Κατά χρονικά διαστήματα (πριν το καλοκαίρι, μετά το Πάσχα…) κυρίως οι γυναίκες (αλλά στην εποχή μας και οι άντρες) αρχίζουν αυτό που γενικά λέμε «δίαιτα» για να χάσουν παραπανίσια κιλά. Άλλες δίαιτες είναι στερητικές κι άλλες όχι, άλλες συμπεριλαμβάνουν ποικιλία τροφών κι άλλες όχι. Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για δίαιτες με τους διαιτολόγους-διατροφολόγους Δρ. Ειρήνη Μπαθρέλλου και Μιχάλη Γεωργούλη, από το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο.

Συνέντευξη στην Τζένη Χαραλαμπίδου

Πότε λέμε ότι ένας άνθρωπος έχει ανάγκη από δίαιτα;
Η σύγχρονη απόδοση του όρου «δίαιτα» αναφέρεται σε έναν τρόπο διατροφής ο οποίος υιοθετείται με στόχο την απώλεια βάρους. Συνεπώς, ανάγκη για «δίαιτα», δηλαδή ανάγκη για υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου διατροφικού πλάνου ή συγκεκριμένων διαιτητικών πρακτικών με στόχο την απώλεια βάρους, έχουν κατά κανόνα άτομα τα οποία είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα βάσει συγκεκριμένων και διεθνώς αναγνωρισμένων κριτηρίων (όπως ο Δείκτης Μάζας Σώματος). Είναι πλέον επαρκώς τεκμηριωμένο ότι το υπερβάλλον σωματικό βάρος ενέχει πολλούς και σημαντικούς κινδύνους για την υγεία. Ενδεικτικά, γνωρίζουμε ότι ένα υπέρβαρο ή παχύσαρκο άτομο διατρέχει σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να νοσήσει από χρόνια μη μεταδιδόμενα νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, συγκεκριμένοι τύποι καρκίνου και πολλές ακόμα διαταραχές του αναπνευστικού, του γαστρεντερικού και του μυοσκελετικού συστήματος, σε σχέση με ένα άτομο φυσιολογικού σωματικού βάρους. Επίσης, η παχυσαρκία συνεισφέρει σε μια σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση αλλά και στην υποβάθμιση της συνολικής ποιότητας ζωής ενός ατόμου. Συνεπώς, η «δίαιτα» αποτελεί για τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα ένα εργαλείο, μέσω του οποίου, και σε συνδυασμό ίσως με άλλα εργαλεία, μπορούν να εξασφαλίσουν και να διατηρήσουν ένα περισσότερο υγιές σωματικό βάρος. Πρέπει να τονιστεί, πάντως, ότι το υγιές σωματικό βάρος δεν είναι ίδιο για όλους. Σε αδρές γραμμές θα μπορούσε να οριστεί ως ένα εύρος τιμών βάρους που δεν επιβαρύνει την υγεία και τη συνολική ευεξία ενός ατόμου και μπορεί να διατηρηθεί από το άτομο μακροπρόθεσμα χωρίς υπερβολική προσπάθεια και ακραίες συμπεριφορές.

Δίαιτες express. Είναι μία μόδα; Είναι αποτελεσματικές; Πότε είναι επικίνδυνες; Η δίαιτα του αστροναύτη, η δίαιτα του στρατιώτη, η δίαιτα των σταρ, η δίαιτα του ανανά κ.λπ. Πότε η δίαιτα μπορεί να είναι πραγματικά βλαβερή για την υγεία; Και για τι κινδύνους μιλάμε; 
Οι «ανορθόδοξες» δίαιτες αδυνατίσματος αποτελούν μια μόδα που τις τελευταίες δεκαετίες έχει απήχηση σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού (συχνότερα του ενήλικου αλλά τα τελευταία χρόνια και του εφηβικού) που αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα ρύθμισης σωματικού βάρους, αλλά και σε άτομα που περιστασιακά αναζητούν μια ταχεία απώλεια του πλεονάζοντος σωματικού βάρους που απέκτησαν έπειτα από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όπως οι γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα ή η περίοδος του καλοκαιριού. Σε γενικές γραμμές, ο όρος «ανορθόδοξες» δίαιτες αδυνατίσματος περιλαμβάνει εκείνες τις δίαιτες που υπόσχονται θαυματουργά αποτελέσματα ως προς την απώλεια βάρους, και γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε είναι και τόσο δημοφιλείς. Στις δίαιτες αυτές συγκαταλέγονται οι δίαιτες «express», δηλαδή υποθερμιδικές δίαιτες που υπόσχονται μεγάλη απώλεια βάρους σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα (π.χ. απώλεια 10 κιλών σε 1 εβδομάδα), οι δίαιτες «αποτοξίνωσης», οι «δημοφιλείς» δίαιτες, όπως η δίαιτα Atkins, η δίαιτα Ornish, η δίαιτα Zone, η δίαιτα Dukan, η δίαιτα Holywood ή οι δίαιτες δημοφιλών προσώπων (star), καθώς και διάφορα άλλα είδη διαιτών που παίρνουν το όνομά τους από τη φιλοσοφία και τα ιδιαιτέρα χαρακτηριστικά τους, όπως η δίαιτα του γκρέιπφρουτ, η δίαιτα του ανανά, η δίαιτα του φυστικοβούτυρου, η δίαιτα της σούπας, η δίαιτα των χυμών, η δίαιτα του αστροναύτη, η δίαιτα του στρατιώτη, η δίαιτα των μονάδων, η δίαιτα συνδυασμών, η δίαιτα της ωμοφαγίας, η δίαιτα της ομάδας αίματος και η δίαιτα της δυσανεξίας. Συνήθη χαρακτηριστικά των διαιτών αυτών είναι τα εξής:

  • Βασίζονται στην ύπαρξη «μαγικών» τροφίμων ή/και ευεργετικών ή επιβλαβών συνδυασμών τροφίμων. Για παράδειγμα,  η δίαιτα του ανανά επικαλείται την υψηλή θρεπτική αξία του ανανά και ταυτόχρονα του αποδίδει ισχυρές λιποδιαλυτικές ιδιότητες, προτείνοντας μια πολύ αυξημένη κατανάλωση του συγκεκριμένου φρούτου σε καθημερινή βάση, σε συνδυασμό με λαχανικά και τρόφιμα της ομάδας του κρέατος (κόκκινο κρέας, λευκό κρέας ή ψάρι), για μια θεαματική απώλεια βάρους. Αντιστοίχως, η δίαιτα συνδυασμών, γνωστή και ως δίαιτα Hey, απαγορεύει αυστηρά την κατανάλωση υδατανθρακούχων και πρωτεϊνούχων τροφίμων στο ίδιο γεύμα (π.χ. κρέας με μακαρόνια, κοτόπουλο με ρύζι ή ψάρι με πατάτες), προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι οι ο συνδυασμός των τρόφιμων αυτών δυσχεραίνει τη διαδικασία της πέψης και μπορεί να προκαλέσει αύξηση του σωματικού βάρους και άλλες δυσάρεστες συνέπειες για την υγεία.
  • Επιτρέπουν την απεριόριστη κατανάλωση κάποιων τροφίμων και επιβάλλουν τη μερική ή/και πλήρη απαγόρευση άλλων τροφίμων ή/και ολόκληρων ομάδων τροφίμων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δίαιτες πολύ χαμηλών υδατανθράκων (όπως η δίαιτα Atkins), οι οποίες επιτρέπουν μια ελεύθερη κατανάλωση πρωτεϊνούχων τροφίμων, όπως το κρέας, αλλά επιβάλλουν αυστηρό περιορισμό στην κατανάλωση υδατανθρακούχων τροφίμων, όπως τα δημητριακά, τα φρούτα, τα λαχανικά και τα όσπρια. Αντιστοίχως, η δίαιτα της ομάδας αίματος και η δίαιτα της δυσανεξίας απαγορεύουν την κατανάλωση συγκεκριμένων τροφίμων που υποθετικά οδηγούν σε αύξηση του βάρους του ατόμου, καθώς είτε δεν συνάδουν με την ομάδα αίματός του είτε δεν πέπτονται σωστά στο γαστρεντερικό του σύστημα λόγω δυσανεξίας.
  • Χαρακτηρίζονται από μονότονες επιλογές τροφίμων και απαιτούν μεγάλη πειθαρχία και πολλές στερήσεις. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, τη δίαιτα ενός ατόμου που υποθετικά πρέπει να απέχει πλήρως από το σιτάρι και τα προϊόντα του για να χάσει βάρος. Το άτομο αυτό είναι αναγκασμένο να μην καταναλώνει βασικά τρόφιμα όπως ψωμί, φρυγανιές, παξιμάδια, ζυμαρικά και δημητριακά πρωινού, τα οποία κατά κανόνα φτιάχνονται από αλεύρι σίτου, σχεδόν όλα τα αρτοσκευάσματα του εμπορίου που συνήθως περιέχουν σιτάρι έστω και σε μικρή ποσότητα (π.χ. σφολιάτες, αλμυρές και γλυκές πίτες, πίτσες, κρέπες, βάφλες, κέικ, κρουασάν, σοκοφρέτες, μπισκότα, κριτσίνια, κράκερ, αλμυρά σνακ, κλπ.), αλλά και πολλά άλλα τρόφιμα των οποίων η μαγειρική παρασκευή απαιτεί αλεύρι (και αυτό συνήθως είναι αλεύρι σίτου).
  • Χρησιμοποιούν πολύπλοκη επιστημονική ορολογία και τεχνικές εντυπωσιασμού για να προσελκύσουν άτομα, παραφράζουν γνωστά επιστημονικά δεδομένα και παρουσιάζουν έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης. Με άλλα λόγια, η αποτελεσματικότητα των διαιτών αυτών ως προς αυτό που υπόσχονται δεν υποστηρίζεται από έγκυρα επιστημονικά δεδομένα (π.χ. αποτελέσματα δημοσιευμένων μελετών στη διεθνή βιβλιογραφία), αλλά συνήθως οι ενδείξεις για τις επιδράσεις και τη χρήση τους βασίζονται σε θεωρίες ή γνώμες ειδικών και σε προσωπικές εμπειρίες ή μαρτυρίες ατόμων με μεγάλη κοινωνική επιρροή.
  • Δεν δίνουν ερεθίσματα για αλλαγή της διαιτητικής συμπεριφοράς και γενικά για την υιοθέτηση ενός ισορροπημένου τρόπου ζωής. Οι «ανορθόδοξες δίαιτες» αδυνατίσματος βασίζονται στη λογική «άσπρο-μαύρο», δηλαδή «επιτρεπόμενα-απαγορευμένα» ή «καλά-κακά» τρόφιμα ή θρεπτικά συστατικά, και συχνά προτρέπουν την παράλειψη γευμάτων ή/και την αντικατάστασή τους με συμπληρώματα ή χάπια, τη μονοφαγία ή ακόμα και την πλήρη νηστεία. Το σύνολο των πρακτικών αυτών δεν καλλιεργεί μια υγιή στάση απέναντι στην τροφή και ωθεί τα άτομα σε ακραίες διαιτητικές συμπεριφορές, οι οποίες, υπό άλλες συνθήκες (π.χ. αν δεν υπήρχε επιθυμία ταχείας απώλειας βάρους), δεν θα αποτελούσαν επιλογή ή μέρος της διατροφής τους.

Όσον αφορά στην απώλεια βάρους, είναι γεγονός ότι άτομα που ακολουθούν ανορθόδοξες» δίαιτες αδυνατίσματος χάνουν κιλά, και μάλιστα με ταχύ ρυθμό. Κάτι τέτοιο είναι εύλογο, καθώς οι περιορισμοί που υπαγορεύουν οι δίαιτες αυτές έχουν ως αποτέλεσμα το άτομο που τις εφαρμόζει να μειώνει σημαντικά την ημερήσια ενεργειακή του πρόσληψη, δηλαδή τις θερμίδες που προσλαμβάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας από την τροφή. Ωστόσο, η απώλεια βάρους που επιτυγχάνεται δεν διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντιθέτως, είναι σχεδόν βέβαιο ότι, μόλις κάποιος επανέλθει στις παλιές διατροφικές του συνήθειες, το βάρος που έχασε μέσω των διαιτών αυτών επανακτάται και δυστυχώς συνήθως δεν επιστρέφει στα αρχικά επίπεδα, αλλά σε ακόμη υψηλότερα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η απώλεια βάρους έχει επιτευχθεί με έναν ακραίο τρόπο, ο οποίος δεν μπορεί να υιοθετηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα (δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες «ανορθόδοξες» δίαιτες προτείνεται να εφαρμόζονται για λίγες ημέρες έως λίγες εβδομάδες), ενώ παράλληλα το άτομο δεν έχει εκπαιδευτεί σωστά στο πώς να ακολουθεί μια υγιεινή διατροφή που θα συμβάλλει σε ένα πιο υγιές σωματικό βάρος, σε συνδυασμό με σωματική δραστηριότητα και άλλες ευεργετικές συνήθειες στο πλαίσιο ενός συνολικά ισορροπημένου τρόπου ζωής, ώστε τα αποτελέσματα να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.

Παρόλα αυτά, το πιο σημαντικό μειονέκτημα των διαιτών αυτών δεν είναι η μη αποτελεσματική τους δράση στη ρύθμιση του σωματικού βάρους, αλλά οι κίνδυνοι που κρύβουν για την υγεία και η μη υγιής στάση που καλλιεργούν στα άτομα απέναντι στην τροφή. Λόγω της ανεπαρκούς πρόσληψης πολλών θρεπτικών συστατικών που χαρακτηρίζει τέτοιου είδους δίαιτες, οι αρνητικές επιδράσεις είναι σημαντικές κατά την ενήλικη ζωή, και ακόμα πιο σοβαρές κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβείας, όταν δηλαδή το σώμα ακόμα αναπτύσσεται και υπάρχουν αυξημένες ανάγκες σε ενέργεια και θρεπτικά συστατικά. Ενδεικτικά, η ελλιπής κάλυψη των διατροφικών αναγκών του οργανισμού, έστω και για λίγες μέρες, μπορεί να προκαλέσει διαταραχή της λειτουργίας του γαστρεντερικού και του ανοσοποιητικού συστήματος. Επιπλέον, πολλές από τις δίαιτες αυτές περιλαμβάνουν ειδικά ροφήματα, βότανα ή χάπια, τα οποία μπορεί να είναι ακόμα και επικίνδυνα, εφόσον τα συστατικά τους δεν είναι πάντα γνωστά με βεβαιότητα. Σε κάθε περίπτωση, και άσχετα από το είδος των τροφίμων που η καθεμιά περιλαμβάνει, οι «ανορθόδοξες» δίαιτες ενισχύουν εξ’ ορισμού μια μη σταθερή στάση και σχέση με το φαγητό, καταργώντας την έννοια της ισορροπίας και ενισχύοντας ακραίες διατροφικές συμπεριφορές.

Δίαιτα με τη βοήθεια του διατροφολόγου. Παρόλο που είναι ασφαλείς οι δίαιτες που δίνουν οι διαιτολόγοι για την υγεία και σίγουρα αποτελεσματικές, τι λάθος συνήθως κάνουμε και τα κιλά που χάνουμε τα παίρνουμε (σχεδόν) αμέσως; 
Πράγματι, η επανάκτηση του βάρους που έχει προηγουμένως χαθεί είναι συχνό φαινόμενο, ακόμα και αν η απώλεια βάρους έχει επιτευχθεί μέσω ενός κατάλληλου και υγιεινού διατροφικού πλάνου στο πλαίσιο συνεργασίας με έναν διαιτολόγο-διατροφολόγο. Το σημαντικότερο ίσως λάθος που κάνουμε και ξαναπαίρνουμε τα κιλά που έχουν χαθεί είναι ότι μετά την απώλεια βάρους, την οποία μπορούμε να πετύχουμε με πολλούς τρόπους αλλά σίγουρα κάνοντας κάποιες αλλαγές στον τρόπο ζωής μας, επιστρέφουμε σύντομα στις παλιές μας συνήθειες, άρα και στο προγενέστερο σωματικό μας βάρος. Μάλιστα, πολλά άτομα που αναζητούν τη βοήθεια ενός διαιτολόγου-διατροφολόγου για την απώλεια βάρους, σταματούν λαθεμένα τη συνεργασία αυτή όταν πετύχουν τον στόχο τους, χωρίς να έχουν καταφέρει να διατηρήσουν μακροπρόθεσμα την απώλεια αυτή, δηλαδή να κάνουν κτήμα τους το νέο περισσότερο υγιές βάρος. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί να διερευνήσει τους παράγοντες που συνεισφέρουν σε μια επιτυχημένη διατήρηση του απολεσθέντος βάρους αλλά και αυτούς που συμβάλλουν στην επανάκτηση του απολεσθέντος βάρους. Παρότι η έρευνα στο πεδίο αυτό είναι ακόμα σε πρώιμα στάδια, φαίνεται ότι άτομα που έχουν χάσει βάρος και έχουν καταφέρει να διατηρήσουν την απώλεια αυτή επιτυχώς για μεγάλο χρονικό διάστημα έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά ή υιοθετούν κάποιες κοινές συμπεριφορές, όπως η τακτική κατανάλωση πρωινού γεύματος, η συστηματική άσκηση, η συστηματική παρακολούθηση του βάρους (π.χ. συχνή ζύγιση), καθώς και η αντιστάθμιση υπερκατανάλωσης τροφής (για παράδειγμα αν μια μέρα κάποιος καταναλώσει περισσότερη τροφή, την επόμενη μέρα μειώνει την πρόσληψή του για να αντισταθμίσει την προηγούμενη και να προλάβει μια πιθανή αύξηση σωματικού βάρους). Σε γενικές γραμμές, αν και δεν υπάρχει μια «μαγική συνταγή» για όλους, η διατήρηση του απολεσθέντος βάρους απαιτεί προσπάθεια εξίσου με την απώλεια βάρους, και στην προσπάθεια αυτή ένας διαιτολόγος-διατροφολόγος μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά, μέσω εξατομικευμένων προσεγγίσεων που λαμβάνουν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ατόμου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι η παχυσαρκία αποτελεί χρόνιο νόσημα και συνεπώς η θεραπεία της είναι, επίσης, χρόνια. Με άλλα λόγια, όπως ένας διαβητικός ασθενής πρέπει να λαμβάνει κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή εφόρου ζωής για να ρυθμίζει τη γλυκόζη στο αίμα του, έτσι και ένα παχύσαρκο άτομο πρέπει να προβεί σε σταθερές αλλαγές στη διατροφή και στον τρόπο ζωής του και να βρίσκεται συνεχώς σε επαγρύπνηση, ώστε να καταφέρει εξασφαλίσει ένα περισσότερο υγιές βάρος και να το διατηρήσει μακροπρόθεσμα.

Οι συνεχείς αυξομειώσεις του βάρους είναι επικίνδυνες για την υγεία μας;   
Το συγκεκριμένο ερώτημα βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας τα τελευταία χρόνια. Τα αποτελέσματα κάποιων μελετών προτείνουν ότι η συνεχής αύξηση και μείωση του σωματικού βάρους, ένα φαινόμενο γνωστό και ως «yo-yo», οδηγεί σε κάποιες αλλαγές στο μέγεθος, τη μορφή και τη λειτουργία του λιπώδους ιστού. Οι αλλαγές αυτές ενδεχομένως να είναι επιζήμιες, καθώς επηρεάζουν τις μεταβολικές αποκρίσεις και την κατάσταση φλεγμονής του σώματος, και ίσως αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης παχυσαρκίας στο μέλλον. Ωστόσο, τα υπάρχοντα δεδομένα δεν επαρκούν για να απαντήσουμε στο ερώτημα εάν η συνεχής αυξομείωση του βάρους είναι περισσότερο επιβλαβής από τη διατήρηση ενός υπερβάλλοντος βάρους. Με άλλα λόγια, δεν γνωρίζουμε με σιγουριά αν ένα παχύσαρκο που συνεχώς χάνει και επανακτά κιλά έχει μεγαλύτερο όφελος ή μεγαλύτερη ζημία σε σχέση με ένα παχύσαρκο άτομο που απλώς διατηρεί το υπερβάλλον βάρος του χωρίς αυξομειώσεις. Σε κάθε περίπτωση, η απώλεια βάρους πρέπει να συστήνεται σε υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα, ακόμα και αν η πιθανότητα επανάκτησης του απολεσθέντος βάρους είναι μεγάλη. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να τονίσουμε τη σημασία της υιοθέτησης σταθερών και μόνιμων ευεργετικών αλλαγών στον τρόπο ζωής με στόχο την εξασφάλιση και μακροχρόνια διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους.

Τι είδος δίαιτας μπορεί ένας σύγχρονος άνθρωπος να υιοθετήσει ώστε πρώτον να μην καταπιεστεί από μονοφαγία, δεύτερον να μην κουραστεί, τρίτον να δει αποτελέσματα και να μην απογοητευτεί; Τι πρέπει να αλλάξουμε στη διατροφική φιλοσοφία μας ώστε να μην χρειάζεται να κάνουμε δίαιτες; 
Τα άτομα που προσπαθούν να χάσουν βάρος επιθυμούν τόσο έντονα γρήγορα αποτελέσματα που είναι διατεθειμένα να ακολουθήσουν μία δίαιτα μόδας με πολλούς περιορισμούς, αλλά για μικρό χρονικό διάστημα, παρά να εντάξουν μικρές αλλαγές στην καθημερινή τους ζωή, αλλά να περιμένουν περισσότερο χρόνο για το αποτέλεσμα. Δυστυχώς, εάν αυτή η προσέγγιση ήταν η λύση για την παχυσαρκία, οι επαγγελματίες υγείας θα τη συστήναμε θερμά. Όμως, η παχυσαρκία πρέπει να θεωρηθεί ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας. Για παράδειγμα, γιατί δεν ζητά κάποιος με σακχαρώδη διαβήτη ή με καρδιαγγειακό νόσημα να εφαρμόσει κάτι «ακραίο» ή «γρήγορα», για να λύσει το πρόβλημα της υγείας του; Καθώς το σωματικό βάρος είναι αποτέλεσμα του πόσο τρώμε και του πόσο κινούμαστε, τα υπέρβαρα/παχύσαρκα άτομα έρχονται καθημερινά και πολλές φορές μέσα στην ημέρα με προκλήσεις που αφορούν στη διατροφή και στην κίνηση, και πρέπει κάθε φορά να παίρνουν αποφάσεις κόντρα στην επιθυμία της στιγμής (δηλαδή να φάει περισσότερο ή να αποφύγει την άσκηση). Το περιβάλλον δε όπου ζει ο σύγχρονος άνθρωπος είναι έτσι δομημένο που «σαμποτάρει» κάθε προσπάθεια του ατόμου να ελέγξει με επιτυχία το βάρος του, ώστε το άτομο επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο με το να υπερβεί τις δυσκολίες του περιβάλλοντος. Όμως, τέτοιες αλλαγές στον τρόπο ζωής, καθημερινά, θα φέρουν ένα αποτέλεσμα που μπορεί να διατηρηθεί. Για να εισαχθεί το άτομο σε αυτό το σκεπτικό, ας δοκιμάσει να «σπάσει» σε μικρότερους στόχους τις αλλαγές που πρέπει να εντάξει στη ζωή του και ας εστιάσει κάθε φορά στο πώς θα τους πετύχει, προσθέτοντας σταδιακά και άλλους. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να απογοητεύεται όταν δεν τα καταφέρνει. Είναι απολύτως αναμενόμενο να υπάρχουν τέτοιες στιγμές! Χρειάζεται να αλλάξει συνολικά την προσέγγιση της δίαιτας για τον έλεγχο του σωματικού βάρους από μια φιλοσοφία του «όλα ή τίποτα», δηλαδή ή κάνω αυστηρή δίαιτα ή δεν κάνω, στη φιλοσοφία του «περισσότερο ή λιγότερο», δηλαδή θα υπάρχουν φορές που θα τρώω πιο ελεγμένα άλλες που όχι, αλλά θα είμαι σε μια συνεχή «εγρήγορση».

Τα τελευταία χρόνια ακούμε πολλά για τις δίαιτες που προσδιορίζονται μετά από ιατρικές  εξετάσεις για δυσανεξίες και για τρόφιμα που δεν μπορεί ο μεταβολισμός μας να μεταβολίσει. Τι είναι αλήθεια και τι μύθος;
Η παραφιλολογία στο θέμα αυτό έχει όντως λάβει μεγάλη διάσταση, προκαλώντας σύγχυση στο κοινό, το οποίο δεν ξέρει τελικά τι να πιστέψει για τον ορθό τρόπο απώλειας βάρους. Οι διατροφικές δυσανεξίες είναι υπαρκτές παθήσεις, οι οποίες χρειάζονται ειδική δίαιτα για τη διαχείρισή τους. Όμως, δεν έχουν σχέση με το σωματικό βάρος: δεν υπάρχει κανένας βιολογικός μηχανισμός που να μπορεί να συνδέσει αιτιολογικά τις δυσανεξίες με την αύξηση του σωματικού βάρους. Επίσης, πρέπει να έχει κανείς υπόψη του ότι οι δίαιτες για τις δυσανεξίες στηρίζονται σε μεγάλου βαθμού αποκλεισμό τροφίμων, που μπορεί να οδηγήσει σε διατροφικές ελλείψεις. Ένας άλλος κίνδυνος από τον άλογη εφαρμογή δίαιτας αποκλεισμού είναι να «κρυφτεί» ένα πραγματικό πρόβλημα υγείας. Η διάγνωση των δυσανεξιών πρέπει να γίνεται με έγκυρο τρόπο, από έγκυρο φορέα. Για όλους αυτούς τους λόγους, κανένας επίσημος οργανισμός Υγείας παγκοσμίως δεν εγκρίνει τη μέθοδο αυτή για τον έλεγχο του βάρους. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλά άλλα είδη δίαιτας που είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα και συστήνονται. Στην Ελλάδα, έχει ανακοινωθεί απόφαση του Υπουργείου Υγείας ενάντια στη χρήση τέτοιων τεστ για την απώλεια βάρους, ενώ ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διαιτολόγων-Διατροφολόγων θα δημοσιεύσει σύντομα ένα σχετικό βίντεο για την ευαισθητοποίηση του κοινού.

Μία δίαιτα για ενηλίκους μπορεί να υιοθετηθεί από παιδιά και εφήβους;
Οι βασικές αρχές για μια ισορροπημένη δίαιτα είναι κοινές για όλες τις ηλικιακές ομάδες. Υπό αυτή την έννοια, όλη η οικογένεια μπορεί να τρέφεται με τα ίδια τρόφιμα, είτε ακολουθεί δίαιτα αδυνατίσματος είτε όχι. Εντούτοις, όταν πρόκειται για τη διαχείριση του βάρους, τα παιδιά και οι έφηβοι διαφοροποιούνται από τους ενήλικες σε μια σημαντική παράμετρο: την ανάπτυξη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν ενδείκνυται να ακολουθούν αυστηρές δίαιτες αδυνατίσματος. Ο στόχος για το σωματικό βάρος των παιδιών/εφήβων με υπερβαρότητα ή παχυσαρκία αλλάζει ανάλογα με την ηλικία του παιδιού και τη σοβαρότητα της κατάστασης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ενδεδειγμένος ρυθμός απώλειας βάρους είναι πολύ μικρότερος από αυτόν των ενηλίκων, καθώς λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη της σχέσης μεταξύ ύψους και βάρους. Επιπλέον, στα παιδιά και τους εφήβους είναι πιο επιτακτική η ανάγκη ένταξης ισορροπημένων συνηθειών διατροφής. Για παράδειγμα, τα οργανωμένα γεύματα στα παιδιά και ένα κοινό οικογενειακό γεύμα στους εφήβους είναι πολύ σημαντικότερα από ό,τι για τους ενήλικες, καθώς καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της διατροφής τους. Τέλος, καθώς τα παιδιά και οι έφηβοι αναπτύσσονται και ψυχολογικά, η υγιής σχέση με την τροφή είναι εξαιρετικής σημασίας. Η διαιτομανία, η έμφαση στο βάρος και την εικόνα σώματος, τα επικριτικά σχόλια για το βάρος όχι μόνο προκαλούν άγχος και ενοχές, αλλά σχετίζονται τελικά με υπερβάλλον σωματικό βάρος και ανορθόδοξες και επικίνδυνες μεθόδους δίαιτας, ειδικά στους εφήβους. Για αυτό, όχι μόνο η οικογένεια και ο περίγυρος, αλλά και οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να είναι προσεκτικοί να μην ενισχύουν τέτοιες συμπεριφορές. Αντιθέτως, η έμφαση στην ισορροπία των διατροφικών επιλογών, στην καθημερινή κίνηση, στην έννοια ενός υγιούς σωματικού βάρους και όχι ενός βάρους όπου το άτομο είναι «ωραίο», οχυρώνουν τα παιδιά και τους εφήβους, βοηθώντας τους να χτίσουν μια υγιή σχέση με το φαγητό, ακόμα και εάν ενδείκνυται να μειώσουν το βάρος τους.

Γιατί τα Ελληνόπουλα είναι τα πλέον παχύσαρκα παιδιά στην Ευρώπη; Τι φταίει; Τι πρέπει να κάνουμε για να αλλάξει αυτό;
Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα έχει υποστεί μια ραγδαία αύξηση του ποσοστού παχυσαρκίας στα παιδιά και τους εφήβους, η οποία την έχει τοποθετήσει ψηλά στην ανάλογη κατάταξη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του προγράμματος ΕΥΖΗΝ, το οποίο υλοποιήθηκε κατά τα έτη 2012-2017 στα σχολεία της χώρας καταγράφοντας διαχρονικά παραμέτρους υγείας του παιδικού και εφηβικού πληθυσμού, περίπου το 30-40% των Ελλήνων μαθητών και μαθητριών είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι (δηλαδή περίπου 1 στα 3 παιδιά), με το ποσοστό αυτό να έχει παραμείνει σταθερό κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας. Το φαινόμενο αυτό, όμως, δεν είναι μοναδικό για τη χώρα μας. Είναι μάλλον ένα σύνηθες «κοινωνικό πείραμα». Η μετάβαση από έναν παραδοσιακό τρόπο ζωής σε έναν αστικοποιημένο, που καλείται και «δυτικού τύπου», συνοδεύεται πάντα με έξαρση της παχυσαρκίας. Στις χώρες αυτές «της μετάβασης», η παχυσαρκία είναι πιο διαδεδομένη στα χαμηλότερα κοινωνικά-οικονομικά στρώματα, ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες παρατηρείται το αντίθετο (η παχυσαρκία εκεί συμβολίζει την αφθονία αγαθών και προσδίδει κύρος). Η οικονομική ύφεση την οποία βιώνουμε τα τελευταία χρόνια επιδεινώνει την κατάσταση σε σχέση με τη συχνότητα της παχυσαρκίας. Σε κάθε περίπτωση, η παχυσαρκία ερμηνεύεται μέσω δύο διαστάσεων: της διατροφικής κατανάλωσης και της σωματικής δραστηριότητας. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής ευνοεί σταθερά την αυξημένη διατροφική κατανάλωση και τη μειωμένη σωματική δραστηριότητα, από τα τρόφιμα που είναι διαθέσιμα στην αγορά ή διαφημίζονται μέχρι την πολεοδομία και τη χρήση των ψηφιακών μέσων τεχνολογίας για αναψυχή. Όποια πλευρά κι αν εξετάσει κανείς στην καθημερινότητα των παιδιών, θα διαπιστώσει ότι αυτή ευνοεί την κατανάλωση τροφίμων χαμηλής θρεπτικής αξίας, τις καθιστικές δραστηριότητες, ακόμα και τον ελλιπή ύπνο, που σχετίζεται με τις άλλες δύο παραμέτρους. Συνεπώς, το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σε όλα τα μέτωπά του. Από τη μεριά τους, γονείς και κηδεμόνες οφείλουν να επενδύσουν στο να διαμορφώσουν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για ένα υγιές σωματικό βάρος. Είναι πολύ σημαντικά, λοιπόν:

  • η ύπαρξη τακτικών κύριων γευμάτων,
  • η διαθεσιμότητα υψηλής διατροφικής αξίας τροφίμων στο σπίτι,
  • ο έλεγχος των ωρών ενασχόλησης με τις οθόνες,
  • η ενίσχυση κάθε είδους σωματικής δραστηριότητας και
  • η διασφάλιση ενός επαρκούς ύπνου είναι πολύτιμες στρατηγικές προς αυτή την κατεύθυνση.

Στις ερωτήσεις μας απάντησαν οι:

  • Δρ. Ειρήνη Μπαθρέλλου, Διαιτολόγος-Διατροφολόγος ΕΔΙΠ, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Επιστημονική Συνεργάτιδα Προγράμματος ΕΥΖΗΝ
  • Μιχάλη Γεωργούλη, Διαιτολόγος Διατροφολόγος, MSC, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο
    Επιστημονικός Συνεργάτης Προγράμματος ΕΥΖΗΝ

Μοιράσου το άρθρο: