Είναι πολύ δημοφιλή για την γεύση τους και πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, αντιοξειδωτικά, φυτικές στερόλες και μονοακόρεστα λιπαρά οξέα. Επιπλέον, επιτυγχάνουν ικανοποιητικές τιμές για τους παραγωγούς, τραβώντας την προσοχή πολλών ιδιωτών με αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση των φυτεύσεων τα τελευταία χρόνια. Αναφερόμαστε στα φιστίκια.

Συνεντεύξεις-ρεπορτάζ: Δημήτρης Κοντογιάννης

Ομως, πίσω απο όλα αυτά κρύβεται μια άλλη πραγματικότητα που απειλεί την βιωσιμότητα των αγροτικών συνεταιρισμών φυστικοπαραγωγών. Ο τρόπος φορολόγησης που ενθαρρύνει τις συναλλαγές κάτω από το τραπέζι, τονίζουν άνθρωποι του χώρου.

Για να αποφύγουν την υψηλή φορολόγηση και τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, μερικοί παραγωγοί φαίνεται πως επιλέγουν την πώληση χύμα φιστικιού χωρίς παραστατικά σε Ελληνες και ξένους, π.χ. Ιταλούς, αντί των συνεταιρισμών, τονίζει ο Γιάννης Χονδρόπουλος, αντιπρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού κελυφωτό φιστίκι Μώλου-Θερμοπύλες.

Ο Νίκος Σταμπουλής, πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φιστικοπαραγωγών Αίγινας, κρούει επίσης τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας ότι κινδυνεύουν οι συνεταιρισμοί γιατί αρκετοί παραγωγοί προτιμούν να διαθέτουν την σοδιά τους σε άλλους καθώς οι συνεταιρισμοί εκδίδουν παραστατικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό οφείλεται στο νέο τρόπο φορολόγησης με βάση το σύστημα εσόδων-εξόδων και το έχουν επισημάνει στο υπουργείο αγροτικής ανάπτυξης. Ο κ. Σταμπουλής τονίζει πως αρκετοί αγρότες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν δαπάνες με αποτέλεσμα να αυξάνεται η φορολογία.

Πάντως, οι τιμές που εισέπραξαν πέρυσι οι παραγωγοί ήταν ικανοποιητικές.

Η τιμή κυμαινόταν μεταξύ 5,5-7 ευρώ το κιλό κατά μέσο όρο για το ωμό, ανοικτό φιστίκι την τελευταία 4ετία και 7-9 ευρώ για το ψητό, ανοικτό όπως προκύπτει από την αγορά.

Σύμφωνα με τον κ. Χονδρόπουλο, η διεθνής τιμή θα προσδιορισθεί φέτος από τις μεταβολές της παγκόσμιας παραγωγής καθώς η ζήτηση αναμένεται να παραμείνει σταθερή.

Οσον αφορά την Ελλάδα, η τιμή λιανικής για την ψίχα διαμορφώνεται στα 35-40 ευρώ το κιλό, δηλαδή κάπου 9 ευρώ σε συσκευασία 200 γραμμαρίων. Η τιμή λιανικής για ωμό, ανοικτό φιστίκι σε συσκευασία 550 γραμμαρίων είναι 3 με 3,5 ευρώ και 4,5-5 ευρώ για το ψημένο, ανοικτό.

ΤΟ ΦΙΣΤΙΚΙ ΑΙΓΙΝΑΣ

Σύμφωνα με τον Νίκο Σταμπουλή, τον πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φιστικοπαραγωγών Αίγινας, η οργανωμένη καλλιέργεια φιστικιού στο νησί ξεκίνησε την δεκαετία του 1890 στο κτήμα Περόγλου, ένα Ελληνα διπλωματικό υπάλληλο στην Αίγυπτο που μάλλον τα έφερε απο την Συρία. Μετά το 1940, η καλλιέργεια φιστικιού επεκτάθηκε σε όλο το νησί καθώς συνέφερε αφού οι παραγωγοί εισέπρατταν μια χρυσή λίρα για κάθε 5 κιλά φιστίκι.

Η μέση ετήσια παραγωγή φιστικιού στο νησί εκτιμάται σε 500-600 τόνους ετησίως αλλά παρουσιάζει σκαμπανεβάσματα. Η μεγαλύτερη παραγωγή ύψους 1000 τόνων καταγράφηκε το 2012, όμως η παραγωγή έπεσε στους 30 τόνους το 2016. Τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, κάπου 5 χιλιάδες στρέμματα καλλιεργούνταν στο νησί ενώ σήμερα κυμαίνονται μεταξύ 3 και 3,5 χιλιάδων στρεμμάτων.

Οι τιμές παραγωγού για την νέα σοδειά δεν έχουν ακόμη προσδιορισθεί, τονίζει ο κ. Σταμπουλής. Η τιμή που εισέπραξε ο παραγωγός την τελευταία φορά ήταν 8,5 ευρώ για το ανοικτό και 5,5 ευρώ το κλειστό φιστίκι Αιγίνης σύμφωνα με τον ίδιο.

Ο ίδιος τονίζει ότι το φιστίκι απορροφάται από μεγάλα και μικρά σουπερμάρκετ στην Ελλάδα, τα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και εξάγεται σε χώρες του εξωτερικού όπως οι ΗΠΑ, Γαλλία, Αγγλία και Ιταλία.

Το αποκλειστικό δικαίωμα στο όνομα «ΦΙΣΤΙΚΙ ΑΙΓΙΝΑΣ», από τον τόπο προέλευσής του, αναγνώρισε η ΕΕ με τον 1263/96 κανονισμό της, προστατεύοντας το φιστίκι της Αίγινας από τα φιστίκια των άλλων περιοχών.

Η ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΦΥΣΤΙΚΟΎ

Ο Γιώργος Γραίγος, γεωπόνος στην περιοχή της Αυλώνας όπου καλλιεργούνται 7-8 χιλ. στρέμματα τονίζει ότι τo ελληνικό φιστίκι είναι ανώτερο συγκρινόμενο με εκείνο που προέρχεται από το Ιράν και το Ιράκ, δυο χώρες με μεγάλη παραγωγή, καθώς δεν έχει αφαλατοξίνες ενώ έχει λιγότερα φυτοφάρμακα. Η Τουρκία έχει επίσης μεγάλη παραγωγή και ποιότητα παρόμοια με την ελληνική.

Σημαντικό πλεονέκτημα του ελληνικού φιστικού είναι ο πράσινος ενδοκαρπός που τον διαφοροποιεί από τον κίτρινο του Ιράν. Σε κάποιες χώρες, όπως στην Ιταλία, που θέλουν την ψίχα για γλυκά, παγωτό κ.τ.λ. δεν θέλουν ο ενδοκαρπός να είναι κίτρινος.

Το ελληνικό φιστίκι είναι το κελυφωτό Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και το Αιγίνης με συνολική ετήσια εθνική παραγωγή που κυμαίνεται μεταξύ 4,5 και 8 χιλ. τόνοι ενώ η εγχώρια κατανάλωση εκτιμάται πως δεν υπερβαίνει τους 500 τόνους την χρονιά. Ως εκ τούτου, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής φιστικού εξάγεται.

Αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, το 40% με 50% εκτιμάται πως εξάγεται στο εξωτερικό με κύριο προορισμό την ιταλική και άλλες ευρωπαϊκές αγορές.

Οι ικανοποιητικές τιμές έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών με αποτέλεσμα την αύξηση των φυτεύσεων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Στους κάμπους της Λαμίας και της Λάρισας φέρονται να έχουν καλλιέργειες γιατροί, δικηγόροι και άλλοι που δεν είναι κατ’ επάγγελμα αγρότες.

Ομως, η καλλιέργεια των φιστικόδενδρων απαιτεί χρόνο και χρήμα.

Ενα στρέμμα θέλει 20 φυτά σε αποστάσεις 7-7,5 μέτρων το ένα απο το άλλο. Απο τα 20 φυτά, τα δυο είναι αρσενικά και χρησιμοποιούνται για την γονιμοποίηση. Η μέγιστη παραγωγή εκτιμάται σε 20 κιλά περίπου για ένα δένδρο 35 χρόνων.

Από την στιγμή της φύτευσης χρειάζονται περίπου 8 χρόνια για να παράξει καρπό ένα δένδρο. Το συνολικό κόστος ανα στρέμμα για ολόκληρη την περίοδο υπολογίζεται από 1000-1100 ευρώ σε 3000-4000 ευρώ ανάλογα με το μέγεθος της έκτασης που καλλιεργείται. Οσο μεγαλύτερη η έκταση, τόσο μικρότερο το κόστος ανα στρέμμα.

Πιο αναλυτικά, κάπου 300 ευρώ εκτιμάται πως θα χρειασθούν για την αγορά των 20 φυτών που θα καλλιεργηθούν σε ένα στρέμμα και κάπου 100 ευρώ για την καλλιέργεια χώματος κ.τ.λ..

Για να ασχοληθεί κάποιος επαγγελματικά με την παραγωγή φιστικού θα πρέπει να καλλιεργεί τουλάχιστον 20 στρέμματα, τονίζουν οι ειδικοί.

Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να επενδύσει 20.000-25.000 ευρώ περίπου για 8 χρόνια πριν αρχίσουν τα δένδρα να παράγουν φιστίκι. Ακρως απαραίτητη είναι η αφαίρεση της υγρασίας και η διαλογή. Στα ξηραντήρια, η υγρασία αφαιρείται σε 8 με 10 ώρες ενώ με τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή να εκτεθούν τα φιστίκια στον ήλιο χρειάζονται 3-4 μέρες.

Αν κανείς θέλει να καθετοποιήσει την παραγωγή του θα πρέπει να επενδύσει επιπλέον 300 με 400 χιλ. ευρώ για την εγκατάσταση σπαστήρα, ψυκτικών και αποθηκευτικών χώρων τονίζει ο κ. Γραίγος.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΙΣΤΙΚΙΑ

Η φιστικιά είναι δέντρο με ύφος 4-7 μ. Γενικά δεν ξεπερνά τα 9 μ. Είναι δέντρο δίοικο, πρωτανδρικό, ‘Εχει αργή ανάπτυξη, λίγα και χοντρά κλαδιά. Τα φύλλα της είναι σύνθετα κατ’εναλλαγή, ωοειδή στα αρσενικά και στρογγυλά στα θηλυκά, χοντρά, δερματώδη με περιττού αριθμού (3-9) φυλλάρια. Στα θηλυκά τα φυλλάρια είναι 3-5. 0 καρπός είναι δρύπη, ωοειδής, με μύτη εμπρός, ‘Εχει ξυλώδες ενδοκάρπιο που στην ωρίμανση συνήθως ανοίγει και αποκαλύπτει το σπέρμα. Τα άνθη είναι ατελή, σε ταξιανθίες σύνθετους βότρεις, που γίνονται ταξικαρπίες («κούνοι» δηλ, κώνοι) στα θηλυκά δέντρα.

Τα δενδρύλλια της φιστικιάς είναι μπολιασμένα πάνω σε χιώτικη τσικουδιά και φυτεύονται με μπάλα χώματος (το μοναδικό από τα φυλλοβόλα). Η μέση απόσταση φύτευσης είναι συνήθως τα 6 μ. σε τετραγωνική διάταξη (όπου δεν υπάρχουν αναβαθμίδες).

Το κλάδεμα των παραγωγικών δέντρων γίνεται αργά το χειμώνα. Οι γενικές αρχές που εφαρμόζουν σχεδόν όλοι οι καλλιεργητές είναι :

– το αυστηρότερο κλάδεμα των δέντρων που δεν ¿ναι στη χρονιά τους,

– το «βγάλσιμο» των ξερών κλαδιών, αυτών που έχουν κακή κατεύθυνση ή αυτών που τρίβονται μεταξύ τους (κάθε χρόνο),

– η αφαίρεση των λαίμαργων (κάθε χρόνο),

– το κόφιμο των κεντριών και των «τσιμπλών» (μικρά ασθενικά κλαδάκια) (κάθε χρόνο),

– το κόφιμο κάτω από το τελευταίο μάτι,που έχει προσβληθεί από «τρυπίτη» (τυφλίτης, υλέζινος) (κάθε χρόνο),

– η βράχυνση σ’ένα πλάγιο βλαστό, κλαδιών που ξέφυγαν πολύ από το σχήμα (κάθε χρόνο),

Η φυστικιά λιπαίνεται λίγο (παρά το άγονο των εδαφών) και αυτό πρέπει να εκτιμηθεί σοβαρά, σε σχέση με τις οργανοληπτικές ιδιότητες του καρπού» Υπολογίζοντας τις ποσότητες και τους τύπους λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται, καταλήγουμε σε μέση ποσότητα 3 kg/δέντρο, λιπάσματος τύπου 15-8-10. Τα λιπάσματα που χρησιμοποιούνται είναι θειική και φωσφορική αμμωνία, 11-15-15, θειικό κάλι και ουρία. Το μεγάλο κόστος της κοπριάς έχει περιορίσει τη χρήση της. Τα λιπάσματα ενσωματώνονται στο έδαφος με τα χειμερινά φρεζαρίσματα και η ουρία προστίθεται στο νερό ποτίσματος τέλη Ιουλίου, Τελευταία διαδίδονται και οργανικά λιπάσματα,

Η καλλιέργεια του εδάφους γίνεται με 2-3 φρεζαρίσματα για την καταστροφή των ζιζάνιων και την ενσωμάτωση των λιπασμάτων. Ζιζανιοκτονύα γίνεται σε πολύ μικρή κλίμακα και δεν χρησιμοποιούνται υπολειμματικά ζιζανιοκτόνα «Η ανεπάρκεια του νερού για πότισμα αποτελεί σοβαρό περιοριστικό παράγοντα, παρά τη συνεχή διάδοση του ποτίσματος με μπέκ και σταγόνες. Οι μικρές ποσότητες που διατίθενται και η ποιότητα του αρδευτικού νερού (αλατούχο) κάνουν την καλλιέργεια να θεωρείται ημιξηρική. Το γεγονός αυτό έχει επίδραση στον όγκο της παραγωγής και στο μέγεθος του δένδρου και του καρπού το οποίο θεωρείται παράγων που επηρεάζει κατά πολύ τις οργανοληπτικές ιδιότητες του καρμπού, όπως συμβαίνει πάντα στις ημιξηρικές καλλιέργειες.

Η άρδευση είναι πολύ περιορισμένη. Γίνεται Ιούλιο και το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου. Κατά μέσο όρο αντιστοιχεί σε 2-3 ποτίσματα, με λίγο νερό. Έναυσμα για την έναρξη των ποτισμάτων είναι η εμφάνιση του σπέρματος (σάρκα), μικρού πράσινου όγκου στον σπογγώδη ομφαλικό ιμάντα. Μεγάλο μέρος των παραγωγών ποτίζουν με συστήματα ποτίσματος (μπέκ, σταγόνες, μικροσωληνίσκοι). Πολύ λίγοι καλλιεργητές έχουν δικό τους νερό. Όλοι οι μικροϊδιοκτήτες και πολλοί από τους επαγγελματίες αγρότες αγοράζουν νερό από τις γεωτρήσεις.

ΠΗΓΗ: Παλαιότερο έγγραφο του Αγροτικού Συνεταιρισμού φιστικοπαραγωγών Αίγινας

Μοιράσου το άρθρο: