Οι πιο ευέλικτες μορφές απασχόλησης δεν είναι αρκετές για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε μαζική κλίμακα για μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά απαιτείται επίσης η απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών αναφέρει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του για την ελληνική οικονομία.

Το δελτίο αναφέρει ότι παρά τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, οι προσδοκίες των επιχειρήσεων παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, ενώ τα νοικοκυριά εξακολουθούν να εκφράζουν απαισιοδοξία όσον αφορά κυρίως στην οικονομική τους κατάσταση και την εξέλιξη της ανεργίας, τονίζει.

Πιο αναλυτικά, η ανακοίνωση του ΣΕΒ τονίζει:

Τα τελευταία χρόνια έγινε συντονισμένη προσπάθεια να δημιουργηθεί και στην Ελλάδα μία πιο ευέλικτη αγορά εργασίας, με στόχο να αμβλυνθούν οι αρνητικές, στην απασχόληση, επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας που εφαρμόσθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος προσαρμογής. Ήδη η χώρα διαθέτει ένα πλαίσιο εργασιακών σχέσεων παρόμοιο με άλλων ευρωπαϊκών χωρών και, ως αποτέλεσμα, η ανεργία φαίνεται ότι υποχωρεί ή έχει τουλάχιστον σταματήσει να αυξάνεται.

Όμως, η βελτίωση των κανόνων της αγοράς εργασίας δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει μαζικά νέες θέσεις εργασίας και να αυξήσει με διατηρήσιμο τρόπο τα εισοδήματα. Αυτό που ακόμη παραμένει ζητούμενο είναι η απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα και θα έδινε στην οικονομία την αναπτυξιακή ώθηση που χρειάζεται για την ταχύτερη απορρόφηση της υψηλής ανεργίας, καθώς και τη συμπίεση των φαινομένων αδήλωτης και απλήρωτης εργασίας.

Η μέχρι σήμερα πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις που τελικά απελευθερώνουν τις αναπτυξιακές δυνάμεις της χώρας δυστυχώς δεν είναι αρκετή για να καλυφθεί η μεγάλη απόσταση που μας χωρίζει από τις ανοιχτές και δυναμικές οικονομίες που συνδυάζουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, υψηλή απασχόληση, αποτελεσματικό κράτος και καλούς θεσμούς. Έτσι, η χώρα μας στερείται τη σημαντική αναπτυξιακή δυναμική που θα της έδινε η εκλογίκευση του ρυθμιστικού πλαισίου της αγοράς εργασίας αν συνοδευόταν από αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις και στους υπόλοιπους τομείς.

Συνεπώς είναι ανεδαφικό να επιδιώκουμε την επαναφορά στο προ του 2009 ρυθμιστικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας, το οποίο κατά την προσφιλή ελληνική πρακτική ήταν υπερρυθμισμένο, ενώ ταυτόχρονα συντηρούσε την υψηλή ανεργία νέων και γυναικών, την αδήλωτη εργασία και την εισφοροδιαφυγή. Η «ζούγκλα» στην αγορά εργασίας δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο και σίγουρα δεν αφορά τη λειτουργία των οργανωμένων επιχειρήσεων.

Γι’ αυτό οιαδήποτε προσπάθεια για την επαναφορά των στρεβλώσεων στην αγορά εργασίας θα είναι αντιπαραγωγική και θα χειροτερεύει τις προοπτικές για την απασχόληση. Από την άλλη πλευρά, χωρίς εντατικοποίηση των προσπαθειών για την πραγματική απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, οι ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας από μόνες τους δεν πρόκειται να φέρουν ουσιαστική καλυτέρευση και θα διατηρηθούν τα κοινωνικά αδιέξοδα, που προκαλεί η υψηλή ανεργία.

Μοιράσου το άρθρο: