ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ,

ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Εννέα σκέψεις με αφορμή τo βιβλίο Siegfried Kracauer, «Η Γραφομηχανούλα» / Nietzsche ex Machina: Έξι επιστολές και ένα ποίημα του Φρίντριχ Νίτσε για τη «γραφόσφαιρα».

1/ Το βιβλιαράκι «Η Γραφομηχανούλα / Nietzsche ex Machina» αποτελείται από ένα διήγημα του Siegfried Kracauer που έχει ως θέμα τον έρωτα ενός άντρα για μια γραφομηχανή· από έξι επιστολές του Νίτσε που αφορούν την περιπέτεια του φιλοσόφου με μια από τις πρώτες γραφομηχανές στην ιστορία· και συνοδεύεται από ένα σύντομο δοκίμιο που έγραψα για τα κείμενα αυτά, προσπαθώντας να απαντήσω στο ερώτημα – τι μπορεί να σημαίνει η παροξυσμική, ερωτική σχέση για μια γραφομηχανή;

2/ Ο Kracauer είναι γνωστός ως θεωρητικός του κινηματογράφου, στοχαστής και κοινωνιολόγος, και όχι ως λογοτέχνης. Νομίζω πως από την άποψη αυτή είναι υποτιμημένος. Έχει γράψει σπουδαίες σελίδες, οι οποίες ανήκουν στο αγαπημένο μου είδος, τη λογοτεχνία της περιπλάνησης. Στη «Γραφομηχανούλα» βέβαια, η περιπλάνηση είναι ψυχική και συναισθηματική. Όλη η δράση λαμβάνει χώρα σε ένα δωμάτιο και θυμίζει μονόπρακτο. Οι πιο αβυσσαλέες περιπλανήσεις γίνονται συχνά μέσα σε τέσσερις τοίχους.

3/ Η ιδέα του βιβλίου γεννήθηκε τη στιγμή που πρωτοδιάβασα την «Γραφομηχανούλα», και ο τοκετός ήταν τόσο εύκολος που δεν τον κατάλαβα καν. Απλώς, το αφήγημα με σαγήνεψε κι ενστικτωδώς ξεκίνησα να το μεταφράζω. Η μετάφραση είναι μια ανάγνωση από τα μέσα, ο τρόπος να διαβάζει κανείς σε βάθος το κείμενο ενός άλλου συγγραφέα, να το οικειοποείται προβάλλοντας δικά του συναισθήματα. Εκ των υστέρων αναρωτήθηκα: γιατί με συγκινεί τόσο πολύ το συγκεκριμένο αφήγημα, ώστε να παραμερίσω τα δικά μου γραφτά; Απάντηση δεν έχω, μόνον κάποιες υποθέσεις μπορώ να κάνω.

4/ Αρχικά ενέδωσα στον πειρασμό να διαβάσω τη «Γραφομηχανούλα» μέσα από το πρίσμα της θεωρητικής εργασίας του Kracauer. Και εξέλαβα τον έρωτα για μια γραφομηχανή ως παραβολή για τη διάβρωση του έρωτα στα χρόνια της «νεωτερικότητας»… Ακούγεται βαρύ, αλλά είναι κάτι πολύ απλό, κι ίσως προφανές: επιβληθήκαμε στη φύση μέσω της τεχνικής, φτιάξαμε μητροπόλεις, και απομαγεύσαμε τον κόσμο (αυτό θα πει «νεωτερικότητα»), αλλά τώρα πληρώνουμε ένα υψηλό τίμημα: μήπως όλοι μας δεν υποψιαζόμαστε πότε πότε, ότι έχουμε χάσει έναν βαθύτερο τρόπο σύνδεσης με τη φύση και τους ανθρώπους, και πως παρά τις υλικοτεχνικές δυνατότητες βιώνουμε μια εμπειρία κατακερματισμού χωρίς κάτι βαθύτερο να μας συνδέει; Μια αποκοπή είναι και ο έρωτας για ένα μηχάνημα, μια μοναξιά που εκτονώνεται με μια απελπισμένη σχέση σε κάποιο διαμέρισμα της μητρόπολης.

Σκέφτομαι την αγαπημένη μου ερωτική μεταφορά από το Άσμα Ασμάτων. Ο έρωτας είναι ένα ζαρκάδι που κοντοστέκεται και κρυφοκοιτά την ερωμένη μέσα από το ξύλινο καφασωτό για κάποια δευτερόλεπτα, κι έπειτα χάνεται – ενώ στη «Γραφομηχανούλα» ο έρωτας είναι ένα τεχνολογικό επίτευγμα, ένα άψυχο αντικείμενο που επί ματαίω ζητεί ο αφηγητής να τιθασεύσει δια του χειρισμού (κυριολεκτικά «χειρίζεται» τη μηχανή) κι εντέλει θέλει να κατέχει αποκλειστικά. Σκέφτομαι πως η μετάβαση από την αρχαία μεταφορά του ζαρκαδιού στη μεταφορά της γραφομηχανής εικονογραφεί τη μετάβαση από ένα έμψυχο, απρόβλεπτο, ατιθάσευτο και παλλόμενο σύμπαν στην αποστεωμένη εποχή όπου ζούμε. Έπειτα, ενώ κάθε ζαρκάδι είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο, καθότι έμβιο ον, μια γραφομηχανή είναι αντικείμενο μαζικά αναπαραγόμενο, αντικαταστάσιμο και χρηστικό. Αν χαλάσει, παίρνει κανείς μιαν άλλη. Δεν λέμε ξανά και ξανά πως οι σχέσεις των ανθρώπων είναι εφήμερες, αναλώσιμες, και συμφεροντολογικές; Ο Kracauer είχε υποψιαστεί πού πάει το πράγμα…

5/ Όμως, αυτή είναι μόνον μια πρώτη ερμηνεία του αφηγήματος. Γιατί από την άλλη μεριά, ο αφηγητής της «Γραφομηχανούλας» παθιάζεται τόσο με τη μηχανούλα του, ώστε τη λυτρώνει από τη χρηστική της ύπαρξη, έστω για λίγο. Με τον έρωτά του την ανθρωπίζει, και την καθιστά μοναδική. Δεν είναι κι αυτό μια μαγική υποτροπή; Σαν τον συλλέκτη, ο φετιχιστής αποσπά το αντικείμενο από τον εφήμερο κόσμο του και του προσδίδει σημασίες πέρα από την τρέχουσα τιμαριθμική του αξία. Ίσως λοιπόν, ο αφηγητής της «Γραφομηχανούλας» να μην είναι απλώς ένας αποξενωμένος υπάλληλος γραφείου, σαν κι αυτούς που περιέγραψε αλλού ο Kracauer, αλλά ένας ρομαντικός. Στο κάτω κάτω, ένας συνηθισμένος χαρτογιακάς δεν θα εμπλεκόταν καν σε μια σχέση τόσο αλλόκοτη, όσο είναι ο έρωτας για μια γραφομηχανή. Μα κι αυτή «παίζει» μαζί του, δεν του εμπνέει κείμενα με συνοχή και λογική, αλλά εξωφρενικούς πειραματισμούς δίχως νόημα. Κάτι αντισυμβατικό και μοναδικό προκύπτει από την επαφή τους, μια εμπειρία ρομαντική που υπερβαίνει την εποχή του ορθού λόγου και του υπολογισμού.

Να λοιπόν, που μπορεί κανείς να διαβάσει την «Γραφομηχανούλα» με τουλάχιστον δύο αντίθετους τρόπους, ως παθολογία της «νεωτερικότητας» κι ως υπέρβασή της. Υπάρχουν και οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες, αλλά αυτές τις προσπερνώ.

6/ «Η Γραφομηχανούλα» κίνησε κάτι μέσα μου, και με έκανε να θυμηθώ ένα πραγματικό περιστατικό από τη ζωή του Φρίντριχ Νίτσε, το οποίο και ξαναδιάβασα με «άλλα μάτια». Η λογοτεχνία δημιουργεί συνάψεις με την προσωπική ιστορία κάθε μεταφραστή και με τα διαβάσματά του.

Ο Νίτσε υπήρξε ο πρώτος φιλόσοφος που πειραματίστηκε με μια γραφομηχανή. Ο ενθουσιασμός του είχε τέτοια ένταση, ώστε σε κάποιες επιστολές και σε ποιήματα ταυτίζεται ψυχή τε και σώματι με το νέο μέσο. Πρόβαλλε στη γραφομηχανή τις ψυχοσωματικές αδυναμίες του, γράφοντας ξέφρενα ποίηματα και αφορισμούς, όπως: «Η γραφόσφαιρα είναι ένα πράγμα σαν κι εμένα από ατσάλι / κι ωστόσο εύκολα στραπατσάρεται, κυρίως στα ταξίδια». Εκών άκων ο Νίτσε έγινε ο πρώτος άνθρωπος-μηχανή ή «εκμηχανισμένος» γραφιάς που παρατηρεί τον εαυτό του, και καταγράφει τα συναισθήματα που συνεπάγεται η νεωτερική χρήση των νέων μέσων.

7/ Με έκπληξη ανακάλυψα πως το περιστατικό αυτό από τη ζωή του Νίτσε έχει πολλά κοινά σημεία με την περιπέτεια του αφηγητή της «Γραφομηχανούλας». Νιώθει κι ο Νίτσε ζήλια, δεν θέλει να «παίζουν» άλλοι με το αντικείμενο που ποθεί, ζητεί λοιπόν να μην του στείλουν το «εκθεσιακό κομμάτι, όπου θα έχει παίξει όποιος να ΄ναι». Έπειτα, κι οι δυό περιγράφουν τη μηχανή ως ντελικάτη, και την βλέπουν ως «κουτάβι». Κι όταν η μηχανή χαλάει, η ταραχή τους είναι συντριπτική, η σχέση πάθους για το μηχάνημα αποκτά ρηγματώσεις ανεπανόρθωτες.

Αυτό που πιο πολύ με ενδιαφέρει, όμως, είναι πως και στις δυό περιπτώσεις η σχέση με το μηχάνημα έγινε μια έξαλλη παρένθεση εντός της κανονικότητας και της καθημερινής νόρμας. Παρένθεση δεν είναι ο έρωτας, όσο δηλαδή διαρκεί ως καθαρός έρωτας; Κατόπιν παρέρχεται και πεθαίνει, είτε μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο: αγάπη. Πάντως, έρωτας ξέφρενος δεν μένει για πολύ…

8/ Η ώσμωση διανοητή και μέσου που βιώνει ο Νίτσε παρατηρώντας τον εαυτό του, αλλά και τα ξέφρενα παιχνίδια, όπου παρασύρεται ο αφηγητής της «Γραφομηχανούλας» μες στη νύχτα, διαρκούν λίγο, και ο τελικός αποχωρισμός είναι αναπόφευκτος. Κανείς δεν χύνει δάκρυα για την απωλεσθείσα σχέση με τη μηχανή. Ο αφηγητής της «Γραφομηχανούλας» παρατηρεί πως μετά το πέρας της βραχύβιας περιπέτειας ξαναβρήκε τους φίλους και τις παρέες, που είχε θυσιάσει για χάρη της μηχανής. Κι ο Νίτσε έμπλεξε για τα καλά με τη Λου Σαλομέ (για κακή του τύχη), ξεχνώντας τη μπελαλίδικη μηχανή που τον είχε τόσο ενθουσιάσει. Ανθρώπινα πράγματα, πολύ ανθρώπινα…

Πολλές δεκαετίες μετά τον Kracauer, ο Zygmunt Bauman θα γράψει πως οι άνθρωποι λειτουργούν πια ως πολύμπριζα: «κουμπώνουν» πάνω τους άλλους ανθρώπους, εύκολα και βολικά αναλόγως με τη συγκυρία, και η ικανότητά τους να μην «κολλάνε» σε μια σχέση θεωρείται πια αρετή και προσόν. Κάπως έτσι, ο αφηγητής της «Γραφομηχανούλας» και ο Νίτσε κλείνουν γρήγορα και ανώδυνα την παρένθεση που άνοιξαν. Πρέπει κανείς να προσαρμόζεται.

9/ Οι γραφομηχανές πάντως είναι γοητευτικές, και φαίνεται πως στην ιστορία της λογοτεχνίας την έχουν πατήσει κι άλλοι μαζί τους.

Ο φίλος Γιώργος Λαμπράκος μου έθεσε υπόψη δύο ποιήματα του Charles Bukowski με το ίδιο θέμα – την πολύ προσωπική σχέση με μια γραφομηχανή. Στο πρώτο ποίημα, μια μηχανή Olympia αποδεικνύεται πιο σταθερό σημείο αναφοράς από τις διάφορες κυρίες που έρχονται και παρέρχονται, σχεδόν σύντροφος δια βίου· στο δεύτερο, ο ποιητής προβάλλει με τη γραφομηχανή τη δική του αντοχή στη ζωή – «μου θυμίζει τον εαυτό μου». Οι άνθρωποι μας απογοητεύουν περισσότερο από τα πράγματα· παρόλο που και τα πράγματα υποφέρουν σαν τους ανθρώπους…

Σημείωση: το ποίημα «Τα βρίσκουμε» προέρχεται από την υπό έκδοση ανθολογία: Τσαρλς Μπουκόβσκι, Για τον έρωτα, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Πατάκη.
Το ποίημα «Τραγωδία;» προέρχεται από την υπό έκδοση ανθολογία: Τσαρλς Μπουκόβσκι, Για τις γάτες, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Πατάκη.
Θερμές ευχαριστίες στον Γιώργο Λαμπράκο για την άδεια να τα αναδημοσιεύσω εδώ:

Τσαρλς Μπουκόβσκι

〉 Tα βρίσκουμε
οι διάφορες γυναίκες με τις οποίες έχω ζήσει έχουν πάει
σε ροκ συναυλίες, φεστιβάλ ρέγκε, συγκεντρώσεις αγάπης, διαδηλώσεις
για την ειρήνη, ταινίες, παζάρια με μεταχειρισμένα, πανηγύρια, πορείες,
γάμους, κηδείες, ποιητικές βραδιές, τάξεις ισπανικών,
σπα, πάρτι, μπαρ και τα λοιπά
κι εγώ έχω ζήσει παρέα μ’ αυτή τη
μηχανή.
όσο οι κυρίες πήγαιναν σε συνελεύσεις, έσωζαν τις φάλαινες,
τις φώκιες, τα δελφίνια, τον μεγάλο λευκό καρχαρία,
όσο οι κυρίες μιλούσαν στο τηλέφωνο
αυτή η μηχανή κι εγώ ζούσαμε
μαζί.
όπως ζούμε μαζί απόψε: αυτή η μηχανή, οι τρεις
γάτες, το ραδιόφωνο και το κρασί.
όταν πεθάνω οι κυρίες θα πουν (αν ρωτηθούν): «του
άρεσε να κοιμάται, να πίνει• δεν ήθελε ποτέ να πηγαίνει
πουθενά… εντάξει, στον ιππόδρομο, το ηλίθιο
μέρος!»
οι κυρίες που έχω γνωρίσει και με τις οποίες έχω ζήσει ήταν
πολύ κοινωνικές, πηδούσαν μες στ’ αμάξι, χαιρετούσαν και την
κοπανούσαν λες και κάποιος πολύ σημαντικός θησαυρός
τις περίμενε…
«παίζει μια καινούργια πανκ μπάντα, είναι φοβεροί!»
«διαβάζει ο Άλεν Γκίνσμπεργκ!»
«έχω αργήσει για το μάθημα χορού!»
«θα πάω να παίξω σκραμπλ με τη Ρίτα!»
«κάνουμε πάρτι-έκπληξη για τη Φραν!»
εγώ έχω αυτή τη μηχανή.
αυτή η μηχανή κι εγώ ζούμε μαζί.
Ολύμπια, έτσι τη λένε.
καλό κορίτσι.
σχεδόν πάντα
πιστό.
〉 τραγωδία;
ο γάτος κατούρησε
τον υπολογιστή μου
και τον έβγαλε νοκ
άουτ.
τώρα γύρισα στην
παλιά
γραφομηχανή.
απλά αντέχει
περισσότερο.
μπορεί να τα βγάλει πέρα με
κάτουρα, χυμένη μπύρα
και κρασί,
στάχτες από τσιγάρα και
πούρα,
ναι διάολε, με σχεδόν
οτιδήποτε.
μου θυμίζει τον
εαυτό μου.
καλώς ήρθες ξανά,
παλιόφιλε,
από τον
παλιόφιλο.


Το βιβλίο Η γραφομηχανούλα / Nietzsche ex Machina του Ζίγκφριντ Κρακάουερ κυκλοφορεί, με εισαγωγή και σε μετάφραση του Νικήτα Σινιόσογλου, από τις Εκδόσεις Κίχλη, στη σειρά Τα άστεγα (σελ.: 88, τιμή: 9,80 €).

Τα σχέδια που κοσμούν το βιβλίο είναι της Εύης Τσακνιά και μας παραχωρήθηκαν για την παρουσίαση από τον εκδοτικό οίκο Κίχλη.

Στο εξώφυλλο: η «γραφόσφαιρα» (Schreibkugel) Malling-Hansen, μια από τις πρώτες γραφομηχανές. Κάτοχος μιας τέτοιας «γραφόσφαιρας» έγινε ο Νίτσε το 1882.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε λίγες σελίδες από το βιβλίο  «Η γραφομηχανούλα» / Nietzsche ex Machina.


Ο Νικήτας Σινιόσογλου είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Cambridge. Διετέλεσε μεταδιδακτορικός εταίρος της Βρετανικής Ακαδημίας (British Academy Postdoctoral Fellow) στο τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Cambridge και Leverhulme Trust Early Career Fellow στο King’s College London. Είναι εντεταλμένος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Έχει εκδώσει τα βιβλία: Αλλόκοτος Ελληνισμός: Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών (Αθήνα: Εκδόσεις Κίχλη 2016, Βραβείο Δοκιμίου του περιοδικού Αναγνώστης), Radical Platonism in Byzantium: Illumination and Utopia in Gemistos Plethon (Cambridge University Press 2011) και Plato and Theodoret: The Christian Appropriation of Platonic Philosophy and the Hellenic Intellectual Resistance (Cambridge University Press 2008). Δοκίμια και αφηγηματικά κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Athens Review of Books, Νέα Εστία, Δευκαλίων, Μανδραγόρας, Οδός Πανός, (δέ)κατα.  Γράφει για την αστική περιπλάνηση στην ψηφιακή βιβλιοθήκη Flânερειπie.

Παρουσίαση του βιβλίου Αλλόκοτος Ελληνισμός από τον συγγραφέα στη «Βιβλιοθήκη του Πρώτου» μπορείτε να ακούσετε εδώ.

 

 

 

 

 

Μοιράσου το άρθρο: