Η περιήγηση στα οινικά μονοπάτια της Λήμνου αποκαλύπτει τη σύνδεση της ιστορίας του νησιού με το κρασί, μια σύνδεση που είναι αδιάκοπη και αξεπέραστη και φτάνει από τις μυθολογικές αναφορές του Ομήρου έως σήμερα. Μύθοι και ιστορίες που ξετυλίγονται και μεταφέρονται αδιάκοπα μέσα από τους ανθρώπους, τα αμπέλια και τα τοπία…

Οι ιστορίες αυτές είναι συνοδοιπόρος στην περιπλάνησή μας στα οινοτοπία του νησιού. Σ αυτές ανατρέχουμε για να συνθέσουμε την εικόνα του κρασιού της Λήμνου.

«Αυτά μιλούσαν συναλλήλως τους εκείνοι τότε· ωστόσο
ο γήλιος έπεσε και τέλεψαν οι Αργίτες τη δουλειά τους·
και στα καλύβια βόδια εσφάζανε, και πήραν και δειπνούσαν
κι είχαν κρασί απ’ τη Λήμνο, που ‘φεραν πολλά καράβια εκείθε,
σταλμένα από το γιο του Ιάσονα στους Αχαιούς, τον Εύνηο,
που ‘χε γεννήσει στον Ιάσονα το βασιλιά η Υψιπύλη.» [1]

Οι αναφορές στο κρασί της Λήμνου που βρίσκουμε από τη μυθολογία έως σήμερα έχουν μία κοινή βάση. Το νησί παράγει εδώ και χιλιάδες χρόνια ξακουστό ποιοτικό κρασί. Σύμφωνα με τον Όμηρο, στη διάρκεια του Tρωικού Πολέμου, οι Αχαιοί κατανάλωναν (σε μεγάλες ποσότητες) κρασί από τη Λήμνο. Το νησί του Ηφαίστου ήταν  κέντρο εμπορίας κρασιού στο Αιγαίο. Και οι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι το Λημνιό είναι η παλαιότερη καταγεγραμμένη ποικιλία σταφυλιού. Στις ανασκαφές της Πολιόχνης, της αρχαιότερης πόλης της Ευρώπης, έχουν βρεθεί αμφορείς που χρονολογούνται από την Κυανή περίοδο (3.200 -2.700 π.Χ.) και εικάζεται ότι περιεχόμενό τους ήταν κρασί ή λάδι.[2]

Τη Λημνία άμπελο αναφέρει ο Αριστοφάνης στην «Ειρήνη» όπου ο χορός των γεωργών της Αττικής τραγουδάει στον γάμο του Τρυγαίου:

«Όταν ο τζίτζικας το γλυκοτράγουδο λαλεί

χαίρομαι κι αποχαζεύω τα λημνώτικα αμπέλια μου

που γλυκωρίμασαν – είναι ράτσα πρώιμη-» [3]

Φαίνεται ότι και το σταφύλι ταξίδεψε, όχι μόνο το κρασί. Και οι εμπορικές συναλλαγές των Λημνιών με τους μοναχούς στο Άγιο Όρος είχαν μέσα στα ανταλλάγματα κλήματα και κρασί. Έτσι, η ποικιλία καλλιεργήθηκε και στη Χαλκιδική, και έφτασε να συμμετέχει στο πρώτο ελληνικό κρασί Π.Ο.Π με ανάμειξη ελληνικών και ξένων ποικιλιών: Chateau Porto Caras 1982, ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα (Λημνιό, Cabernet sauvignon, Cabernet Frank). Κι από εκεί αρχίζει να γίνεται περισσότερο γνωστό…

O Γάλλος φυσιοδίφης, Pierre Bellon, που ταξίδεψε τον 16ο αιώνα στην Ανατολική Μεσόγειο, περιγράφει τη Λήμνο σαν έναν τόπο πλούσιο. Εντυπωσιάζεται από τα φαγητά, το σιτάρι και το κρασί -ιδιαίτερα από την τιμή του. Όπως αναφέρει, έξι λίβρες ποιοτικού γλυκού  κόκκινου κρασί της Λήμνου κόστιζαν λιγότερο από ό,τι τρία ποτήρια κρασί στο Παρίσι που η τιμή τους ήταν τρία χρυσά.

Μία μόνο τοπική ποικιλία είναι αυτή που πήρε το όνομα της από το όνομα του νησιού. Το Λημνιό κατάγεται από τη Λήμνο. Όπως γράφει, όμως, η Σταυρούλα Κουράκου για τη Λημνία άμπελο: «Το βέβαιο είναι ότι δεν λεγόταν Λημνία, γιατί το φυτό αποκτάει το όνομα της καταγωγής του όταν καλλιεργηθεί σε άλλα μέρη. Πολλά τα παραδείγματα, μα πιο πειστικό εκείνο της ίδιας της Λημνίας αμπέλου που καλλιεργείται σήμερα με το όνομα Λημνιό, παντού αλλού εκτός από την ίδια τη Λήμνο, όπου το λένε Καλαμπάκι»[4]

Και φτάνουμε στο σήμερα, στη σύγχρονη εποχή… Τα αμπέλια στο νησί είναι κυρίως ξερικά και αναπτύσσονται σε χαμηλά πρέμνα. Οι δύο ποικιλίες που καλλιεργούνται κυρίως είναι το κόκκινο παραδοσιακό Λημνιό και το λευκό Μοσχάτο Αλεξανδρείας που έφεραν στις αρχές του 20ου αιώνα Λημνιοί ομογενείς από την Αίγυπτο. Και τα δύο δίνουν κρασιά Π.Ο.Π (προϊόν με ονομασία Προέλευσης) διαφορετικών τύπων (ξηρά, γλυκά, ήσυχα, αφρώδη).

Το μεγαλύτερο μέρος της καλλιέργειας είναι το Μοσχάτο. Το λευκό σταφύλι που δίνει εξαιρετικής ποιότητας αρωματικά κρασιά με έντονο φρουτώδη χαρακτήρα και μοναδική γλυκιά επίγευση. Πριν από μερικές δεκαετίες, το 90% των αμπελιών στο νησί ήταν λευκό, Μοσχάτο Αλεξανδρείας, αλλά αυτή η σχέση φαίνεται ότι αλλάζει τα τελευταία χρόνια καθώς φυτεύεται αρκετά και το Λημνιό. Το κόκκινο Λημνιό είναι κρασί με ευγενικές τανίνες και καθαρή γεύση.  Τον τελευταίο καιρό κυκλοφορούν και αρκετά ροζέ, που γίνονται με  ανάμιξη των δύο ποικιλιών.

Ο μεγαλύτερος παραγωγός κρασιού στο νησί είναι o Αγροτικός Συνεταιρισμός.  Ιδρύθηκε από παραγωγούς το 1937, με κύρια δραστηριότητα το βαμβάκι (συλλογή και εκκόκκιση) και αργότερα στράφηκε στην οινοποίηση. Κρατάει τα σκήπτρα καθώς απορροφάει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής σταφυλιών του νησιού που κυμαίνεται από 1.500 μέχρι 2.000 τόνους. Παράγει μεγάλη ποικιλία οινικών προϊόντων που τυποποιούνται σε ασκούς και φιάλες. Μοσχάτο Αλεξανδρείας και Λημνιό δίνουν κρασιά ξηρά, ημίξηρα, γλυκά  και ημίγλυκα, λευκά ροζέ και κόκκινα.

Αυτή την περίοδο βρίσκεται σε φάση επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας που περιλαμβάνει και τη δημιουργία premium προϊόντωνΝέες ετικέτες, καινούργια κρασιά που προσαρμόζονται στη ζήτηση της αγοράς και κάποια εντυπωσιακά αποτελέσματα δείχνουν τη νέα στροφή προς την ποιότητα. Ξεχωριστά πολύ είναι τα γλυκά κρασιά σε τρεις διαφορετικές εκδοχές (ένα  φρέσκο και δύο παλαιωμένα) που  συμπληρώνουν με τον καλύτερο τρόπο την ευρεία γκάμα προϊόντων.

Το Κτήμα Χατζηγεωργίου, στο χωριό Καρπάσι, είναι το πρώτο ιδιωτικό οινοποιείο που ιδρύθηκε στο νησί από τον Πέτρο Χατζηγεωργίου.  Προερχόμενος από οικογένεια με βαθιές οινικές ρίζες στη Μικρά Ασία, αλλά και με μακροχρόνια ενασχόληση με το εμπόριο ποτών και κρασιού, ο Πέτρος Χατζηγεωργίου θέτει διπλό στόχο: από τη μία στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας των κρασιών που παράγονται με προσπάθεια και πολλή δουλειά στο αμπέλι και, από την άλλη στην έρευνα και στην καινοτομία. Προϊόντα όπως το ημιαφρώδες Μοscato d’ Ifestia και το αφρώδες Lagopati brut είναι δύο κρασιά που δείχνουν μία νέα τάση. Τα κρασιά αυτού του τύπου έχουν ένα μικρό μερίδιο της αγοράς το οποίο, όμως, συνεχώς αυξάνεται. Το Κτήμα Χατζηγεωργίου επενδύει σε αυτό, και έτσι, μετά τον πλήρη εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου οινοποιείου, κατασκευάζει μία πρότυπη μονάδα για αφρώδη κρασιά.

Σήμερα η σκυτάλη έχει περάσει στα τρία παιδιά και το κομμάτι της παραγωγής ανέλαβε μετά την επιστροφή της από τη Γαλλία, όπου σπούδασε οινολογία, η Πωλίνα Χατζηγεωργίου.

Με την επωνυμία Limnos Organic Wines κυκλοφορούν στην αγορά τα κρασιά της εταιρείας Ι. Σαββόγλου- Π Τσιβόλας. Ιδρύθηκε το 2002 από δύο ανθρώπους με όραμα και προσήλωση στης αρχές της βιολογικές καλλιέργειας. Ο Γιάννης Σαββόγλου Χημικός Μηχανικός – Οινολόγος, δούλεψε περισσότερα  από 25 χρόνια στον Συνεταιρισμό και έχει αναλάβει το κομμάτι της παραγωγής ενώ ο Παντελής Τσιβόλας έχει μεγάλη εμπειρία στην εμπορία του κρασιού γι’ αυτό και ασχολείται με την προώθηση και τις πωλήσεις.

Το οινοποιείο παράγει αυτή τη στιγμή 13 διαφορετικά κρασιά με την γκάμα να περιλαμβάνει και εδώ ξηρά, γλυκά, ημίγλυκα, γλυκά και ημιαφρώδη. Στα λευκά εκτός από Μοσχάτο υπάρχει και ασύρτικο ενώ στα κόκκινα το Λημνιό συναντάει το κλασσικό Cabernet Sauvignon. Ξεχωρίζει η δουλειά που γίνεται στα γλυκά με τρεις διαφορετικές εκδοχές. Πρόσφατα κατέκτησαν ως οινοποιείο ένα βραβείο με ξεχωριστή σημασία καθώς προήλθε από έναν πολύ αξιόπιστο διαγωνισμό. Το ροζέ «Ρόδον», ένα blend Μοσχάτου με Λημνιό διακρίθηκε στο διεθνή διαγωνισμό του Bordeaux ως το καλύτερο βιολογικό ροζέ. Συγκέντρωσε την υψηλότερη  βαθμολογία ανάμεσα σε 5.000 κρασιά που συμμετείχαν στον φετινό International Du Vin το οποίο έγινε στην πόλη του Bordeaux, την «παγκόσμια πρωτεύουσα του κρασιού» στις 20 και 21 Απριλίου 2018.

Μια σχετικά καινούργια προσπάθεια αλλά αρκετά φιλόδοξη είναι του οινοποιείου Γκαράλη. Λειτουργεί από το 2007 μέσα στην αμπελουργική ζώνη του Αγίου Δημητρίου, στην περιοχή «Κουρούνι». Τα αμπέλια τους καλλιεργούνται βιολογικά και παράγουν εξαιρετικής ποιότητας σταφύλια, Μοσχάτο Αλεξανδρείας και Λημνιό για κρασιά που έχουν κερδίσει πλήθος βραβείων σε εθνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς. Φέτος ο Μανώλης Γκαράλης πήρε ένα ρίσκο και προσπαθεί να φτιάξει κρασί σε μία από τις λαξευμένες δεξαμενές που βρίσκονται σε διάφορα σημεία του νησιού. Στα χωριά  Ρεπανίδι και Ρωμανού στα νοτιανατολικά, υπάρχουν δεκάδες τέτοιες δεξαμενές-πατητήρια που χρονολογούνται από τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους.  Ήταν κοινοτικά και ο κάθε κάτοικος είχε το δικαίωμα να τα χρησιμοποιήσει για να «πατήσει» εκεί τα σταφύλια του και να τα αφήσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για να ζυμώσουν. Η παραγωγή κρασιού γίνεται με τέτοιον τρόπο σήμερα και αποτελεί ασφαλώς μια πολύ δύσκολη προσπάθεια που, ενώ ακολουθεί τη σύγχρονη τάση για όσο το δυνατόν πιο «φυσικά» κρασιά, ακουμπάει πάνω στην παράδοση.

Προερχόμενος από τον χώρο της εμπορίας ποτών αλλά με ρίζες στην αμπελοκαλλιέργεια, ο Στέλιος Κουκουλήθρας διευθύνει ένα αμιγώς οικογενειακό οινοποιείο στο χωριό Ατσική. Ξεκίνησε ως εταιρεία παραγωγής αναψυκτικών το 1977 ενώ το 1995 έφτιαξαν αποστακτήριο για τσίπουρο και τέλος το 2008, παράλληλα με τις άλλες δραστηριότητες, στράφηκαν στην παραγωγή κρασιού. Ανάμεσα στις ετικέτες τους ξεχωρίζει το λευκό βιολογικό Λημνία  Άμπελος.

Η  περιήγηση στους αμπελώνες και στα οινοποιεία της Λήμνου διοργανώθηκε από την Ελευθερία Κωνσταντάρα η οποία δραστηριοποιείται στο νησί στο κομμάτι του οινοτουρισμού. Μέσα από τα Lemnos Wine Trails προσφέρει ολοκληρωμένες οινικές εμπειρίες που περιλαμβάνουν επισκέψεις, ξεναγήσεις και γευσιγνωσίες στα οινοποιεία του νησιού.


Παραπομπές

[1] Ομήρου Ιλιάδα, (μτφ Καζαντζάκη-Κακριδή) Η 465-470

[2]Santo Tine-Antonella Traverso, «ΠΟΛΙΟΧΝΗ Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» , (μτφ Ηλέκτρας Ανδρεάδη) Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία  2001, σελ 59-60

[3] Αριστοφάνη «Ειρήνη» Μτφ Κώστας Τοππούζης 1997 , Εκδόσεις Επικαιρότητα, στίχοι 1159-1164 , σελ 134-135

[4] Σταυρούλα Κουράκου-Δραγώνα, Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 09 Ιουνίου 1996

 

Μοιράσου το άρθρο: