5.400 βαθμούς Κελσίου, σχεδόν όσο και στην επιφάνεια του Ήλιου.

Οι επιστήμονες έκαναν τη σχετική δημοσίευση της έρευνας τους στο περιοδικό «Nature».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μοιράσου το άρθρο: