O John Connolly, ο βραβευμένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, που έχουν μεταφραστεί σε 28 γλώσσες, βρέθηκε στην Αθήνα στο πλαίσιο της διοργάνωσης Αθήνα 2018, Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου και μίλησε αποκλειστικά στο ert.gr και στη Δάφνη Σκαλιώνη σε μια εφ’όλης της ύλης συνέντευξη.

«Μεγάλωσα σε μία περιοχή της εργατικής τάξης του Δουβλίνου και δεν γνώριζα κανέναν συγγραφέα. Ο πατέρας μου ήταν πολύ πρακτικός άνθρωπος και έλεγε πως άνθρωποι σαν εμάς δεν γίνονται συγγραφείς και ηθοποιοί. Δουλεύουμε για τον δήμο, κάτι που τελικά κατέληξα να κάνω».

Ο χαμογελαστός Δουβλινέζος έχει καταπιαστεί στο παρελθόν με διάφορες δουλειές, προτού αποπειραθεί να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη συγγραφή. Έχει υπάρξει μπάρμαν, δημοτικός υπάλληλος, σερβιτόρος, υπάλληλος στα Harrods και δημοσιογράφος.

Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Trinity College και δημοσιογραφία στο Dublin City University. Κατόπιν ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα The Irish Times. Σε ηλικία 29 ετών, υπέβαλε προς έκδοση το πρώτο του μυθιστόρημα «Κάθε νεκρό πράγμα«. Ένα συγγραφικό ντεμπούτο που έγραψε ιστορία στα εκδοτικά χρονικά, αποσπώντας την υψηλότερη προκαταβολή που δόθηκε ποτέ σε Ιρλανδό συγγραφέα, τόσο στην Αγγλία όσο και στην Αμερική. Σε χρόνο ρεκόρ, μπήκε σε όλες τις λίστες των best seller και στη συνέχεια απέσπασε το αμερικανικό Βραβείο Σέιμους καλύτερου αστυνομικού μυθιστορήματος, το οποίο για πρώτη φορά απονεμόταν σε μη-Αμερικανό συγγραφέα.

Ο «Δουβλινέζος που γράφει σαν Αμερικανός» συνέχισε με την εντυπωσιακή πορεία του γράφοντας και εκδίδοντας τα έργα «Το δέντρο του θανάτου», «Φονικό Είδος», «Στο λευκό δρόμο», «Οι κακοί» και «Ο μαύρος άγγελος», «Το Βιβλίο των Χαμένων Πραγμάτων», «Οι Κούφιοι Άνθρωποι», «Οι Θεριστές» και «Οι Εραστές», που μπήκαν στις λίστες των best seller των Sunday Times, Irish Times και New York Times, εκδόθηκαν σε 19 γλώσσες και τον καθιέρωσαν οριστικά ως έναν από τους καλύτερους νέους συγγραφείς θρίλερ.

«Μεγάλωσα στην Ιρλανδία τις δεκαετίες του ΄80 και του ’90. Ήταν ένα δυσάρεστο μέρος. Ήταν φτωχό, πολύ στενόμυαλο και εσωστρεφές. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο για το οποίο να ήθελα να γράψω λιγότερο από τη φύση των Ιρλανδών. Και οι Ιρλανδοί, όπως κι εσείς – έχουμε πολλά κοινά με τους Έλληνες – μεταναστεύουμε. Όταν οι καιροί είναι δύσκολοι, φεύγουμε. Πηγαίνουμε στη Βρετανία και στην Αμερική, σε μέρη που μας προσφέρουν καταφύγιο. Εμένα μου πρόσφερε δυνατότητα απόδρασης η αμερικανική λογοτεχνία. Ήταν ένας τρόπος να φύγω από το νησί. Μπορούσα να κατοικήσω σε αυτήν την τόσο διαφορετική λογοτεχνική σφαίρα. Οπότε σκέφτηκα να γράψω αστυνομικό μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται στην Αμερική. Ήταν ό,τι λιγότερο ιρλανδικό μπορούσα να σκεφτώ!».

Ενώ, όμως, επεδίωκε να ξεφύγει από την «ιρλανδικότητά» του, ίσως τελικά να είναι και το βασικό στοιχείο που τον διαφοροποιεί από τους Αμερικανούς συγγραφείς. «Δεν τους σαγηνεύει τόσο η μυθολογία ή η λαογραφία, όσο εμάς… Ο φόβος των δασών. Ξέρετε, το Μέιν είναι μία δασώδης πολιτεία αλλά το αντιμετωπίζουν πολύ πρακτικά. Όταν μπαίνεις στο δάσος πρέπει να προσέχεις γιατί αν βγεις από το μονοπάτι μπορεί να πεθάνεις επειδή θα χαθείς. Ενώ για μένα, τα δάση είναι συνδεδεμένα με τους λαϊκούς μύθους, τα παραμύθια που διάβαζα ως παιδί. Είναι τα μέρη όπου πήγαιναν οι μύθοι να κρυφτούν νιώθοντας την απειλή των πόλεων. Οι Αμερικανοί δεν το σκέφτονται έτσι».

Πρόσφατα, εκδόθηκε στη Βρετανία και στις Η.Π.Α. το τελευταίο του βιβλίο, το «He». Πρόκειται για μια λογοτεχνική απόδοση της ζωής του μεγάλου κωμικού Stan Laurel, του γνωστού μας Λιγνού από το δίδυμο «Χοντρός και Λιγνός».

«Mου πήρε 10 χρόνια να το γράψω. Ο Stan Laurel είχε γράψει πολλά γράμματα στην εποχή του, όμως δεν αποκάλυπτε πολλά πράγματα από τον εαυτό του σε αυτά τα γράμματα. Κρατούσε ένα ιδιωτικό κομμάτι του εαυτού του κρυφό. Και η μυθοπλασία είναι πολύ καλή στο να εξερευνά αυτά τα κρυφά κομμάτια. Αυτά που οι άνθρωποι προσπαθούν να κρύψουν. Παίρνει μία ιστορία και μέσω αυτής προσπαθεί να διερευνήσει τα ανθρώπινα συναισθήματα. Μας δίνει εξάλλου και τη δυνατότητα μιας εσωτερικής ματιάς σε ζωές που δεν έχουμε. Η μυθοπλασία είναι η μόνη μορφή τέχνης που μας επιτρέπει εξολοκλήρου να κατοικήσουμε στη συνείδηση ενός άλλου ανθρώπου. Και για να το κάνεις αυτό, θα πρέπει να μην είσαι εγωιστής, θα πρέπει να είσαι έτοιμος να παραδώσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου, να είσαι ανοιχτός. Και αυτή η δεκτικότητα μάς κάνει καλύτερους ανθρώπους. Κάτι που έχει πολύ ενδιαφέρον. Μελέτησαν παιδιά σχολικής ηλικίας και βρήκαν πως όσα παιδιά διαβάζουν μυθιστορήματα, μεγαλώνοντας έχουν αυξημένη ενσυναίσθηση, είναι πιο συμπονετικά».

Από πού αντλεί την έμπνευση του ο συγγραφέας; Και γιατί στα βιβλία του επανέρχεται στο πένθος, στην απώλεια και στη φιλία μεταξύ ανδρών; Ποιες είναι οι συμβουλές του προς επίδοξους συγγραφείς και ποιο είναι, σύμφωνα με την άποψή του, το πιο σημαντικό κομμάτι της συγγραφικής διαδικασίας; Επίσης, ποια είναι η σχέση του με το υπερφυσικό και ποιες είναι οι μεγάλες του αγάπες εκτός από τη συγγραφή; Δείτε (σε video) ολόκληρη τη συνέντευξη του John Connolly στην οποία απαντά σε όλα (και σχολιάζει ακόμα περισσότερα…). Στο book.ert.gr

Τα βιβλία του John Connolly κυκλοφορούν στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Bell.


  • Συνέντευξη: Δάφνη Σκαλιώνη
  • Κάμερα: Λεωνίδας Κολοκυθάς
  • Ήχος: Γιώργο Πετρουτσάς
  • Σκηνοθεσία: Ευγενία Γιαννακοπούλου
  • Post Production: Κώστας Μαντάς

**Η κεντρική φωτογραφία του άρθρου είναι από την επίσημη σελίδα στο FB του John Connolly

Μοιράσου το άρθρο: