ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ,

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Η χελώνα της Αφροδίτης» είναι ιστορικό μυθιστόρημα που τοποθετείται στην ταραγμένη εποχή λίγο πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Βασικό πρόσωπο ο γλύπτης Φειδίας που καταγγέλλεται για υπεξαίρεση χρυσού από το χρυσάφι που του δόθηκε για την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς Προμάχου. Από τη συγκεκριμένη εναντίον του κατηγορία ο απαράμιλλος γλύπτης θα απαλλαγεί. Σε βάρος του ωστόσο είχε διατυπωθεί και η κατηγορία της ασέβειας, καθώς, όπως μαρτυρούσαν είχε αποτυπώσει τον Περικλή και τον εαυτό του σε δύο από τα πρόσωπα της Αμαζονομαχίας φιλοτεχνημένα στην ασπίδα της θεάς. Έτσι ο Φειδίας φυλακίζεται ως ασεβής, αργότερα όμως φυγαδεύεται στην Ήλιδα, όπου θα ζήσει μέχρι το τέλος του βίου του και θα φιλοτεχνήσει το περίφημο άγαλμα του Διός στην Ολυμπία.

Περιεχόμενο

Στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου ο αναγνώστης παρακολουθεί τη ζωή του γλύπτη Φειδία στην Αθήνα και στη συνέχεια στην Ήλιδα. Τον μεγάλο καλλιτέχνη συνόδευσε στον τόπο της εξορίας του η εταίρα Μυρτάλη, από την Πριήνη της Ιωνίας, η οποία ζούσε στην οικία της Ασπασίας και του Περικλή (όπου και γνώρισε τον Φειδία). Παρακολουθεί επίσης ο αναγνώστης τη ζωή του Φειδία και της Μυρτάλης στην Ήλιδα, καθώς και τις αφηγήσεις του γλύπτη προς την εταίρα, μέσα από τις οποίες ζωντανεύει μια λαμπρή και ένδοξη εποχή για την πόλη που γέννησε τη δημοκρατία.

Στην Ήλιδα ο Φειδίας θα φιλοτεχνήσει το λαμπρό άγαλμα του Διός, ο οποίος εμφανίστηκε σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια στο ενύπνιό του και παράλληλα θα εμπνευστεί για την κατασκευή του αγάλματος της Αφροδίτης που πατά πάνω σε μια χελώνα, άγαλμα που δημιουργήθηκε με πρότυπο το πανέμορφο πρόσωπο και το αγαλματένιο κορμί της εταίρας Μυρτάλης. Μετά τον θάνατο του γλύπτη η Μυρτάλη (η οποία κυοφορούσε το παιδί του Φειδία) θα επιστρέψει στην Αθήνα συνοδευόμενη από τον ζωγράφο Πάναινο, ανεψιό του Φειδία και θα καταλύσει στον Πειραιά, στο πλούσιο σπίτι κάποιου μέτοικου, του Κράτη, όπου θα της παρασχεθεί κάθε φροντίδα. Εκεί θα φέρει στον κόσμο τη μικρή Χάρι, την κόρη του Φειδία.

Ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει την εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων με εστίαση την πόλη της Αθήνας και τα όσα εκεί διαδραματίστηκαν. Θα μεταφερθεί στις συνελεύσεις του Δήμου, στο θέατρο, στην Αγορά, στα κουρεία, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες και συζητούσαν για τα τεκταινόμενα. Θα παρακολουθήσει τον επιτάφιο λόγο του Περικλή προς τιμήν των πρώτων νεκρών του πολέμου, θα ζήσει την αγωνία της αθηναϊκής κοινωνίας όταν βρέθηκε παγιδευμένη στον φοβερό λοιμό και θα βιώσει τις δραματικές στιγμές του θανάτου του «πρώτου ανδρός» της πόλης, ο οποίος υπέκυψε στη φοβερή επιδημία αφήνοντας την ηγερία του, την αγαπημένη του Ασπασία τη Μιλησία σε πλήρη απόγνωση.

Η εικοσιεπτάχρονη ωστόσο εμφύλια διαμάχη μεταξύ της ηγεμονίας των Αθηναίων και αυτής των Σπαρτιατών σημαδεύτηκε από τη φιλοδοξία του Αλκιβιάδη, του ανθρώπου που υπήρξε ωραίος, πλούσιος, αριστοκράτης, ολυμπιονίκης και μαθητής του Σωκράτη. Η ιστορία του ζωντανεύει (εν μέρει) στις σελίδες του βιβλίου, καθώς ο Αλκιβιάδης θα συνδεθεί με το (επινοημένο) γεγονός της κλοπής του αγάλματος της Αφροδίτης με τη χελώνα μέσα από το ναό της στην Ήλιδα.

Αρχαίο θέατρο Ήλιδας

Ιστορία και μυθοπλασία

Τα ιστορικά γεγονότα περιγράφονται σχεδόν αυτούσια μέσα από τις ιστορικές πηγές. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η μυθοπλασία δεν διεκδικεί στο βιβλίο ένα διόλου ευκαταφρόνητο μερίδιο.

Το άγαλμα
Το άγαλμα του Φειδία κατά μαρτυρία του Παυσανία βρισκόταν στον ναό της Ουρανίας Αφροδίτης στην Ήλιδα. Σε αυτό η Αφροδίτη παριστανόταν να ξεκουράζει το πόδι της πάνω στο κέλυφος μιας χελώνας.
Ο συμβολισμός παραπέμπει στο χρέος των γυναικών της αρχαιότητας να παραμένουν στο σπίτι, οι μεν παρθένες φρουρούμενες, όπως η χελώνα φρουρείται από το κέλυφός της, οι δε παντρεμένες υποταγμένες στη φροντίδα του σπιτιού και της ανατροφής των παιδιών.
Για το άγαλμα του Φειδία ποζάρει η εταίρα Μυρτάλη από την Πριήνη της Ιωνικής Δωδεκάπολης, πρόσωπο επινοημένο, η οποία έφτασε στην Αθήνα λίγα χρόνια μετά την άφιξη της Ασπασίας της Μιλησίας, ηγερίας του Περικλή. Η σχέση της Μυρτάλης με τον διάσημο γλύπτη αποτελεί επίσης επινόηση, η ζωή της ωστόσο, όπως και αυτή των ηρώων του βιβλίου υπακούει πιστά στο πνεύμα μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, όπου στην κλασική Αθήνα ξεχωριστή θέση κατείχαν οι εταίρες, γυναίκες μυθικής ομορφιάς και γοητείας.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Ο Φειδίας και η Μυρτάλη παίρνουν το δρόμο της Σιωπής. Είναι ο δρόμος που ξεκινά από το Γυμναστήριο της Ήλιδας, περνάει από το ιερό της Άρτεμης Φιλομείρακος, προστάτιδας των νέων, και φτάνει στα λουτρά. Βαδίζουν ο ένας δίπλα στον άλλο στο μήκος του τοίχου που περιφράσσει το παλιό γυμναστήριο ανάμεσα στα πλατάνια. Δεν μιλούν σαν να έγιναν κι αυτοί ξαφνικά κατάσκοποι του παλιού εκείνου βασιλιά των Αιτωλών που, όπως λέει η παράδοση, ίδρυσε το κράτος της Ήλιδας.
Το γαλάζιο ελληνικό φως, πανομοιότυπο με το γαλάζιο των ματιών της, ξεθώριαζε τον κατάφυτο χωματόδρομο ανάμεσα στα πλατάνια κι έκανε τον γλύπτη να μετράει την αντοχή του στην ομορφιά. Η Μυρτάλη ήταν γυναίκα πανέμορφη, σχεδόν ονειρική, πλασμένη από ύλη άσπιλη. Ο Φειδίας θεωρούσε δώρο θεϊκό αυτή την ομορφιά που μόνο ο ίδιος είχε την τύχη να απολαμβάνει. Χαιρόταν επίσης το γερό, εύστροφο μυαλό της όταν παρακολουθούσε τις αφηγήσεις του, με τις οποίες ο γλύπτης την μυούσε στην αλήθεια πραγμάτων και καταστάσεων.
Με τέτοιες σκέψεις στο μυαλό του κατηφόριζε μαζί της προς το ρυάκι, του οποίου ο παφλασμός συνόδευε τα βήματά τους. Όσο πλησίαζαν το κελάρυσμα του νερού γινόταν μελωδικότερο. Η Μυρτάλη άνοιξε το βήμα της σαν παρακινημένη από ένστικτο, σε λίγο τα ξανθά της μαλλιά αφέθηκαν στα παιχνιδίσματα των ηλιαχτίδων. Ο γλύπτης παρατηρούσε έκθαμβος την ταχύτητα του παιχνιδιού αυτού, τον ήχο του νερού που παίζει με τη ξανθή θάλασσα των μαλλιών καθώς μπλέκονται με τις ηλιαχτίδες. Ασκημένος στην παγίδευση της ανθρώπινης μορφής διαπίστωνε την αδυναμία του να απομονώσει μέσα σε τέτοια ταχύτητα ένα κινούμενο ανθρώπινο σώμα.
Ώσπου ξαφνικά προστίθεται στην εικόνα μια αργοκίνητη χελώνα. Το βλέμμα του την απομονώνει στο έδαφος να λικνίζεται αργά στους δικούς της ρυθμούς αδιάφορη για τα παιχνιδίσματα του φωτός με το χρυσό των μαλλιών του κοριτσιού. Η Μυρτάλη αγνοούσε προς το παρόν την ύπαρξη του ζώου που κουβαλούσε τον οστέινο θώρακά του, η χελώνα αγνοούσε τη σπάνια μοίρα που της επιφυλασσόταν. Ο Φειδίας τις πλησίασε προσεκτικά. Συνεπαρμένος από την έμπνευση που γεννήθηκε την ίδια στιγμή στο μυαλό του έσκυψε στο έδαφος και κράτησε απαλά στα χέρια του το ζώο που αμύνθηκε άμεσα μαζεύοντας τα τέσσερα μικρά του πόδια και το κεφάλι κάτω από το γκριζόμαυρο καβούκι του με τις κίτρινες ανταύγειες. Σε λίγο ακολουθούσε υπομονετικά το δρόμο της αιχμαλωσίας που θα τέλειωνε στην αθανασία.
Το ζευγάρι επέστρεψε πάλι στο δρόμο της Σιωπής. Η Μυρτάλη παρατηρούσε περίεργη το Φειδία που περπατούσε με μικρά βήματα, στα χέρια του πάντα η χελώνα, το καύκαλό της μεγαλύτερο από τις δυο παλάμες του, τι να σχεδίαζε άραγε ο γλύπτης για τη μαγική σμίλη του, αναρωτιόταν μα δεν τολμούσε να ρωτήσει.
Κι αν αυτό το ζώο που αναπαυόταν τώρα στα χέρια του γλύπτη ήταν ένας κακός οιωνός;
Είχε ακούσει για το θάνατο του μεγάλου ποιητή, του Αισχύλου που χάθηκε στην πόλη Γέλα της μακρινής Σικελίας από το χτύπημα μιας αιχμαλωτισμένης χελώνας. Ένας γυπαετός κρατούσε στα νύχια του το θήραμά του, μια χελώνα, κι έψαχνε να βρει μια πέτρα να τη ρίξει για να σπάσει το καύκαλό της και να απολαύσει τη λεία του. Από μακριά πήρε για πέτρα το καραφλό κεφάλι του ποιητή… Μ’ αυτόν τον τρόπο επαληθεύτηκε ο χρησμός του Μαντείου πως ο ποιητής Αισχύλος θα πεθάνει από «ουράνιον βέλος».
Ο Φειδίας διέκρινε στα μάτια της Μυρτάλης μια σκιά φόβου και την αγκάλιασε απαλά. Σταμάτησαν για λίγο κάτω από ένα σκιερό πλατάνι. Και τότε έμαθε η Μυρτάλη από το στόμα του μεγάλου γλύπτη ότι η τέχνη που κατοικεί μέσα σ’ όλες τις πατρίδες, άλλοτε τρέφεται από τη θλίψη μιας στιγμής, άλλοτε μετεωρίζεται και πάντα εξιλεώνει. Ένα είναι βέβαιο: ο καλλιτέχνης-δημιουργός δεν φοβάται τα οράματά του, ούτε τρέμει μπροστά στην ίδια του την όραση, όταν του τα εμφανίζει. Να μη φοβάται λοιπόν η Μυρτάλη το όραμα της απεικόνισής της όπως το παρουσίασε η όραση του γλύπτη. Ήταν ταγμένη γι’ αυτό, επειδή η γλυπτική χρειάζεται τον πόθο ενός άντρα. Όσο για τη χελώνα, εκείνη έφτασε την κατάλληλη στιγμή.

Από τότε και για δυο ολόκληρους μήνες μόλις ζέσταινε η μέρα η Μυρτάλη ακινητοποιούταν μπροστά στο φως του ήλιου που πολλές φορές την τύφλωνε, αλλά δεν έδινε σημασία γιατί έπρεπε να αντέξει. Το ίδιο και η χελώνα που ζούσε πια μαζί τους και τρελαινόταν να λιάζεται περιχαρής κάτω από το λεπτό πέλμα του γυναικείου ποδιού που ακουμπούσε ελαφρά το καύκαλό της. Γυναίκα και χελώνα θαρρείς και ήταν συνεννοημένες από τα πριν, στέκονταν ακίνητες μέσα στο λαμπρό φως, η γυναίκα είχε πάρει κιόλας το ρόλο της θεάς, η χελώνα έγινε μεμιάς το σύμβολο του χρέους της γυναίκας. Η παντρεμένη στο σπίτι της, κλεισμένη στον γυναικωνίτη και απασχολημένη με την ανατροφή των παιδιών, η παρθένα φρουρούμενη επίσης στο σπίτι σαν τη χελώνα που φρουρείται από το κέλυφός της. Σιγά- σιγά το άγαλμα έπαιρνε τη μορφή που του έδινε ο γλύπτης υπακούοντας στο όραμα που εμφανίστηκε στους οφθαλμούς του περνώντας το δρόμο της Σιωπής. Η Ουράνια Αφροδίτη που πατά με το αριστερό πόδι της πάνω σε μια χελώνα ήταν ολόκληρη ντυμένη με πολύτιμο υλικό, ρούχα από χρυσάφι, δέρμα από ελεφαντόδοντο και μάτια καμωμένα από ζωγραφιστά πετράδια. Ο γλύπτης την έπλασε γυναίκα στις ίδιες διαστάσεις της γυναίκας που επέλεξε για μοντέλο του κι ήταν τόσο πιστή η απεικόνιση που δεν την ξεχώριζες από ανθρώπινο πλάσμα.

Νένα Κοκκινάκη


Το ιστορικό μυθιστόρημα της Νένας Κοκκινάκη Η χελώνα της Αφροδίτης κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη (σελ.: 256, τιμή: 13,78 €).

Μακέτα, έργο εξωφύλλου: Θάνος Γκιώνης

Η Νένα Κοκκινάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η Κρήτη και η Θεσσαλία, τόποι καταγωγής της, έγιναν οι ρίζες που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και την έμπνευσή της. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Πήρε πτυχίο μεταφραστού γαλλικής γλώσσας από το Γαλλικό Ινστιτούτο (Diplôme spécial de Traducteur) και εργάστηκε ως μεταφράστρια γαλλικής γλώσσας στο ΥΠ.ΕΞ. για μία διετία. Στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης υποστήριξε μεταπτυχιακή εργασία με θέμα: Το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη και οι Προσανατολισμοί του Οδυσσέα Ελύτη: μια παράλληλη ανάγνωση. Εκπόνησε διδακτορική εργασία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με θέμα: Η αντινομία του ήθους και του ύφους στο έργο του Μ. Καραγάτση. Υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση ως Φιλόλογος Καθηγήτρια, ως Διευθύντρια Πειραματικού Λυκείου, ως διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ως Σύμβουλος Φιλολόγων Καθηγητών. Το 2005 τοποθετήθηκε στην Ελληνική Πρεσβεία στο Παρίσι ως Συντονίστρια Εκπαίδευσης. Δίδαξε στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών (ULB) Νέα ελληνική λογοτεχνία και Ιστορία της Νέας ελληνικής Λογοτεχνίας. Το πεζογραφικό της έργο περιλαμβάνει μυθιστορήματα, νουβέλες, μελετήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1990 με το πεζογράφημα Η χάρτινη γυναίκα (εκδ. Δόμος). Για τη μυθιστορηματική βιογραφία με τίτλο Πηνελόπη Δέλτα. Η ζωή της σαν παραμύθι (εκδ. Άγκυρα, 2007) έλαβε το Κρατικό Βραβείο βιβλίου γνώσεων για παιδιά (2008).
Κριτικά κείμενα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε έγκριτες εφημερίδες και περιοδικά.

Μοιράσου το άρθρο: