ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Αξιοποιώντας την πλουσιότατη σχετική βιβλιογραφία, τα ντοκουμέντα και το διαθέσιμο αρχειακό υλικό και συνάμα συμπληρώνοντας την πρόσληψή του με μια επιτόπια περιήγηση, ο Olivier Guez ανασυνθέτει το χρονικό της φυγής και της περιπλάνησης του Γιόζεφ Μένγκελε στη Λατινική Αμερική από την άφιξή του το 1949 έως τον θάνατό του από φυσικά αίτια το 1979. Χρησιμοποιώντας ένα λιτό, σχεδόν δημοσιογραφικό ύφος και ξετυλίγοντας την ιστορία του ακολουθώντας μια γραμμική αφήγηση, ο συγγραφέας εξιστορεί την άνοδο και την πτώση του «Αγγέλου του Θανάτου», εστιάζοντας κυρίως στα μεταπολεμικά χρόνια που έζησε ως φυγάς, με εμβόλιμες αναδρομές στην ανατριχιαστική θητεία του στο Άουσβιτς.

Το αφήγημα εκτείνεται σε δύο ισομήκη μέρη, σαράντα ευσύνοπτων κεφαλαίων έκαστο. Στο πρώτο, το τιτλοφορούμενο «Ο πασάς», αναβιώνουν οι μέρες της dolce vita στην Αργεντινή του Περόν, τα ανέφελα χρόνια όπου ο Μένγκελε και τα συν αυτώ «περιζήτητα» για την τεχνογνωσία τους στελέχη των ναζί έστηναν εκ νέου τη ζωή τους και τις επιχειρήσεις τους στον Νέο Κόσμο, απολαμβάνοντας την ασυλία που τους προσέφεραν τα εκάστοτε καθεστώτα χωρίς να ανησυχούν για το ενδεχόμενο απόδοσης δικαιοσύνης:

«Όταν κάνει υπερβολική ζέστη στο Μπουένος Άιρες, περνάνε τα Σαββατοκύριακά τους στην πάμπα, στο εξοχικό του Ντίτερ Μένγκε, πρώην πιλότου, επίσης φίλου του Ρούντελ, ο οποίος θησαυρίζει ανακυκλώνοντας σιδερικά και είναι ιδιοκτήτης ενός μεγάλου κτήματος που περιστοιχίζεται από ευκαλύπτους και ακακίες. Μια προτομή του Χίτλερ αγλαΐζει τον κήπο, μια γρανιτένια σβάστικα κοσμεί τον πυθμένα της πισίνας. Στου Μένγκε, οι βραδιές τραβάνε ως αργά, η ατμόσφαιρα είναι καθαρή και τους άνδρες τούς δένει η ένοπλη θητεία, η δοκιμασία της φωτιάς, οι κοινές τους πεποιθήσεις. Χαλαροί και με βγαλμένα τα σακάκια τους, οι ναζί πίνουν μπύρα και σναπς, ψήνουν μοσχαρίσια μπούτια, χοιρινά γάλακτος, ρεύονται και κουβεντιάζουν για τη μακρινή πατρίδα και τον πόλεμο∙ ο Γκρέγκορ δεν είναι ιδιαίτερα ομιλητικός, ο Σάσεν όμως διακρίνεται σε αυτήν τους τη μικροδιασκέδαση: αναψοκοκκινισμένος, μιμείται τον πάταγο των οβίδων και το ουρλιαχτό των βλημάτων, ξαναζωντανεύει τα κύματα φωτιάς, τις μνήμες από τα μαυρισμένα πρόσωπα και τις ξεσκισμένες στολές των σιβηρικών μεραρχιών του Στάλιν. Κάθε 20ή Απριλίου, ο Μένγκε και η παρέα του διοργανώνουν μια λαμπαδηφορία προς τιμήν των γενεθλίων του Φύρερ. Καμιά φορά ο Ρούντελ φέρνει μαζί του κάποιον νεοαφιχθέντα στη γη της Επαγγελίας, όπως τον Βίλφρεντ φον Όβεν, πρώην στενό συνεργάτη του Γκέμπελς, ή κάποιον μεγαλόσχημο περαστικό, όπως τον Ες Ες Όττο Σκορτσένι […] που ισχυρίζεται ότι αποπλάνησε την Εβίτα σε κάποια στάση της στην Ισπανία, στη διάρκεια της περιοδείας της ουράνιο τόξο. “Μπαμ και κάτω – και γαμώ τις τσούλες, η σενιόρα Περόν”, κομπάζει∙ ο Φριτς χαχανίζει, ο Σάσεν κάνει πρόποση στο Ράιχ και την Αργεντινή, όπου οι ναζί περνάνε ζωή χαρισάμενη».

Στο δεύτερο μέρος, που φέρει τον τίτλο «Ο αρουραίος», η δεκαετία της ξεγνοιασιάς διακόπτεται ξαφνικά, με την απαγωγή και την παραπομπή σε δίκη του Άιχμαν το 1960. Σε αυτό τον δεύτερο χρόνο του μυθιστορήματος, ο συγγραφέας παρακολουθεί με το μικροσκόπιο τον κεντρικό ήρωα να υποφέρει επί μία εικοσαετία σχεδόν από μια ολοένα και επιδεινούμενη μανία καταδίωξης. Δεν είναι οι Ερινύες που δεν τον καταδιώκουν, δεν τον τυραννά η παραμικρή μεταμέλεια για το παρελθόν του, ούτε αναθεωρεί στο ελάχιστο την κοσμοθεωρία του. Αυτό που τον κρατά ζωντανό και εναγώνιο είναι αποκλειστικά και μόνο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ο τρόμος μήπως πιαστεί στην ποντικοπαγίδα όπου βλέπει να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλο ουκ ολίγοι ομοϊδεάτες και σύντροφοί του:

«Καταραμένη και άδικη Γερμανία, αυτός δεν έκανε παρά το καθήκον του ως απλός φαντάρος της ναζιστικής βιοπολιτικής […] Για τη γενιά του, οι κατώτεροι, οι αντιπαραγωγικοί και τα παράσιτα δεν άξιζε να ζουν. Ο Χίτλερ έδειχνε τον δρόμο. Ο Μένγκελε δεν ήταν ο μοναδικός που τον είχε ακολουθήσει, οι Γερμανοί είχαν όλοι τους μαγευτεί από τον Φύρερ, από τη μεθυστική και τιτάνια αποστολή που τους είχε εμπιστευτεί, να θεραπεύσουν τον λαό, να εξυγιάνουν τη φυλή, να δημιουργήσουν μια κοινωνική τάξη σύμφωνη με τις επιταγές της φύσης, να διευρύνουν τον ζωτικό τους χώρο, να τελειοποιήσουν το ανθρώπινο είδος. Ο ίδιος είχε σταθεί στο ύψος αυτής της αποστολής, το ήξερε. Ποιος μπορούσε να του το προσάψει; […] Είχε βρει το θάρρος να εξαλείψει την ασθένεια εξαλείφοντας τους ασθενείς, τον σύστημα τον ενθάρρυνε προς αυτή την κατεύθυνση, οι νόμοι τού το επέτρεπαν, ο φόνος ήταν κρατική υπόθεση […] Στο Άουσβιτς τα γερμανικά καρτέλ είχα κάνει γερή μπάζα εκμεταλλευόμενα τα πειθήνια εργατικά χέρια που ήταν στη διάθεσή τους μέχρις εξαντλήσεως. Το Άουσβιτς ήταν μια επικερδής επιχείρηση: πριν από την άφιξή του στο στρατόπεδο, οι εκτοπισμένοι παρήγαγαν ήδη συνθετικό καουτσούκ για λογαριασμό της IG Farben και όπλα για την Krupp. Το πιλοποιείο Άλεξ Ζινκ αγόραζε σακιά ολόκληρα γυναικεία μαλλιά από την Kommandantur και έφτιαχνε με αυτά κάλτσες για τα πληρώματα των υποβρυχίων ή σωλήνες για τους σιδηροδρόμους. Τα εργαστήρια Schering πλήρωναν έναν συνάδελφό του για να κάνει πειράματα γονιμοποίησης in vitro και η Bayer δοκίμαζε νέα φάρμακα κατά του τύφου στους κρατούμενους του στρατοπέδου. Είκοσι χρόνια αργότερα, γρυλλίζει ο Μένγκελε, οι διευθύνοντες αυτών των επιχειρήσεων άλλαξαν τροπάριο. Καπνίζουν πούρα περιστοιχισμένοι από τις οικογένειές τους σιγοπίνοντας ακριβά κρασιά στις επαύλεις τους στο Μόναχο ή στη Φρανκφούρτη, ενώ ο ίδιος τσαλαβουτάει μες στην κοπριά των αγελάδων. Προδότες! Λαμόγια! Λέρες! Δουλεύοντας χέρι χέρι στο Άουσβιτς, εργοστάσια, τράπεζες και κυβερνητικοί οργανισμοί εισέπραξαν αμύθητα κέρδη∙ ο ίδιος που δεν έβγαλε ούτε ένα πφένιχ πρέπει να πληρώσει μόνος του τον λογαριασμό».

Ένα ακόμη μυθιστόρημα που πραγματεύεται νηφάλια –εάν όχι ψυχρά, σχεδόν χειρουργικά– την κοινοτοπία του κακού, που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με τη χαμέρπεια της ανθρώπινης φύσης που τόσο συχνά βρίσκεται να κρατά στα χέρια της τα ηνία της ιστορίας και να ορίζει τις τύχες αμέτρητων αθώων θυμάτων. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη, ο Olivier Guez περιγράφει ως εξής τα στάδια από τα οποία πέρασε κατά τη διαδικασία της συγγραφής του:

«Στην αρχή ταράζεσαι βαθιά διαβάζοντας τις βιογραφίες του Μένγκελε, και την περιγραφή των ιατρικών πειραμάτων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – σε πιάνει στην κυριολεξία ίλιγγος. Αργότερα, όμως, όταν κατάλαβα με τι ανυπόληπτο, αξιολύπητο ανθρωπάκι, με τι απόλυτη μετριότητα είχα να κάνω, τότε σαν να έγινε κάπως διαχειρίσιμος. Κι έτσι ένιωσα μια νοσηρή ικανοποίηση αφηγούμενος τούτο τον ξεπεσμό. Κάτι επίσης σημαντικό, είναι πως με τον Μένγκελε δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ταύτισης. Δεν ένιωσα στιγμή την παραμικρή συμπόνια. Εάν δουλεύετε πάνω σε κάποιον χαρακτήρα που είναι ανθρώπινος, ευφυής, είναι πιθανόν να σας γοητεύσει. Ανάμεσα στον Μένγκελε και σε εμένα χτιζόταν ένας ολοένα και πιο συμπαγής, πιο ψηλός τοίχος. Δεν ένιωσα στιγμή τον παραμικρό πόνο για αυτή την κατάπτωση. Αντίθετα, οχυρώθηκα ενάντια σε αυτό το ειδεχθές υποκείμενο».

Ευγενία Γραμματικοπούλου


Το βιβλίο του Ολιβιέ Γκεζ Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε κυκλοφορεί, σε μετάφραση της Ευγενίας Γραμματικοπούλου, από τις Εκδόσεις Κριτική (σελ.: 312, τιμή: 15,00 €).

Σχεδιασμός εξωφύλλου: Δημήτρης Βίδος

 

 

 

 

 

 

 

 

Γεννημένος στο Στρασβούργο το 1974, με λαμπρές σπουδές στις κοινωνικές επιστήμες, τα οικονομικά και τα ευρωπαϊκά θέματα, ο Olivier Guez συνεργάζεται ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος με πολλά από τα εγκυρότερα έντυπα του διεθνούς Τύπου. Από το 2003 έως το 2013 εκδίδει πέντε δοκίμια με αντικείμενο τη σύγχρονη ιστορία, τη γεωπολιτική αλλά και το ποδόσφαιρο: La Grande Alliance. De la Tchétchénie à l’Irak: un nouvel ordre mondial [Η Μεγάλη Συμμαχία. Από την Τσετσενία στο Ιράκ, μια νέα παγκόσμια τάξη], L’Impossible retour. Une histoire des Juifs en Allemagne depuis 1945 [Η αδύνατη επιστροφή, μια ιστορία των Εβραίων της Γερμανίας μετά το 1945, La chute du mur (σε συνεργασία με τον Jean-Marc Gonin) [Η πτώση του τείχους], American Spleen. Un voyage d’Olivier Guez au cœur du déclin américain [Αμέρικαν spleen. Ένα ταξίδι στην καρδιά της αμερικάνικης παρακμής] και Éloge de l’esquive [Εγκώμιο της ντρίμπλας]. To2014 κάνει το μυθοπλαστικό του ντεμπούτο με το Les Révolutions de Jacques Koskas. Πρόκειται για το πορτραίτο ενός εξοργιστικού μα συνάμα ακαταμάχητου διαρκώς αναποφάσιστου νέου δημοσιογράφου που θέλει να ζήσει τη ζωή του χωρίς να ξέρει πώς ακριβώς, ένα περιπαικτικό αφήγημα που το υποδέχεται θερμά η κριτική παραλληλίζοντας τον απολαυστικό αυτοσαρκασμό του με εκείνο του Γούντι Άλλεν και του πρώιμου Φίλιπ Ροθ. Το 2015 γράφει το σενάριο για τη γερμανική ταινία Fritz Bauer, ένας Γερμανός ήρωας (Der Staat gegen Fritz Bauer, The People vs. Fritz Bauer) σε σκηνοθεσία Lars Kraume, με θέμα τον Γερμανοεβραίο Γενικό Εισαγγελέα του κρατιδίου της Έσσης που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σύλληψη του Άντολφ Άιχμαν το 1960 και στη διεξαγωγή των δικών του Άουσβιτς στη Φρανκφούρτη στο διάστημα 1963-68. Η ταινία ήταν υποψήφια στην κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας για Όσκαρ το 2016 και την ίδια χρονιά της απονεμήθηκαν τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου των Γερμανικών Κινηματογραφικών Βραβείων «Λόλα». Το επιστέγασμα της αναγνώρισης του Olivier Guez έρχεται την επόμενη χρονιά που κερδίζει το βραβείο Renaudot για το μυθιστόρημά του La disparition de Josef Mengele.
Ο βραβευμένος Γάλλος συγγραφέας παρουσίασε το βιβλίο του Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε στη 15η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 2018.

Η Ευγενία Γραμματικοπούλου συνομιλεί με τον Ολιβιέ Γκεζ κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου «Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε» στη 15η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Η Ευγενία Γραμματικοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Από το 1998 έως το 2008 εργάστηκε διαδοχικά στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια ελληνική και γαλλική εκπαίδευση ως καθηγήτρια γαλλικής και ελληνικής γλώσσας ως ξένης, και στη συνέχεια άρχισε να διδάσκει στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ., όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα ως επίκουρη καθηγήτρια γαλλικής λογοτεχνίας και συγκριτικής γραμματολογίας. Με τη μετάφραση ασχολείται αδιαλείπτως από το 2000, χρωστώντας την πρώτη της ευκαιρία να δοκιμαστεί στον χώρο επαγγελματικά στην αείμνηστη Μάγδα Κοτζιά, την επί 40 χρόνια εκδότρια του «Εξάντα», αγαπημένη φίλη και συνεργάτιδα.
Παράλληλα με τις μεταφράσεις θεωρητικών κειμένων (Jean Baudrillard, Giordano Bruno, Hélène Cixous, Marc Ferro, René Girard, Félix Guattari, Λάμπρο Κουλουμπαρίτση, Claude Lévi-Strauss, Jean-Marc Moura, Jorge Semprun, κ.ά.) και έργων μυθοπλασίας (Jacques Almira, Alaa Al-Aswany, Antoine Bello, Blandine Le Callet, Hervé Le Tellier, Boualem Sansal), αγαπά να μεταφράζει σύγχρονη γαλλική και γαλλόφωνη ποίηση (Nathalie Clifford Barney, André Breton, Aimé Césaire, Marcel Béalu, Eugène Guillevic, André Pieyre de Mandiargues, Gérard Macé, Jules Supervielle), συνεργαζόμενη με έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά (Ποιητική, Ποίηση, Θέματα Λογοτεχνίας, κ.ά.).

Μοιράσου το άρθρο: