Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Η απόφαση του Eurogroup σχετικά με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος, δείχνει ότι η Ευρωζώνη για πολλοστή φορά, δίνει μια προσωρινή λύση και παραπέμπει την ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος σε επόμενο χρόνο, στα μέσα του 2018.
Τα συγκεκριμένα μέτρα που αποφασίστηκαν είναι τα πιο «γενναιόδωρα» που θα μπορούσαν να ληφθούν στο βραχυχρόνιο πλαίσιο και, παρόλο που ασφαλώς δεν λύνουν το ζήτημα του ελληνικού χρέους, βελτιώνουν σημαντικά την εικόνα και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να βελτιωθούν οι συνθήκες ρευστότητας στην ελληνική αγορά, μέσω της ένταξης στην ποσοτική χαλάρωση, να αρθούν σταδιακά τα capital controls και η χώρα να επανέλθει στις αγορές μέσα στο 2017, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν θα ανατραπούν οι συνθήκες στο εσωτερικό ή στο διεθνές περιβάλλον.
Είναι επομένως ένας παράγοντας που θα συμβάλει στη σταθεροποίηση του οικονομικού περιβάλλοντος και στην επαναφορά της οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης.

Οι οριστικές αποφάσεις για το χρέος, όμως, αναβάλλονται λόγω των αντιρρήσεων της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία δεν θέλει να κάνει παραχωρήσεις απέναντι στην Ελλάδα, φοβούμενη το πολιτικό κόστος που θα εισπράξει εν όψει των εθνικών εκλογών το φθινόπωρο του 2017.
Όμως, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από την πλευρά, του επιμένει ότι εάν δεν προσδιοριστούν από τώρα τα μεσοπρόθεσμα μέτρα, το χρέος δεν καθίσταται «βιώσιμο» και ως εκ τούτου ο κρατικός προϋπολογισμός της Ελλάδας θα πρέπει να εξοικονομεί ετησίως πλεόνασμα που αντιστοιχεί στο 3,5% του ΑΕΠ προτού υπολογιστούν οι δαπάνες για τόκους, σε κάθε περίπτωση δηλαδή περισσότερα από 6 δισ. ευρώ.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί μεγάλη πίεση στην ελληνική οικονομία, αφού σημαίνει ότι θα υπάρχει η απαίτηση για υψηλή φορολογία και περιορισμένες δαπάνες και μετά το μετά το 2018 που λήγει το τρέχον πρόγραμμα.

Εάν μάλιστα, υπάρξει ένας «κόφτης Νο2», όπως συζητείται, ο οποίος θα ενεργοποιείται αυτόματα, μειώνοντας τη δαπάνη για τις συντάξεις ή το αφορολόγητο ποσό σε περίπτωση που ο στόχος για το πλεόνασμα δεν επιτυγχάνεται, η οικονομική πολιτική θα παραμείνει υπό πίεση και έλεγχο δημιουργώντας και τις ανάλογες πολιτικές παρενέργειες.

Στην πραγματικότητα, η όλη συζήτηση για τα πλεονάσματα και το χρέος είναι σε κάποιο βαθμό και ολίγον θεωρητική, αφού στα μέσα του 2018 όλα τα δεδομένα θα επενεξεταστούν καθώς τη στιγμή εκείνη θα συζητηθούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, τα οποία θα αλλάξουν ριζικά την εικόνα και ενδεχομένως θα αφήσουν ένα περιθώριο για για να ξανασυζητηθεί και το ζήτημα των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Η απόφαση του Eurogroup προσδιορίζει από τώρα ότι τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που είναι και τα ουσιαστικά θα συζητηθούν στα μέσα του 2018 με βάση την Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους (Debt Sustainability Analysis – DSA) που θα πραγματοποιήσει τη στιγμή εκείνη το ΔΝΤ.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωζώνη δεσμεύεται πολιτικά να υιοθετήσει τις απαιτήσεις του ΔΝΤ και πιθανότατα να προχωρήσει σε δραστική αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά το 2018 και όχι από τώρα και τούτο για να μη βρεθεί σε δύσκολη θέση η σημερινή γερμανική κυβέρνηση.
Έτσι, η δέσμευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα παραμένει, δημιουργώντας πίεση στην ελληνική κυβέρνηση και αφήνοντας να αιωρείται ένας παράγων αβεβαιότητας για τις δημοσιονομικές συνθήκες στη χώρα μας μετά το 2018.
Εκτός και εάν κάτι αλλάξει μέχρι τον επόμενο Ιανουάριο που θα ληφθούν οι σχετικές αποφάσεις στο Eurogroup.

Τα βραχυχρόνια μέτρα αφορούν στην μικρή επιμήκυνση (από τα 28 στα 32,5 έτη) για ένα μέρος των δανείων που πήρε η Ελλάδα το 2012 από τον EFSF για το PSI, τα οποία αποτελούν ένα μέρος του συνολικού χρέους, καθώς και τη μετατροπή των δανείων σε σταθερό επιτόκιο, από κυμαινόμενο που είναι σήμερα, κάτι που θα ελαφρύνει σημαντικά την αποπληρωμή όταν τα επιτόκια ανέβουν διεθνώς, όπως αναμένεται να συμβεί. Επίσης ακυρώνεται η αρχική πρόβλεψη για προσαύξηση των επιτοκίων στα δάνεια αυτά κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που θα συζητηθούν το 2018 αφορούν στην επιμήκυνση του συνόλου των δανείων και της περιόδου χάριτος για την πληρωμή τόκων και κεφαλαίου, καθώς και την επιστροφή των κερδών που είχαν από τα ελληνικά ομόλογα η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης.

Μοιράσου το άρθρο: