Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Παρά τις ψύχραιμες δηλώσεις των υπουργών Οικονομικών για το ιταλικό δημοψήφισμα η αλήθεια είναι ότι η ευρωζώνη έχει μπει σε μια τροχιά διαρκούς αμφισβήτησης του οικονομικού μοντέλου της.

Χαρακτηρισμοί όπως «αντιευρωπαϊσμός» και «λαϊκισμός» χρησιμοποιούνται για τους πολιτικούς φορείς που εκφράζουν την αμφισβήτηση σε κάθε χώρα, αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι πρόκειται κατά ένα μεγάλο μέρος για πολίτες που δεν περνούν καλά και το δείχνουν κάθε φορά που βρίσκονται μπροστά στην κάλπη.

Οι Ιταλοί δεν είπαν «όχι» στην Ευρώπη, αλλά στη συγκεκριμένη εκδοχή της Ευρώπης, η οποία καθορίζεται κατά βάση από τις επιλογές και τα συμφέροντα της Γερμανίας, σε βάρος, πολλές φορές, των υπολοίπων.

Μπορεί ένα μέρος του γερμανικού κατεστημένου να αποδίδει αυτήν την ανισορροπία σε μια αντικειμενική υπεροχή της οικονομίας της χώρας, αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτή οφείλεται στην αρχιτεκτονική του ευρώ και τους συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί, οι οποίοι γίνονται όλο και πιο ετεροβαρείς.

Το αποτέλεσμα είναι ότι στις περισσότερες χώρες καταγράφεται αντίδραση.

Οι μεν Νότιοι διαμαρτύρονται για τα αδιέξοδα στα οποία οδηγούνται λόγω των πολιτικών που επιβάλλουν οι Βόρειοι, ενώ οι τελευταίοι διαμαρτύρονται γιατί πληρώνουν τα σπασμένα των Νοτίων.

Το κύμα αντίδρασης μεγαλώνει και ενισχύει τις δυνάμεις που εκφράζουν τη διαμαρτυρία, που λένε «όχι» στο σύστημα.

Είναι αλήθεια ότι πολλοί από τους πολιτικούς φορείς που επωφελούνται από την αρνητική ψήφο, περιορίζονται κατά κύριο λόγο στη διαμαρτυρία και δεν διατυπώνουν συγκεκριμένη εναλλακτική πολιτική πρόταση.

Το γεγονός, όμως, ότι η αντίδραση διαρκώς επεκτείνεται, δείχνει ότι το σύστημα έχει πρόβλημα βαθύ.

Το Brexit, η ψήφος στον Τραμπ, η άνοδος της Μαρίν Λεπέν, η ψήφος των Ιταλών έχουν αρκετές διαφορές, αλλά και πολλά κοινά σημεία.

Μια συνισταμένη είναι ότι σε όλες τις περιπτώσεις εκφράζεται μια αντίδραση των πολιτών στο κυρίαρχο πολιτικό αφήγημα, το οποίο επιβάλλεται ως μονόδρομος από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης και των αγορών και από τις εθνικές ελίτ.

Στην περίπτωση των Ιταλών, το «όχι» στο δημοψήφισμα ασφαλώς συνδέεται με την οικονομική κατάσταση της χώρας και την πολιτική κατάσταση της ευρωζώνης, πέρα από τις όποιες εσωτερικές πολιτικές διεργασίες οι οποίες έπαιξαν και αυτές το ρόλο τους.

Το ευρώ αποδεικνύεται μεγάλο βαρίδι για την ιταλική οικονομία η οποία έχασε το δυναμισμό της από τη στιγμή που συνδέθηκε με το κοινό νόμισμα, ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε στη διάρκεια της κρίσης, κυρίως λόγω των συνταγών που εφαρμόστηκαν με βάση το γερμανικό δόγμα της λεγόμενης «λιτότητας».

Όταν ο Ματέο Ρέντσι, λίγες μόνο εβδομάδες πριν το δημοψήφισμα αποφάσισε να αποστασιοποιηθεί από το γερμανικό δόγμα, ήταν αργά, γιατί προηγουμένως είχε ταυτιστεί με την υλοποίηση των άκαμπτων πολιτικών της ευρωζώνης.

Επομένως, είναι αμφίβολο ότι η πίεση που εισέπραξε ο κ. Ρέντσι θα εκτονωθεί με κυβερνήσεις υπηρεσιακές, από τη στιγμή που οι πολίτες είναι βαθιά δυσαρεστημένοι με την πορεία της χώρας.

Αργά ή γρήγορα η κάλπη θα στηθεί και πάλι και μάλιστα κοντά σε κρίσιμες εκλογές σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Γαλλία αλλά και η Γερμανία.

Εάν η δυναμική που έχει ήδη καταγραφεί συνεχιστεί στην ίδια κατεύθυνση είναι πολύ πιθανό ότι μέσα στο 2017 θα τεθούν υπό αναθεώρηση πολλά πράγματα που θεωρούνται δεδομένα, ανάμεσα σε αυτά και το ίδιο το ευρώ.

Στην πραγματικότητα, έχει αρχίσει μια αντίστροφη μέτρηση για την ευρωζώνη, η οποία θα τελειώσει είτε με βαθιές μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα ικανοποιήσουν τους πολίτες, είτε με το ξήλωμά της.

Μοιράσου το άρθρο: