ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ,

ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Ο Χουάν Μαρσέ και η «Καλλιγραφία των ονείρων»:

Στην Ελλάδα, γνωρίσαμε τον Βαρκελονέζο συγγραφέα Χουάν Μαρσέ στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν κυκλοφόρησαν στα ελληνικά Η μαγεία της Σαγκάης και αργότερα Η ουρά της σαύρας, δύο από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του που ευτύχησαν να μεταφραστούν από την Έφη Γιαννοπούλου και τη Μελίνα Παναγιωτίδου, δυο εξαιρετικές μεταφράστριες της ισπανόφωνης λογοτεχνίας.

Σήμερα ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Χουάν Μαρσέ (1933) θεωρείται ένας από τους πιο αξιόλογους εν ζωή πεζογράφους της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Το 2008 τιμήθηκε με το Βραβείο Θερβάντες, το σημαντικότερο βραβείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, και μάλιστα ήταν ο πρώτος Καταλανός συγγραφέας που έλαβε αυτή τη διάκριση.

Ο Χουάν Μαρσέ γεννήθηκε το 1933 στη Βαρκελόνη, όπου έζησε όλη του τη ζωή, με μοναδικό διάλειμμα ένα μικρό χρονικό διάστημα τη δεκαετία του 1960 όταν, προκειμένου να ξεφύγει από τη δικτατορία του Φράνκο, μετακόμισε στο Παρίσι.
Η γραφή του διακρίνεται για τον απίστευτο λεκτικό της πλούτο, για τον ποιητικό ρεαλισμό της και την εκφραστικότητά της, δίχως όμως να έχει τίποτε το στομφώδες, με όλη της τη γοητεία να κρύβεται στις αποχρώσεις, στις λεπτές διαφορές, στις ζωντανές περιγραφές και τις εντυπωσιακές λεπτομέρειες με τις οποίες αποδίδονται οι εικόνες. Ο λόγος του Χουάν Μαρσέ κρύβει μια ειρωνεία και μια τρυφερότητα που σε συνδυασμό με το χιούμορ και τους πολύ επιτυχημένους διαλόγους φτιάχνουν τη μουσική της πρόζας του.
Στα βιβλία του συχνά πρωταγωνιστεί η Βαρκελόνη στα τέλη της δεκαετίας του σαράντα και ιδιαίτερα οι φτωχογειτονιές, συνοικίες σαν τη Γράσια, όπου ένα σακουλάκι καβουρδισμένος καφές μπορεί να αποδειχτεί αληθινός θησαυρός, όπου οι άνθρωποι, εξαθλιωμένοι από τον εμφύλιο πόλεμο, πνιγμένοι στον φόβο και τη φτώχεια, καταπιεσμένοι από την εκκλησία και κυνηγημένοι από τον Φράνκο, αναζητούν διέξοδο στις ταβέρνες, τα μπαρ και τα μπορντέλα, ενώ ο δρόμος «γίνεται προέκταση των σπιτικών τους».

Εκεί κι ο Ρίνγκο, ένας ευαίσθητος έφηβος ο οποίος προτιμάει να ζει μέσα στις ταινίες που βλέπει και τις σελίδες των λογοτεχνικών βιβλίων που διαβάζει παρά στην γκρίζα πραγματικότητα, περνάει τις ώρες του στο κρασοπουλειό της κυρίας Πακίτα, καθισμένος δίπλα στο παράθυρο και παρακολουθεί όσα συμβαίνουν στη γειτονιά. Με συνεχείς αναδρομές στο παρελθόν και αναφορές στα αγαπημένα του μυθιστορήματα ή τις ταινίες της εποχής, μαθαίνουμε την ιστορία του Ρίνγκο αλλά και όλης της γειτονιάς, μαθαίνουμε ότι οι γονείς του τον είχαν υιοθετήσει μόλις γεννήθηκε (ακριβώς όπως συνέβη και στην πραγματική ζωή του Χουάν Μαρσέ) και ότι αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο και τα μαθήματα πιάνου για να πάει να δουλέψει μαθητευόμενος σ’ ένα εργαστήριο αργυροχοΐας, όπου η μοίρα θα τον οδηγήσει να χάσει ένα από τα δάχτυλά του, στερώντας του το όνειρο να γίνει μια μέρα μεγάλος πιανίστας, παρακολουθούμε τα πρώτα ερωτικά του σκιρτήματα, αλλά και τους ανικανοποίητους έρωτες της τροφαντής θεραπεύτριας κυρίας Μιρ και της κόρης της, καθώς και την παράνομη δράση των αντιστασιακών κατά του φρανκικού καθεστώτος.

Όμως, στη Βαρκελόνη του 1948, τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται, όπως θα ανακαλύψει στο τέλος του μυθιστορήματος ο εικοσιτριάχρονος πλέον Ρίνγκο αλλά κι εμείς οι αναγνώστες.

Η Καλλιγραφία των ονείρων του Χουάν Μαρσέ είναι μια πολύ ωραία και τρυφερή ιστορία, που μιλάει κατευθείαν στην καρδιά του αναγνώστη. Μεταφράζοντάς την ταξίδεψα στα παιδικά μου χρόνια, τότε που το σκάγαμε από το σπίτι για να παίξουμε στις κοντινές αλάνες, θυμήθηκα τα παιχνίδια που επινοούσαμε, τα εικονογραφημένα που διαβάζαμε, τις εφηβικές μας τρέλες και φαντασιώσεις, αλλά και την αγωνία που νιώθαμε απέναντι στον ανεξήγητο κόσμο των «μεγάλων», την απέραντη μοναξιά.

Οι δυσκολίες της λογοτεχνικής μετάφρασης στην περίπτωση της Καλλιγραφίας των ονείρων είχαν ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το ταυτόχρονα σταθερό και συνεχώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο της αφήγησης του Μαρσέ, το οποίο δίνει το νόημα στις λέξεις του. Σαν ένα ψυχολογικό και ιστορικό παλίμψηστο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας στην περίοδο του φρανκισμού, το οποίο ο συγγραφέας διέρχεται με ξεχωριστή ευαισθησία, χωρίς εντυπωσιασμούς αλλά με ισχυρούς υπαινιγμούς και κρυφές προσωπικές αναφορές. Σ’ αυτό το παλίμψηστο, το οποίο έπρεπε να αποτυπωθεί στην ελληνική μετάφραση με την ίδια κομψότητα και ευαισθησία που είχε στο πρωτότυπο, καλούμουν να εξερευνήσω και να κατανοήσω βαθιά κάθε κρυφή πτυχή του κειμένου και να τη μεταφέρω στον αναγνώστη χωρίς να του στερήσω τη γοητεία του μυστηρίου του.

Γεωργία Ζακοπούλου


Το μυθιστόρημα του Χουάν Μαρσέ Η Καλλιγραφία των ονείρων κυκλοφορεί, σε μετάφραση της Γεωργίας Ζακοπούλου, από τις Εκδόσεις Πατάκη (σελ.: 480, τιμή: 19,70 €).

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Με την Καλλιγραφία των ονείρων, ο Μαρσέ έγραψε ταυτόχρονα το βιβλίο µιας πόλης και µιας εποχής, την Ανθρώπινη κωµωδία του, και το βιβλίο ενός εφήβου, τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τις απογοητεύσεις, τις χαµένες ψευδαισθήσεις».
Ρόσα Μοντέρο, Babelia, El Paίs

«Όταν ένας αριστοτέχνης της αφήγησης σαν τον Χουάν Μαρσέ γράφει µε τέτοια εσωτερική απόλαυση, το αποτέλεσµα είναι αληθινή γιορτή».
Marianne Payot, L’Express

«Όλα τα πρόσωπα εδώ έχουν σάρκα και οστά. Σαν αυτό που επινοείται να έχει µεγαλύτερη αλήθεια από την πραγµατικότητα».
Le Monde des Livres

«Ένα βιβλίο για διφορούµενες αλήθειες, οιωνούς και σηµάδια, µυστικά και τραυµατικές σχέσεις».
La Vanguardia

Ο Χουάν Μαρσέ, ένας από τους σηµαντικότερους συγγραφείς της σύγχρονης ισπανικής λογοτεχνίας, γεννήθηκε στη Βαρκελόνη το 1933 και µέχρι τα είκοσι έξι του χρόνια εργαζόταν σε εργαστήριο χρυσοχοΐας. Αυτοδίδακτος, εµφανίστηκε στα ισπανικά γράµµατα το 1960 µε το µυθιστόρηµα Encerrados con un solo juguete, για να ακολουθήσει το 1962 το Esta cara de la luna. Με το µυθιστόρηµά του Τα τελευταία απογεύµατα µε την Τερέζα (Βραβείο Bibliotecα Breve, 1966, Εκδ. Πατάκη, 2014) εισάγει αυτό που θα αποτελέσει το αφηγηµατικό του σύµπαν για πολλά κατοπινά του βιβλία: µια Βαρκελόνη εξαθλιωµένη από τον εµφύλιο πόλεµο, µε κατοίκους φτωχούς και απογοητευµένους και παιδιά που στερήθηκαν την παιδική τους ηλικία, αλλά κατάφερναν πάντα να δραπετεύουν στην ονειροπόληση. Το µυθιστόρηµα Si te dicen que caί (1973), το αριστούργηµα της ώριµης περιόδου του, απαγορεύτηκε από τη φρανκική λογοκρισία και εκδόθηκε στο Μεξικό, όπου τιµήθηκε µε το Premio International de Novela México. Άλλα έργα του: La muchacha de las bragas de oro (Βραβείο Planeta,1978), Un dία volveré (1982), Σεργιάνι στο Γκινάρντο (Βραβείο της Πόλης της Βαρκελόνης, 1984, Εκδ. Πατάκη, 2016), El amante bilingüe (1990), Εl embrujo de Shanghai (Εθνικό Βραβείο Κριτικής, 1994), καθώς και πολλές συλλογές διηγηµάτων και άρθρων. Για το µυθιστόρηµά του Η ουρά της σαύρας τιµήθηκε για δεύτερη φορά µε το Εθνικό Βραβείο Κριτικής καθώς και µε το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας, αποσπώντας έτσι ταυτόχρονα τις δύο µεγαλύτερες λογοτεχνικές διακρίσεις που απονέµονται στην Ισπανία. Το 2008 έλαβε για το σύνολο του έργου του το βραβείο Premio Cervantes de las Letras Españolas, το οποίο θεωρείται αντίστοιχο του βραβείου Νόµπελ για την ισπανόφωνη λογοτεχνία.

Η Γεωργία Ζακοπούλου είναι μεταφράστρια ισπανόφωνης και γαλλόφωνης λογοτεχνίας. Θέλοντας να κατανοήσει και να αναδείξει τις πολύπλοκες διεργασίες που συμβαίνουν στη λογοτεχνική μετάφραση, αναπτύσσει συστηματικές πρωτοβουλίες και μετέχει σε σχετικές εκδηλώσεις και περιοδικές εκδοτικές προσπάθειες: υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Μετάφραση, έχει διοργανώσει εργαστήρια και διεθνείς συναντήσεις επαγγελματιών μεταφραστών από και προς τα ελληνικά, και τα τελευταία χρόνια, ως μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού τέχνης και λόγου Νησίδες στη Ρόδο, γράφει και διευθύνει αφιερώματα για το λογοτεχνικό μεταφραστικό έργο και συμμετέχει στη διοργάνωση λογοτεχνικών ημερίδων και σε παρουσιάσεις βιβλίων.

Μοιράσου το άρθρο: