ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Μουσική για τρεις: Ποιος φροντίζει εκείνον που φροντίζει τους άλλους;

Πριν από λίγο καιρό, βίωσα τη θλίψη να δω τη μητέρα μου να σβήνει σ’ ένα νοσοκομείο –ένας πόνος τόσο προσωπικός από τη μια μεριά αλλά και τόσο κοινός από την άλλη, αφού τον μοιράστηκα με τόσο κόσμο–. Τα νοσοκομεία, γεμάτα με διαδρόμους, ιεραρχίες και τελετουργίες υπομονής, μοιάζουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με καθεδρικό ναό όπου μπορούμε να εισέλθουμε ακόμα και εμείς οι άπιστοι. Τώρα η μητέρα μου βάδιζε αδέξια, προσεγγίζοντας βήμα βήμα το ασταθές πλάσμα που υπήρξε κάποτε, ακριβώς όπως σε κάποιο διήγημα του Scott Fitzgerald. Εγώ της έσφιγγα το χέρι, αυτό το χέρι που είχε οδηγήσει εμένα όταν ο κόσμος ήταν τεράστιος και τα πόδια μου πολύ μικρά, και θυμόμουν ένα παιδάκι σε μια μπανιέρα, γυμνό, να σφίγγει ένα σφουγγάρι.

Η εγγύτητα στο θάνατο είναι ικανή να μας στύψει σαν να είμαστε σφουγγάρια, να μας κάνει να χάσουμε όλες μας τις βεβαιότητες και να τις αποβάλουμε σαν υγρό. Είναι αυτό αδυναμία; Ή μήπως είναι, αντίθετα, η ύστατη δύναμή μας: να φτάνουμε εκεί όπου ποτέ δεν υποψιαζόμασταν ότι θα φτάναμε, να ξεπερνάμε όρια που τα θεωρούσαμε απροσπέλαστα; Ο θάνατος αυξάνει την επαγρύπνηση, μας ξυπνάει δυο φορές. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ελένα, την κεντρική ηρωίδα του Κατά μόνας, ο σύζυγος της οποίας, ο Μάριο, αρρωσταίνει: ξαφνικά όλα, από το πιο επώδυνο έως το πιο ευχάριστο, γίνονται γι’ αυτήν επείγοντα.

Από τότε που έζησα εκείνη την εμπειρία με τη μητέρα μου, ήθελα να γράψω για τον ρόλο του ανθρώπου που φροντίζει τους άλλους, έναν ρόλο ο οποίος, αν και τόσο καθοριστικός για τη ζωή μας, δεν γίνεται αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων. Λίγο με τον τρόπο του Τολστόι στο Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς, το αφηγηματικό μας ενδιαφέρον συνηθίζει να επικεντρώνεται στον άρρωστο• στις ανάγκες του, τα άγχη και τα λόγια του. Όμως τι γίνεται μ’ αυτόν που τον φροντίζει; Πώς μεταβάλλεται η συνείδησή του; Ποιος διηγείται την ιστορία του; Με μια λέξη, ποιος φροντίζει εκείνον που φροντίζει τους άλλους; Από αυτές τις ανησυχίες γεννήθηκε τούτο το μυθιστόρημα.

Η Ελένα έρχεται αντιμέτωπη με την απώλεια στις τρεις περιόδους της: πριν (με τη μορφή του φόβου), κατά τη διάρκεια (με τη μορφή της μάχης) και μετά (με τη μορφή του πόνου), μέχρι τη σταδιακή της υπέρβαση. Η προσωπικότητά της υφίσταται μια έντονη σύγκρουση μπροστά στη στάση που απαιτεί η κοινωνία να τηρήσει μια γυναίκα η οποία βιώνει περιστάσεις όπως αυτές της ιστορίας. Η αποσταθεροποιητική συνάντηση με τον πιο απροσδόκητο εραστή, μαζί με την ανακάλυψη μιας νέας μορφής σεξουαλικότητας, θα τη φέρουν σε οριακή κατάσταση. Μία από τις πτυχές του βιβλίου προσπαθεί, επομένως, να φωτίσει τη σκοτεινή πλευρά εκείνων που φροντίζουν, τόσο γενικά όσο και, ειδικότερα, των μανάδων και των συζύγων, η βαθιά πραγματικότητα των οποίων με κανέναν τρόπο δεν περιορίζεται στην αφοσίωση ή την αυτοθυσία, αλλά περιλαμβάνει ένα περίπλοκο σύμπλεγμα φόβων, εκκρεμών αμφιβολιών, διεστραμμένων φαντασιώσεων. Γι’ αυτές τις αντιφάσεις δεν μιλάμε πολύ. Σε αυτές τις αντιφάσεις αναφέρεται, κάποιες φορές με τρόπο βάρβαρο, ο χαρακτήρας της Ελένα.

Σε κάποιες από τις παράλληλες αφηγήσεις του βιβλίου, ο Λίτο, ο γιος της, έχει μόλις κλείσει τα δέκα του χρόνια. Βλέπει τον εαυτό του απείρως μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν ήταν εννέα, και ονειρεύεται ν’ ανέβει σε μια νταλίκα. Ο πατέρας, ο Μάριο, νιώθει την ανάγκη να του προσφέρει ως δώρο ένα ταξίδι μαζί του πριν να είναι αργά. Μέσα από τη μεταξύ τους σχέση, μ’ ενδιέφερε να αναπτύξω ένα δεύτερο τοπίο: αυτό της έκθαμβης παιδικής ματιάς, μπροστά σ’ έναν κόσμο που ξεκινάει, απλώνεται και διακλαδίζεται σαν εκείνους τους αυτοκινητόδρομους που ο μικρός διασχίζει με τον πατέρα του. Αν η πατρότητα είναι αυτή καθαυτήν ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο, ίσως δεν υπάρχει τίποτα πιο ιλιγγιώδες από το να ταξιδεύεις με το παιδί σου. Εναλλάσσοντας τις ματιές της Ελένα, του Μάριο και του Λίτο, το μυθιστόρημα αποπειράται ν’ αναμορφώσει την παράδοση του road story. Στην αρχή η αφήγηση είναι η κλασική ιστορία μύησης πατέρα-γιου, και στη συνέχεια πραγματεύεται την όχι λιγότερο ριψοκίνδυνη περιπέτεια της γυναίκας που αποκλείστηκε από το ταξίδι, μιας Πηνελόπης, θα μπορούσε να πει κανείς, η οποία, αντί να περιμένει την επιστροφή του Οδυσσέα στο σπίτι, βγαίνει η ίδια έξω απ’ αυτό.

Η Ελένα, εμμονική αναγνώστρια, κρατάει σημειώσεις σε κάθε βιβλίο το οποίο διαβάζει και με το οποίο έρχεται κάθε φορά σε μετωπική αντιπαράθεση. Βυθισμένη στα ατέλειωτα πηγαινέλα από τη μυθοπλασία στην εμπειρία, η Ελένα αρχίζει ν’ αναρωτιέται αν όντως όλα τα βιβλία μιλούν για καταστάσεις όπως η δική της ή αν η δική της κατάσταση είναι αυτή που την οδηγεί να διαβάζει όλα τα βιβλία με τον προσωπικό της κώδικα. Έτσι, με έναυσμα τα διαβάσματά της, η Ελένα αρχίζει να δημιουργεί μια μικρή σχολιασμένη ανθολογία γύρω από τις σχέσεις λογοτεχνίας και απώλειας. «Όταν ένα βιβλίο μού λέει αυτό που εγώ ήθελα να πω» γράφει «αισθάνομαι πως έχω το δικαίωμα να οικειοποιηθώ τις λέξεις του, σαν να ’ταν κάποτε δικές μου, και τώρα τις ανακτώ». Σε αυτή την ανάκτηση υπάρχει κάτι που ξαναγεννιέται και κάτι που ξανακερδίζεται για πάντα.

Ανέκαθεν πίστευα ότι διαβάζουμε και γράφουμε όχι τόσο με τα μάτια όσο με την ακοή. Ίσως επειδή οι γονείς μου ασχολήθηκαν με τη μουσική (αν και εγώ απέτυχα παταγωδώς στις σπουδές μου στο βιολί), έχω από παιδί την αίσθηση ότι η πρόζα είναι μια μελωδική έκφραση. Αισθάνομαι ικανός να διηγηθώ κάτι μόνο αν το ακούσω• σαν ο χαρακτήρας ο ίδιος να μου σιγοτραγουδάει τη σύνταξη των προτάσεων. Αφηγητές του Κατά μόνας είναι ο γιος, η μητέρα και ο πατέρας, καθένας χρησιμοποιώντας την προσωπική του γλώσσα. Με γοήτευε η ιδέα της εξερεύνησης των τριών μορφών λόγου: του νοερού, του προφορικού και του γραπτού• που είναι και οι τρεις, τρόποι τους οποίους διαθέτουμε για ν’ απευθυνόμαστε στον εαυτό μας.

Ο εσωτερικός μονόλογος του Λίτο ξετυλίγει, ελπίζω με διασκεδαστικό τρόπο, τους ανεξάντλητους συλλογισμούς ενός παιδιού. Ο μονόλογος του Μάριο είναι μια ενήλικη φωνή που, ανάμεσα στην εξασθένιση και το αίσθημα του επείγοντος, αποτυπώνει έναν αποχαιρετισμό. Και ο μονόλογος της Ελένα, που προβληματίζεται γύρω από την προσωπική της ζωή γράφοντας σ’ ένα ημερολόγιο, είναι ο μονόλογος της ίδιας της γραφής. Το μυθιστόρημα αρθρώνεται μέσω των διασταυρώσεων, των σχέσεων και των αντιθέσεων αυτών των τριών φωνών, που συνδιαλέγονται χωρίς να το ξέρουν.
Μόνες και μαζί.
Ίσως όπως όλοι μας.

Andrés Neuman
Photo credit: Simon Hurst

ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟ jpeg
Το μυθιστόρημα του Αντρές Νέουμαν Κατά μόνας (πρωτότυπος τίτλος: Hablar solos) κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Opera (σελ.: 200, τιμή: 14 €) σε μετάφραση – σημειώσεις του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Ο ANDRÉS NEUMAN (1977) γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Μπουένος Άιρες. Γιος μεταναστών Αργεντινών μουσικών, μεγάλωσε στη συνέχεια στη Γρανάδα της Ισπανίας, όπου δίδαξε λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής στο ομώνυμο Πανεπιστήμιο. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια και ποιητικές συλλογές. Σε ηλικία 22 ετών εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Bariloche (1999), με το οποίο ήταν πρώτος Φιναλίστ για το βραβείο Herralde. Το όνομά του βρίσκεται στη λίστα με τα νέα εξαιρετικά ταλέντα της Λατινικής Αμερικής Bogotá-39 και έχει επιλεχθεί από το βρετανικό περιοδικό Granta ως ένας από τους καλύτερους νέους ισπανόφωνους μυθιστοριογράφους. Το μυθιστόρημά του

Andres Neuman. Argentina.
Andres Neuman. Argentina.

Ο ταξιδιώτης του αιώνα (El viajero del siglo) τιμήθηκε με δύο από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία της Ισπανίας (Alfaguara 2009 και Βραβείο Κριτικών Λογοτεχνίας), επιλέχθηκε ως ένα από τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς από τις εφημερίδες The Guardian, The Independent και Financial Times, και ήταν υποψήφιο για τα βραβεία 2013 Independent Foreign Fiction Prize και International IMPAC Dublin Literary Award. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκαοκτώ γλώσσες.
Το ιστολόγιό του με τον τίτλο Microrréplicas θεωρείται ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά blogs στα ισπανικά, σύμφωνα με έρευνα του περιοδικού El Cultural.
Επίσημη ιστοσελίδα του συγγραφέα: www.andresneuman.com

«Μία γραφή σπάνιας ποιότητας. Όταν διαβάσεις το υπέροχο μυθιστόρημα του Νέουμαν, καταλαβαίνεις ότι ο πήχης είναι πολύ ψηλά.»
THE GUARDIAN

«Μια ιστορία απλή, βαθιά, σπαρακτική.»
THE NEW YORK TIMES

«Ένα έργο αυθεντικής ομορφιάς και ευφυΐας από έναν συγγραφέα με εκπληκτικό ταλέντο.»
THE INDEPENDENT

«Ο Μπολάνιο διέκρινε νωρίς τα λογοτεχνικά χαρίσματα του Νέουμαν και είναι εύκολο να καταλάβουμε το γιατί: συνδυάζει την αγάπη και την πλοκή με τη σοβαρή διανόηση.»
PUBLISHERS WEEKLY

«Μία ωδή συγκινητική και ευαίσθητη, διαυγής και παλλόμενη, με έναν λυρισμό σχεδόν σκληρό.»
LE MONDE

«Ο Νέουμαν εμπλουτίζει τη γλώσσα και εξελίσσεται βαθμιαία σε κλασικό συγγραφέα.»
LA REPUBBLICA

«Έχει το χάρισμα. Κάθε καλός αναγνώστης θα εντοπίσει στις σελίδες του αυτό που βρίσκει κανείς μόνο στην υψηλή λογοτεχνία, εκείνη που γράφουν οι πραγματικοί ποιητές. Η λογοτεχνία του 21ου αιώνα θα ανήκει στον Νέουμαν και σε μια χούφτα από τους εξ’ αίματος αδελφούς του.»
ROBERTO BOLAÑO (Entre paréntesis, Anagrama, Barcelona, 2004)

«Εντυπωσιακή η γραφή του Αντρές Νέουμαν, δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει πως ένας συγγραφέας που γράφει με αυτόν τον τρόπο και γι’ αυτό το θέμα είναι μόλις 37 χρόνων.»
Κατερίνα Μαλακατέ, «Διαβάζοντας», 19.12.2014

Μοιράσου το άρθρο: