Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Υπό κανονικές συνθήκες η ανταλλαγή (swap) κρατικών ομολόγων που μόλις ολοκληρώθηκε θα ήταν μια τεχνική διευθέτηση που θα απασχολούσε μόνο τους ειδικούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το γεγονός έχει ευρύτερη σημασία, καθώς σφραγίζει μια διαδικασία η οποία θα καταλήξει στην επαναφορά της δυνατότητας της Ελλάδας να δανείζεται από τις αγορές εκδίδοντας νέα ομόλογα.

Η ανταλλαγή στέφθηκε με επιτυχία, καθώς υπήρξε μεγάλη συμμετοχή των επενδυτών, πράγμα που ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι αναμένουν ομαλοποίηση της κατάστασης στην ελληνική οικονομία.

Η επιχείρηση αφορούσε πρόταση προαιρετικής ανταλλαγής 20 διαφορετικών ομολόγων που είχαν εκδοθεί με την αναδιάρθρωση χρέους το 2012 (PSI) ονομαστικής αξίας 29,7 δισ. ευρώ, με πέντε νέες σειρές 5ετούς, 10ετούς, 15ετούς, 20ετούς και 25ετούς διάρκειας.

Η ανταλλαγή έγινε στην ίδια ονομαστική τιμή, οπότε δεν μπήκε φρέσκο χρήμα στα κρατικά ταμεία, αλλά βελτιώθηκε η εμπορευσιμότητα του ελληνικού χρέους, πράγμα που σημαίνει ότι τα ομόλογα πλέον έχουν τις προδιαγραφές για να αγοράζονται και από μακροχρόνιους θεσμικούς επενδυτές.

Στην ουσία, έγινε ένα “πακετάρισμα” κάθε 4 παλιών “μικρών” εκδόσεων σε μια καινούρια, με μεγαλύτερο όγκο, ενώ είναι ομαλότερη και η κατανομή των αποδόσεων των διαφορετικών εκδόσεων ανάλογα με το χρόνο λήξης, η λεγόμενη καμπύλη επιτοκίων.

Το γεγονός αυτό εξαλείφει ορισμένες τεχνικές δυσκολίες που υπήρχαν για τις αγοραπωλησίες υφιστάμενων ομολόγων αλλά και για την έκδοση νέων.

Τα υφιστάμενα αυτά ομόλογα που εκδόθηκαν με το PSI, αντιπροσωπεύουν σχεδόν το σύνολο του ελληνικού χρέους που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών επενδυτών. Όλο το υπόλοιπο βρίσκεται στα χέρια του λεγόμενου θεσμικού τομέα, ήτοι του ΔΝΤ, των ευρωπαϊκών κρατών, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) καθώς και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία διακρατεί ορισμένα ομόλογα που δεν κουρεύτηκαν το 2012.

Στην ουσία, η  “τακτοποίηση” του χρέους που βρίσκεται σε ιδιωτικά χέρια η οποία έγινε με το swap αποτελεί ένα σήμα προς τους διεθνείς επενδυτές ομολόγων, ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση επιστροφής στην κανονικότητα και ότι προετοιμάζει νέες εκδόσεις.

Το γεγονός ότι το σήμα αυτό έγινε δεκτό με επιτυχία από τους επενδυτές δείχνει ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τα επόμενα βήματα με νέες εκδόσεις ομολόγων.

Το οικονομικό επιτελείο, μάλιστα, σχεδιάζει πλέον νέα έκδοση ομολόγου, πενταετούς διάρκειας ύψους μεταξύ 3 και 5 δισ. ευρώ, αμέσως μετά το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης.

Ο στόχος είναι να γίνουν τέσσερις εκδόσεις ομολόγων μέχρι το καλοκαίρι του 2018, που λήγει το τρίτο πρόγραμμα, έτσι ώστε να έχει δημιουργηθεί μέχρι τότε το απαραίτητο “μαξιλάρι” κεφαλαίων, ύψους περίπου 15 δισ. ευρώ, το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει για να μπορεί η χώρα να απεξαρτηθεί από τη χρηματοδότηση του ESM   και να δανείζεται από την αγορά με εκδόσεις ομολόγων.

Το στόχο αυτό συμμερίζονται και οι δανειστές, οι οποίοι δεν θέλουν να χρειαστεί νέο πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας, αφενός γιατί θέλουν να δείξουν ότι η διαχείριση της κρίσης έγινε με επιτυχία και για τη δική μας χώρα, αλλά και επειδή θα ήταν πολιτικά αδύνατον να εγκριθεί ένα νέο πακέτο στήριξης από όλες τις χώρες.

Το ζήτημα είναι ότι για να επιστρέψει η Ελλάδα σε μια κατάσταση όπου θα μπορεί να δανείζεται από τις αγορές και να ανακυκλώνει με βιώσιμο τρόπο το χρέος, θα πρέπει να έχει προηγηθεί ουσιαστική ελάφρυνση του τελευταίου, με δραστική αναδιάρθρωση, όπως έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει το ΔΝΤ, αλλά και διακεκριμένοι οικονομολόγοι σε όλο τον κόσμο.

Και τούτο διότι χωρίς δραστική ελάφρυνση του χρέους, μπορεί η Ελλάδα να επιστρέψει στις αγορές για κάποια χρόνια, αλλά σε βάθος χρόνου, το πρόβλημα θα εμφανιστεί.

Μπορεί, λοιπόν, σε τεχνικό επίπεδο να γίνονται σημαντικά βήματα, αλλά οι ουσιαστικές αποφάσεις μένει να ληφθούν τους επόμενους μήνες.

Μοιράσου το άρθρο: