Στις 12 Μαΐου, η Μαρία Φαραντούρη θα ανέβει στη σκηνή του φημισμένου Carnegie Hall. Δεν είναι η πρώτη της εμφάνιση στο εμβληματικό του Perelman Stage. Άλλωστε, ανήκει σε εκείνη την σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών, για τις οποίες ανάλογες τιμές είναι κοινές. Ανάμεσα σε πρόβες και εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καταφέραμε να συζητήσουμε για αυτήν την καινούρια, αλλά όχι σπάνια, κορυφή στην καριέρα της.

Πώς ήρθε η πρόσκληση από το Carnegie Hall;
Με επισκέφτηκε εδώ και 2 χρόνια στην Αθήνα ο γνωστός Αμερικανός ιμπρεσάριος Robert Browning και μου έκανε την πρόταση. Ασφαλώς ήταν πολύ τιμητική για μένα και δέχτηκα, αναλογιζόμενη ταυτόχρονα το βάρος που αναλάμβανα να προβάλω στο μεγαλύτερο concert hall της Νέας Υόρκης την σύγχρονη ελληνική δημιουργία στη μουσική και το τραγούδι, με επίκεντρο το έργο του Μίκη Θεοδωράκη.

Παρουσιάζεις τη συναυλία ως ένα φόρο τιμής στην ελληνική ποίηση και σε μερικούς από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες. Για το Carnegie Hall, όμως, η συναυλία είναι ένας φόρος τιμής σε εσένα. Πού διαφέρουν, και πού συγκλίνουν περισσότερο αυτές οι δύο προσεγγίσεις;
Είναι τιμητική ασφαλώς η επιλογή στο πρόσωπο μου και ανάλογο το φορτίο που καλούμαι να σηκώσω σαν ερμηνεύτρια των μεγάλων μουσικών δημιουργών. Αυτό που μας ενώνει είναι η προβολή του σύγχρονου πολιτισμού στο τομέα της μουσικής, της ποίησης και του τραγουδιού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που εμφανίζεσαι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τι διαφορετικές προσδοκίες θα έλεγες πως έχει το κοινό εκεί από κάθε σου εμφάνιση, και τι διαφορετικό περιμένεις και εσύ κάθε φορά από τον εαυτό σου, αλλά και από το κοινό;
Έχω ξαναεμφανιστεί στο Carnegie μαζί με τον Μίκη 24 χρόνια πριν. Από τότε έχω κάνει συναυλίες μόνη μου σε πολλά θέατρα αλλά και σε Πανεπιστήμια στις ΗΠΑ. Μάλιστα σε μια από τις συναυλίες αυτές στην Καλιφόρνια μεταξύ των ακροατών ήταν και ο Charles Lloyd, με τον οποίο γνωρίστηκα και αργότερα συνεργαστήκαμε. Ήταν μεγάλη χαρά για μένα, αλλά και ο Lloyd ενθουσιάστηκε από την ελληνική μουσική κι έτσι πρόεκυψε το CD Athens Concert, με την συναυλία του Ηρωδείου το 2014, που περιέχει και την ελληνική σουίτα, με ελληνικά μοτίβα σε πρώτη εκτέλεση. Με τον Lloyd δώσαμε πολλές συναυλίες στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Σήμερα περιμένω μαζί με το γνωστό και απαιτητικό κοινό του Carnegie, και την παρουσία του ελληνισμού της Νέας Υόρκης. Θα είναι μια υπερηφάνεια για όλους μας, αν μάλιστα σκεφτούμε τους δύσκολους καιρούς που περνά η χώρα μας και την ανάγκη που έχουμε για αυτοπεποίθηση. Η Ελλάδα είναι εδώ, είναι παντού όρθια και δημιουργεί.

Έχεις ζήσει κι εσύ πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Θα έλεγες ότι εκείνη την περίοδο ήσουν μια Ελληνίδα του εξωτερικού, ή μια Ελληνίδα που απλώς έκανε διεθνή καριέρα;
Το «Ελληνίδα» βάλε το διπλό γιατί τραγουδώ πάντα κυρίως στα ελληνικά. Υπήρχαν πολλές προτάσεις κατά καιρούς για μια εμπορική καριέρα με ξένα τραγούδια, αλλά τις αρνήθηκα.

Πώς σε βοηθάει αυτή η εμπειρία μιας διεθνούς ζωής όταν συναντάς σήμερα Έλληνες στις συναυλίες σου εκτός Ελλάδας -όταν θα τους συναντήσεις, για παράδειγμα, στο Carnegie Hall;
Σημασία έχει πως στις συναυλίες μου του εξωτερικού έρχονται κυρίως ξένοι, αυτό σημαίνει ότι είναι τέτοια η δύναμη του ελληνικού τραγουδιού που ξεπέρασε το εμπόδιο της γλώσσας,. Μέσω των συναυλιών μας οι ξένοι αγάπησαν την ελληνική δημιουργία και ασφαλώς οι έλληνες του εξωτερικού αναγνωρίζουν την πατρίδα και συγκινούνται γι αυτό.


Έχεις ταυτιστεί με το πολιτικό τραγούδι, το οποίο δεν χωρά -τουλάχιστον με μια αυστηρή ερμηνεία του όρου- όλα τα τραγούδια σου. Δεν είναι λίγο άδικη αυτή η ταύτιση για τις άλλες πτυχές του ρεπερτορίου σου;

Είναι όντως άδικη, αλλά η Δικτατορία χωρίς να το θέλει με τις απαγορεύσεις της βοήθησε σε αυτό. Το ελληνικό τραγούδι έγινε γνωστό στο εξωτερικό σε συνάρτηση με τον αγώνα μας υπέρ της Δημοκρατίας. Όμως σήμερα μετά 50 χρόνια δείχνει ότι ο κόσμος έξω ανακάλυψε και αγκάλιασε όλες τις πτυχές του ελληνικού τραγουδιού. Η αντοχή του στο χρόνο δείχνει ότι είναι δημιούργημα στέρεων μουσικών βάσεων με στοιχεία κλασσικής, βυζαντινής και λαϊκής μουσικής. Τελικώς επεβλήθη η ποιότητα του τραγουδιού μας, έγινε δεκτό και καταξιώθηκε από την κριτική και το κοινό κι αυτό χάρις στις μελωδίες αλλά και στην ποίηση που μεταφράζεται παντού σε όλα τα προγράμματα.

Υπάρχει περίπτωση να αδικούμε κάποια τραγούδια σήμερα, και να είναι περισσότερο πολιτικά από ό,τι φαίνεται;
Νομίζω ότι γίνεται μια παρεξήγηση, πολιτικό τραγούδι είναι αυτό που επεμβαίνει άμεσα στην πολιτική επικαιρότητα και υπήρχαν τέτοια τραγούδια την πρώτη εκείνη περίοδο. Ο κορμός όμως του εντέχνου τραγουδιού μας είναι κλασικός, τόσο του Μίκη με κύκλους κι ορατόρια, όσο και του Μάνου και αυτό είναι που τα ξεχωρίζει στο διεθνές ρεπερτόριο, πολλοί σύγχρονοι συνθέτες έχουν επηρεαστεί από τις ελληνικές μελωδίες κι αυτό δείχνει τη δύναμη του τραγουδιού μας.

Τι δυσκολίες έχει η ταύτισή σου με την πολιτική τέχνη, ή και με τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη;
Οι δυσκολίες υπήρξαν στους χαλεπούς καιρούς, σήμερα το τραγούδι του Μίκη έχει καθιερωθεί γενικότερα, γιατί εκφράζει την αγάπη για τον άνθρωπο, τη ζωή σε όλες τις πτυχές της, τον έρωτα, τη λύπη, τον καημό, τον αγώνα, την ελπίδα, την Ελλάδα. Η βάση του είναι υπαρξιακή με λυρισμό και δύναμη, γι αυτό και παγκόσμια. Ο Μίκης από την άλλη μεριά εκφράζει τις απόψεις του ελεύθερα, έτσι έκανε πάντα, και πλήρωσε γι αυτό όπως ξέρουμε όλοι μας. Είναι σαν μια πέτρα που πέφτει στη λίμνη και δημιουργεί αναταραχή. Ένα είναι σίγουρο, αγαπά την Ελλάδα από αυτήν εμπνέεται κι αυτή θέλει να συνεχίσει να υπάρχει με μια πνευματική και ιστορική ιδιαιτερότητα στον κόσμο.

Η Έμιλι Ντίκινσον έχει πει ότι η ελπίδα είναι «αυτό το πράγμα με τα φτερά». Με τη σειρά σου, μιλώντας κάποτε για τον Μίκη Θεοδωράκη, έχεις πει κι εσύ ότι τον είχες ανάγκη, ότι ήθελες να έχεις «από πάνω τον άνθρωπο με τα φτερά». Μετά από τόσα χρόνια, βρίσκεσαι ακόμα σε παρόμοια θέση;
Η μουσική του έχει φτερά κι ο ίδιος ασφαλώς ,αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας. Μέσα όμως από το κίνημα του ‘60 με πρωτεργάτες τον Χατζηδάκη και τον Θεοδωράκη, βγήκαν πολλοί νεώτεροι με τη δική τους προσωπική προσφορά. Ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Ξαρχάκος, ο Λοΐζος και άλλοι. Αν προσθέσεις σ’αυτούς τη μουσική παράδοση μας στο Λαϊκό τραγούδι, τότε καταλαβαίνεις ότι ζούμε σε μια χώρα πλούσια σε μουσική δημιουργία και είμαι σίγουρη ότι θα συνεχιστεί και στο μέλλον με νέους τρόπους που θα αντανακλούν τη νέα εποχή και τα επιτεύγματα της. Σήμερα ο κόσμος είναι ενιαίος, ένα χωριό όπως λένε και με την πρόοδο της τεχνολογίας και της πληροφορικής αλληλοεπηρεάζεται όσο ποτέ άλλοτε. Αυτό όμως δεν αφαιρει τίποτα από τη μεγάλη προσφορά των μουσικών μας στο τέλος του εικοστού και της αρχής του 21 αιώνα. Η επιτυχία τους είναι διαχρονική κι έχει χαραχθεί στα κύτταρα του νέου ελληνισμού.

Είναι γνωστός ο διάλογός σου με τον Θεοδωράκη, όταν γνωριστήκατε και σε ρώτησε αν γνωρίζεις ότι έχεις γεννηθεί για να πεις τα τραγούδια του. Εκείνο το «το ξέρω» που του απάντησες χρησιμοποιείται συχνά ως παράδειγμα του χαρακτήρα και των δυο σας. Στο διαδίκτυο, όμως, μπορεί κάποιος να βρει την πρώτη σου συνέντευξη, στον «Ταχυδρόμο», όπου σε ρωτά η δημοσιογράφος αν παίζεις πιάνο, και απαντάς «Ναι, παίζω. Παίρνω μαθήματα πιάνου και φωνητικής μουσικής απ’ τη δευτέρα γυμνασίου. Το Σεπτέμβρη θα πάρω το πτυχίο μου απ’ το Ωδείο. Ξέρεις; Θα το πάρω σε επτά αντί δώδεκα χρόνια πού ’ναι το κανονικό.» Αυτή η απάντηση δείχνει τη δωρικότητα και την αυτοπεποίθησή σου ακόμα καλύτερα, δεν νομίζεις;
Ναι, ήμουν σίγουρη για τον εαυτό μου, είχα συνδέσει τη ζωή με την μουσική και το τραγούδι, είναι αυτό που λέω στα νέα παιδιά, η τέχνη θέλει δουλειά καθημερινή και αφιέρωση, δεν συγχωρεί απιστίες η αδιαφορία, είναι απαιτητική. Μετά από τόσα χρόνια δεν έχω αλλάξει, η εμπειρία μου επιβεβαιώνει αυτή την ανάγκη. Είχα την τύχη να έχω δασκάλα την περίφημη Έλλη Νικολαίδου που ήταν εξαιρετική και αυστηρότατη. Η Νικολαίδου μού μετέδωσε τη σημασία της συνεχούς άσκησης, την οποία συνεχίζω μέχρι σήμερα, λες και είμαι στην αρχή της καριέρας μου.


Κάτι το ρεπερτόριο, κάτι η συχνή, αν όχι και στερεοτυπική, αναφορά στον «επικό» χαρακτήρα της φωνής σου -η δημόσιας εικόνα σου τραβάει την προσοχή μακριά και από παρομοίως δημόσιες ευαισθησίες. Για παράδειγμα, μιλάς για τα παιδικά σου χρόνια, και γεμίζει ο λόγος σου με υποκοριστικά. Εκεί βρίσκονται οι ευαισθησίες σου; Πού αλλού;

Οι ευαισθησίες μου ήταν, και είναι πάντα στραμμένες στους ανθρώπους που αγαπώ και τις εκφράζω στην παρέα μαζί τους. Βέβαια και στο περιεχόμενο των τραγουδιών μου, και το τονίζω αυτό, για να ερμηνεύσω ένα τραγούδι πρέπει να με αγγίξει βαθιά. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι το τραγούδι που ερμήνευσα είναι μακριά από τις ευαισθησίες μου. Παραδείγματος χάριν, το Άσμα Ασμάτων, όταν αντιπαραθέτει τον έρωτα με τον ανατριχιαστικά βίαιο θάνατο, αυτό δεν αποτελεί ύψιστη ευαισθησία για την τέχνη; Το ίδιο συμβαίνει με τις υπαρξιακές έννοιες της υψηλής ποίησης από τον Σεφέρη, μέχρι τον Ρίτσο, από τον Ελύτη μέχρι τον Αναγνωστάκη και τον Λειβαδίτη.


Σου αποδίδεται συχνά ο χαρακτηρισμός «Τζόαν Μπάεζ» της Μεσογείου, ο οποίος παρουσιάζεται λες και συνδέει δύο άσχετους όρους. Όμως έχετε συναντηθεί με την Μπάεζ, και όχι μόνο μια φορά. Έτσι δεν είναι;

Βεβαίως και έχουμε συναντηθεί σε συναυλίες της στο Παρίσι, αλλά και στην Αθήνα, έχει τραγουδήσει την Μπαλάντα του Μάουτχαουζεν, Άσμα Ασμάτων στα ελληνικά, κι εγώ επίσης δικά της τραγούδια, σε προσωπικές μου συναυλίες. Θα έλεγα επίσης ότι εκφράσαμε το πνεύμα ελευθερίας και χειραφέτησης της εποχής μας με τον ίδιο τρόπο, άρα είμαστε τόσο μακριά και τόσο κοντά ταυτόχρονα.

Φιντέλ Κάστρο, Πικάσο, Beatles, Γιόκο Όνο. Είναι μάταιο να ψάξουμε όλα τα ονόματα των ανθρώπων που έχεις γνωρίσει μέσα από την τέχνη σου, και που είναι τόσο εντυπωσιακά για εμάς. Ποιο ήταν το πιο εντυπωσιακό για εσένα;
Δύσκολο ερώτημα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω και να συγκρίνω σε ποια κλίμακα αξίων συναντηθήκαμε μαζί τους μέσα από τη δράση και την τέχνη μας. Κάθε συνάντηση είχε την δική της ομορφιά. Αυτά ήρθαν εκ του φυσικού στο δρόμο μας, ο ίδιος ο συμβολισμός των τραγουδιών μας, τα νοήματα, οι ιδέες αλλά και η μουσική μας, διευκόλυναν τις συναντήσεις μ’αυτές τις εξαιρετικές προσωπικότητες. Αγαπώ όμως να θυμάμαι τους ομότεχνους που μέσα από τη συνεργασία γίναμε φίλοι όπως τον μεγάλο κιθαρίστα Τζων Γουίλλιαμς, την περίφημη Μερσέντες Σόσσα και πιο πρόσφατα τον Τσαρλς Λόυντ. Με εντυπωσίασε και η συνάντηση μου με τους Beatles στο Apple studio, τον Τζων Λένον. Από τους πολιτικούς μου άρεσε ο Μιτεράν γιατί εκτός από πολιτικός ήταν απλός και πνευματικός άνθρωπος, αγαπούσε τις τέχνες και την Ελλάδα.

Είναι σαφές ότι ως καλλιτέχνης είσαι μέρος της ελληνικής ιστορίας, και μάλιστα μιας διάστασής της που ξεπερνάει το καλλιτεχνικό στοιχείο. Πότε αισθάνθηκες για πρώτη φορά ότι έχεις κατακτήσει μια θέση εκεί; Και το ρωτάω γνωρίζοντας ότι το κορίτσι που περηφανεύτηκε ότι τελειώνει τις μουσικές σπουδές του 5 χρόνια νωρίτερα από το κανονικό, δεν θα αφεθεί σε υπεκφυγές.
Το αν είσαι κομμάτι της Ιστορίας δεν το σκέπτεσαι εκ των προτέρων και μάλλον δεν το σκέπτεσαι ποτέ, εγώ τουλάχιστον. Όταν επιλέγεις κάθε φορά τα βήματα σου, όταν τραγουδάς την εποχή σου δεν προεξοφλείς τη σχέση σου με την Ιστορία. Όταν ο Μίκης με προέτρεψε να φύγω στο εξωτερικό γιατί δεν θα μου επιτρεπόταν στη συνέχεια να τραγουδώ στην Ελλάδα λόγω στρατιωτικών απαγορεύσεων, η σκέψη μου δεν ήταν πως θα καταχωρηθώ στην Ιστορία μετά από χρόνια, αλλά τι έπρεπε, τι όφειλα να πράξω εκείνη τη στιγμή. Τώρα φαίνεται ότι ήταν μια «ιστορική «απόφαση που τότε δεν τις δίναμε τέτοια διάσταση, κάθε άλλο μάλιστα, τόσο δραματικά δύσκολα που ήταν τα πράγματα στη αρχή τουλάχιστον.

Αν αύριο αποφάσιζες ότι σταματάς να τραγουδάς, ποια περιγραφή της καριέρας σου θα ήταν η πιο ανθεκτική στον χρόνο;
Δεν το σκέπτομαι καν, μου φτάνει ότι άντεξα να ανέβω το βουνό και το σπουδαιότερο ότι ακόμα το ανεβαίνω.

Τι απασχολεί την σκέψη σου περισσότερο: Μία παράγραφος που θα γραφτεί μετά από 50 χρόνια για την συμβολή σου στην τέχνη, ή μια ολοσέλιδη κριτική στην εφημερίδα μετά από την επόμενη συναυλία σου;
Δεν με απασχολεί τι θα γραφτεί όταν θα λείπω και μια αναφορά θα μου έφτανε. Αντίθετα με ενδιαφέρει το τώρα, κάθε παράσταση, γιατί δεν είναι όλες ίδιες, η κάθε μια έχει και τις δικές της απαιτήσεις, κάθε ερμηνεία, κάθε φορά πρέπει να είμαι στο ύψος της τέχνης μου και του κοινού που με ακούει. Αυτό με ενδιαφέρει.

Η Μαρία Φαραντούρη θα εμφανιστεί στο Carnegie Hall πλαισιωμένη από τους μουσικούς Αχιλλέα Γουάστορ (μουσική διεύθυνση, πιάνο), David Lynch (σαξόφωνο, φλάουτο), Ηρακλή Ζάκα (μπουζούκι, μαντολίνο), Αλέξανδρο Μποτίνι (τσέλο), Πέτρο Κλαμπάνη (μπάσσο), Χρίστο Ραφαηλίδη (βιμπράφωνο), Engin Kaan Gunaydin (κρουστά), και από την χορωδία του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Τριάδας, υπό τη διεύθυνση της Evey Simon.

*Η συνέντευξη της Μαρίας Φαραντούρη στην Ολυμπία Καράγιωργα για τον Ταχυδρόμο, το 1966, μπορεί να βρεθεί εδώ, αναρτημένη από τον Βαγγέλη Αρναουτάκη.

Μοιράσου το άρθρο: