ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

ΤΡΕΙΣ ΚΟΙΝΟΙ ΤΟΠΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ:

Είθισται το έργο των δημιουργών, είτε αυτοί είναι λογοτέχνες είτε θεραπεύουν μια από τις άλλες καλές τέχνες, να κατατάσσεται πρώτα σε περιόδους κι έπειτα σε σχολές. Αυτό γίνεται συνήθως με την πρόταξη, πριν από το όνομα του δημιουργού, ενός επιθετικού προσδιορισμού.
Όλοι όμως οι επιθετικοί προσδιορισμοί και όλα τα κοσμητικά επίθετα που προτάσσουν οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας πριν από το όνομα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, δεν φτάνουν για να τον χωρέσουν.

1
Έντγκαρ Άλαν Πόε
ή
Περί Κατατάξεως

Η λογοτεχνική σχολή που πολέμησε με μεγαλύτερο πάθος από οιαδήποτε άλλη για να  κάνει δικό της τον Έντγκαρ Άλαν Πόε ήταν ο Συμβολισμός, με πρωτοπαλίκαρά του τον Μπωντλαίρ και τον Βαλερύ.

Ο Συμβολισμός, σαν κάθετη αντίδραση και πολέμιος του Νατουραλισμού, που αντιλαμβάνονταν το είναι ως διάνοια και όχι ως μια ακατέργαστη διαδοχή συναισθηματικών συμβάντων, έδειξε ότι, πίσω από το φαίνεσθαι της καθημερινότητας, κρυβόταν ένα άλλο είναι, πεμπτουσιακό στην υφή του, που εξέπεμπε μυστήριο, μαγεία και ποίηση. Μια τέτοια αντίληψη μετατρέπει την τέχνη από έκφραση, σε πρωταρχικό τρόπο και όχημα κατανόησης του κόσμου. Με άλλα λόγια, ο Συμβολισμός αναγκάζει την τέχνη να υπερβεί τον εαυτό της και από τέχνη να γίνει φιλοσοφία.

Η μεταφυσική και η φιλοσοφούσα διάθεση που διαπερνά το έργο του Πόε, στοιχεία που στην ουσία τους είναι μια ρωμαλέα, αλλά ζοφερή, σπουδή θανάτου, τον φέρνουν πολύ κοντά στους συμβολιστές, επειδή η φιλοσοφική τέχνη του, είναι έξοχα συνταιριασμένη με την υψιπετή ποίηση.

Αν είμαστε, όπως λέει ο Σαίξπηρ, «πλασμένοι από την ύλη που είναι καμωμένα τα όνειρα», και αν «όλη μας τη ζωή την περιχαρακώνει ο ύπνος» [θάνατος], τότε το εδώ και το επέκεινα, είναι οι διαφορετικές όψεις του ιδίου νομίσματος. Τότε, μας λέει ο Πόε, με το σύνολο του έργου του, μπορούμε να πολεμάμε τη συμβατική λογική με μια, πέρα από τη λογική, λογικότητα, που έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει τη μεταφυσική σε απτή ύλη.

Είναι λοιπόν ο Πόε συμβολιστής; Δεν νομίζω. Έγραφε για το μεγάλο, το ευρύ κοινό και όχι για μια ολιγάριθμη ελίτ. Ο οποιοσδήποτε συμβολισμός του νοθευόταν με έναν λαϊκό τρόπο, έναν μελοδραματικό ρομαντισμό και έναν έντονο γοτθισμό.

Μήπως, όπως δείχνει η κάπως επιδεκτική, και διάσπαρτη σε όλα τα γραπτά του, ελληνομάθεια, η οποία έχει μια ευρεία γκάμα που ξεκινά από τον Όμηρο και φτάνει έως τον Πλάτωνα, τον Γοργία και τον Νίκανδρο τον Κολοφώνιο, ονειρευόταν να σταθεί δίπλα στους θεράποντες της αρχαίας τραγωδίας; Με τίποτα, στο δικό του λογοτεχνικό σύμπαν η κάθαρση έρχεται χωρίς τον έλεο, με πολύ πολύ, όμως, φόβο.

Είναι πράγματι μάταιη αυτή η μάχη περί την κατάταξη, επειδή όσες λογοτεχνικές σχολές και αν ερίσουν για το ποια θα τον εντάξει στους κόλπους της, αυτός δεν ενδίδει σε καμία και παραμένει απλά και πεισματικά ο ΠΟΕ.

2
Άρθουρ Γκόρντον Πιμ
ή
Περί Μύθου Αληθείας

Η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ, το μοναδικό μυθιστόρημα του Πόε, μπορεί να θεωρηθεί ως μια επιτομή των εκφραστικών, θεματικών και βιοθεωρητικών απόψεών του καθώς περιέχει όλα τα εκείνα τα νέα μοτίβα που εξελίχθηκαν αργότερα σε αυτοτελή λογοτεχνικά είδη.

Όντας, σε ένα πρώτο επίπεδο, μια απλή ναυτική περιπέτεια, μεταμορφώνεται σε έναν κρυπτογραφικό γρίφο, με πολλά επίπεδα ανάγνωσης συμπεριφορών και στάσεων ζωής. Μπορεί να είναι μια τελετουργία διάβασης προς το ανόσιο, μια πάλη του λευκού με το μαύρο, ακόμη και μια λαζαρική ανάσταση, αφού ο νεκρός ήρωάς του είναι ζωντανός.

Εμφανίστηκε για πρώτη φορά, το 1837, σε συνέχειες, στο λογοτεχνικό περιοδικό που διεύθυνε ο Πόε, τον Μεσημβρινό Λογοτεχνικό Ταχυδρόμο (Southern Literary Messenger), αλλά δεν ολοκληρώθηκε επειδή ο ιδιοκτήτης του, εντωμεταξύ, τον απέλυσε.

Βαθιά επιθυμία του Πόε, όπως κάθε συγγραφέα εξάλλου, ήταν να περάσει το πλαστό σύμπαν που δημιουργούσε με το έργο του για αληθινό. Το επιχειρεί με δύο, εξίσου ιδιοφυείς, τρόπους, έναν εκτός έργου και έναν εντός.

Ο εκτός έργου αφορά στις πηγές απ’ όπου αντλεί τον πυρήνα του μύθου του. Πρόκειται για τα δημοφιλή αναγνώσματα της εποχής του, που περιέγραφαν τις αληθινές περιπέτειες εξερευνητικών αποστολών που είχαν οργανωθεί είτε από το κράτος είτε από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Η μέθοδος που χρησιμοποιεί ο Πόε είναι ανορθόδοξη, αλλά ιδιοφυής. Μετατρέποντας τα πραγματικά γεγονότα που περιέγραφαν στα ημερολόγιά τους οι αρχηγοί των αποστολών, σε δικές του πλαστές μυθιστορίες, τις καταγράφει ως ισότιμες αλήθειες. Η τέχνη αντιγράφει τη ζωή ή η ζωή την τέχνη;

Εντός έργου το σχέδιο είναι καλύτερα οργανωμένο. Στην πρώτη έκδοση της Αφήγησης, από τους Χάρπερ, Νέα Υόρκη, 1838, λείπει από την κορωνίδα του βιβλίου το όνομα του Πόε, ως συγγραφέας υπονοείται ο Πιμ. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι ένα ακόμη τεκμήριο αυθεντικότητας. Το μυθιστόρημα το έγραψε ο Άρθουρ Γκόρντον Πιμ που έζησε όλα όσα τραυματικά, και τρομαχτικά, περιγράφει, και όχι ένας επαγγελματίας δημιουργός πλαστών ιστοριών προς τέρψιν των αναγνωστών, όπως ο Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Ο Πιμ, επιπλέον, για να δηλώσει, ακόμη πιο εμφατικά, την πατρότητα της αφήγησής του προτάσσει έναν πρόλογο. Εκεί παρουσιάζει τον Πόε ως τον άνθρωπο που τον παρακίνησε να γράψει τις περιπέτειές του στις Νότιες θάλασσες για να τις δημοσιεύσει στο περιοδικό του. Η επιτυχία που είχαν οι δύο συνέχειες που είδαν το φως της δημοσιότητας, τον έπεισαν να προχωρήσει στην έκδοση του βιβλίου. Κάποια νύξη για τη διαφορά τού ύφους ανάμεσα στις συνέχειες του περιοδικού και στο τυπωμένο βιβλίο σπέρνει τις υπόνοιες ότι ο συγγραφέας και ο επιμελητής αντιδικούν, διεκδικώντας ο καθένας για τον εαυτό του την πατρότητα του έργου.

Η επιχείρηση να αποκαθαρθεί η πλαστή φύση του μύθου στις συνειδήσεις των αναγνωστών, ολοκληρώνεται με τη σημείωση των εκδοτών στο τέλος της αφήγησης. Εκεί ο Πόε αρνείται να συμπληρώσει τα κενά των χειρογράφων του νεκρού Πιμ επειδή τα γραφόμενα δεν του προσφέρουν καμία εγγύηση για τη γνησιότητά τους.

Το τέχνασμα κάνει τον αναγνώστη να αναρωτιέται: πώς είναι δυνατόν ένας που κερδίζει τα προς το ζην από το ψέμα να αρνείται την πασιφανή αλήθεια ενός πεθαμένου, πονεμένου ανθρώπου; Όποιος συγγραφέας, όπως εδώ ο Πόε, καταφέρει να κάνει τον αναγνώστη του να έχει τέτοιου είδους ερωτήματα, τότε, στο παιχνίδι που παίζεται ανάμεσα στο πλαστό και το αυθεντικό, ο νικητής είναι εκείνος.

3
Η Μετάφραση
ή
Περί Γλώσσης… Υπόλοιπον, Απολογητικός

Η Μαρία Παπαδήμα, στο πολλαπλά σημαντικό βιβλίο που έγραψε για τη μετάφραση (Μαρία Παπαδήμα, Τα Πολλαπλά Κάτοπτρα της Μετάφρασης. Αθήνα: Νεφέλη, 2012), την παραλληλίζει με πολλαπλά κάτοπτρα. Εγώ απέναντι σε αυτήν την τόσο εκφραστική μεταφορά, θα αντέτεινα: δυο μόνο κάτοπτρα παράλληλα το ένα προς το άλλο, τα οποία όμως παράγουν άπειρα είδωλα.

Δεν διδάχτηκα καμιά θεωρία μετάφρασης. Ξεκίνησα να μεταφράζω από μια βασανιστική έγνοια για τη γλώσσα που με παιδεύει χρόνια, μια έγνοια που άλλοτε γίνεται παιχνίδι, άλλοτε άσκηση και άλλοτε, σπάνια όμως, αγγίζει ανεπαίσθητα τις παραδεισένιες παρυφές αυτού που θα μπορούσαμε να πούμε, μετά φόβου, δημιουργία. Έπειτα, μεταξύ μας αυτό, στράφηκα στη μετάφραση επειδή δεν τόλμησα ποτέ να γράψω κάτι δικό μου, ένα μυθιστόρημα για παράδειγμα. Έτσι διατρέχοντας, γραμμή γραμμή το έργο κάποιου άλλου ξεγελάω τον εαυτό μου οικειοποιούμενος λίγο από το κλέος του.

Ο μεταφραστικός λόγος είναι άρρηκτα δεμένος με την ιστορική στιγμή που εμφανίζεται και μοιραία μεταφέρει όλα τα πολιτιστικά, κοινωνικά λογοτεχνικά και ιδεολογικά φορτία εκείνης της στιγμής. Γι’ αυτόν τον λόγο τη μετάφραση της Αφήγησης του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ, που έκανα το 1979, τώρα, στη δεύτερη έκδοσή της, την ξαναδούλεψα από την αρχή με τα νέα δεδομένα που μου έδινε, τόσο το σήμερα όσο και η δική μου παρουσία μέσα σ’ αυτό το σήμερα.

Τον Πόε τον έχουν μεταφράσει στη γλώσσα μας πολλοί μεταφραστές, κάποιοι από τους οποίους ήταν πεζογράφοι πρώτης γραμμής με δυνατή προσωπική γραφή (Ε. Δ. Ροΐδης, Φώτης Κόντογλου, Κοσμάς Πολίτης). Η δουλειά τους, εκτός του ότι είναι μια παρακαταθήκη, έχει δημιουργήσει και ένα μεταφραστικό ιδίωμα το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί από τους νεότερους.

Σε αυτούς στράφηκα αρχικά και έπειτα στα ομοειδή νεοελληνικά πεζογραφήματα, στα πεζογραφήματα, δηλαδή, που αφηγούνταν μια θαλασσινή περιπέτεια. Είδα όμως ότι το ελληνικό ιδίωμα της ναυτικής περιπέτειας (Τα Λόγια της Πλώρης, Οι Σπογγαλιείς του Αιγαίου κ.ά.) που δεν μπορούσε να αναμετρηθεί με τον Πόε. Τότε, πρώτη έγνοια μου έγινε η διατήρηση της ατμόσφαιρας του μυθιστορήματος, με τη βοήθεια του ρυθμού του νεοελληνικού λόγου, όπως τον σφυρηλάτησαν οι μεγάλοι μάστορές του, πεζογράφοι, ποιητές και δοκιμιογράφοι.

Εν κατακλείδι, όταν μεταφράζω νιώθω πάντα ότι κάνω μια ατελή διαίρεση που το υπόλοιπό της το χρωστάω, ες αεί, και στις δύο γλώσσες.

Υ.Γ.: Πόε ή Πόου; Κάποια πράγματα έχουν καταγραφεί βαθιά στο υποσυνείδητο και δεν γίνεται να αλλάξουν εύκολα. Αλήθεια, ποιος σήμερα θα τολμούσε να μεταφράσει τον Γιάννη Αγιάνη − Ζαν Βαλζάν, η την Τιτίκα – Κοζέτ; Κάτι λέει γι’ αυτό η κυρία Παπαδήμα στο βιβλίο της, σελ. 33. Για μένα, πάντως, Πόε!

Πολύκαρπος Πολυκάρπου

Το πρώτο πεζογράφημα του Edgar Allan Poe, με τίτλο Η αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ κυκλοφορεί, σε μετάφραση του Πολύκαρπου Πολυκάρπου, από τις Εκδόσεις Gutenberg, στη σειρά Aldina (σελ.: 509, τιμή: 20,00 €).

Ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου γεννήθηκε το 1942 στη Νέα Ιωνία Αττικής από γονείς Μικρασιάτες, πρόσφυγες από τη Σπάρτη της Πισιδίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο, Θεατρολογία στο ΕΚΠΑ – όπου έκανε και το αντίστοιχο μεταπτυχιακό, και φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Δούλεψε ως ηθοποιός και σκηνοθέτης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Διδάσκει Ιστορία θεάτρου και υποκριτική στη Σχολή Δραματικής Τέχνης της Μαίρης Ραζή «Η πρόβα».
Έχει μεταφράσει βιβλία και θεατρικά έργα των Peter Wollen, Syd Field, James Romm, Alan Sommerstein, Μολιέρου, Arthur Miller κ.ά. Μεταφράσεις και άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και στις εφημερίδες «Χαραυγή» και «Αυγή».

Μοιράσου το άρθρο: