MIA ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Το «Ουίσκι μπλε» είναι μια ματιά στον αγώνα του Έλληνα για επιβίωση, στη σχέση του με τη θάλασσα όπως διαμορφώθηκε από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, τη δύναμη της ελληνικής ναυτοσύνης, τη μετανάστευση και την αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης μέσα στον εικοστό αιώνα. Κι ενώ αναφέρεται στο παρελθόν, με έναν παράξενο τρόπο αγγίζει πολλές πτυχές του σήμερα, αφού η λογοτεχνία μπορεί πάντα να έχει άμεση σχέση με την επικαιρότητα, τις περισσότερες φορές, χωρίς καν ν’ αναφέρεται σ’ αυτήν.

Έτσι το Ουίσκι μπλε γίνεται η αφηγηματική ματιά στην περιπέτεια της ζωής όπως διαμορφώθηκε τον προηγούμενο αιώνα, όταν οι άνθρωποι ακολουθούσαν τα όνειρα τους για μια καλύτερη ζωή, και παράλληλα ένα καλειδοσκόπιο που δείχνει την οδυνηρή πραγματικότητα που έζησε ο Έλληνας και που δυστυχώς εξακολουθεί να ζει και στις μέρες μας, τώρα που οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, έτσι όπως εξελίσσονται και σήμερα, μοιάζουν τραγικά με εκείνες που τον οδήγησαν μεταπολεμικά στη μετανάστευση.

Ο ήρωας αυτού του βιβλίου θα γεννηθεί σε έναν ξένο τόπο, θα δει τα δεδομένα της ζωής του να αλλάζουν δραματικά γύρω του σε πολύ μικρή ηλικία, θα αναζητήσει ένα καλύτερο αύριο, αρχικά στον τόπο καταγωγής του, τη Σαντορίνη, του μόχθου και της τραχιάς, πέτρινης γης, έπειτα στον μεταπολεμικό Πειραιά κι από εκεί στα ορυχεία του Βελγίου, στις γαλαρίες του κάρβουνου και της αγωνίας, μιας αγωνίας που κορυφώνεται σε βάθος 1200 μέτρων κάτω από τη γη, ματώνει στο φοβερό δυστύχημα του 1956 και στοιχειώνει από τον ήχο μιας φυσαρμόνικας, για να γυρίσει πίσω και να συνεχίσει την προσωπική του αναζήτηση στον Πειραιά, πριν φύγει για τη Νέα Υόρκη. Κι όλα αυτά για να καταλάβει τελικά πως μετανάστης θα πει ξένος και πως αυτός είναι ένας τεράστιος κοινωνικός στιγματισμός, από τον οποίο θα νιώσει την ανάγκη να ξεπλυθεί, βουτώντας κυριολεκτικά μέσα στα κύματα.

Η θάλασσα πάντα δίπλα του, δρόμος διαφυγής και προσωπικής αναζήτησης, παρηγοριά στην αναπόδραστη μοναξιά του, όχημα μεταφοράς ενός ολόκληρου πολιτισμού σε όλο τον κόσμο, γίνεται για τον κεντρικό ήρωα η ιδιωτική του διέξοδος και ταυτόχρονα αγκαλιάζει το πεπρωμένο του, όταν αντιληφθεί πως τα λιμάνια του κόσμου μπορούν να γίνουν ο τόπος στον οποίο θα ξεχάσει τη φτώχεια, την παγωνιά της Β. Ευρώπης και το όνειρο της Αμερικής που είχε φωλιάσει μέσα του. Η θάλασσα που μπορεί να γίνει το ίδιο εθιστική με ένα ποτό στην ψυχή μερικών ανθρώπων, ένα ουίσκι μπλε, η επί αιώνες αναλλοίωτη συντρόφισσα του Έλληνα, ταυτόσημη με το μεσογειακό φως που σταλάζει ελπίδα στην αιωνιότητα του λαού.

Τα χρόνια περνούν και μαζί τους κύκλοι ζωής ανοίγουν και κλείνουν για να εγκιβωτιστεί μέσα σ’ αυτούς ο μεγάλος κύκλος της μεταπολεμικής Ιστορίας του τόπου, που πρωταγωνιστεί διακριτικά στις σελίδες αυτού του βιβλίου και καθορίζει την ανθρώπινη τύχη, και ο μικρός κύκλος της προσωπικής του ζωής με την Εριέττα αλλά και των υπόλοιπων ηρώων, οι οποίοι δορυφορικά γυρίζουν γύρω του και σηματοδοτούν με την παρουσία τους και τη δική του μοίρα.

Το Ουίσκι μπλε είναι ένα μυθιστόρημα για την ελληνική θαλασσινή ψυχή και την περιπέτειά της μέσα στον εικοστό αιώνα.

Τέσυ Μπάιλα


«Κανένας ναυτικός δεν κατάφερνε να αποχωριστεί ποτέ τη θάλασσα· και ο Μιχάλης την ένιωθε να κυλά στις φλέβες του από πάππου προς πάππου, να μπαίνει στο αίμα του και να θρέφει την καρδιά του. Την ένιωθε να ζαλίζει τις αισθήσεις του, σαν το ουίσκι που συνήθιζε να πίνει καμιά φορά.

Ένα ουίσκι δυνατό και καλόπιοτο· και το ίδιο εθιστικό. Τον έκανε να ξεχνάει κάθε του έννοια και να νιώθει ένα ελαφρύ και ευχάριστο μούδιασμα στην ψυχή. Ένα ουίσκι, μπλε − όσο πιο βαθύ μπλε ήταν το χρώμα του, τόσο μεγαλύτερος γινόταν ο εθισμός του.»

Το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάϊλα Ουίσκυ μπλε κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός (σελ.: 496, τιμή: 17,70 €)

Η ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ κατάγεται από τη Σαντορίνη, αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού και Μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία, και ατομικές εκθέσεις της έχουν φιλοξενηθεί στο Πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας, αλλά και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα συνεργάζεται με τα ηλεκτρονικά περιοδικά culturenow, literature, thinkfree και fractal, όπου διατηρεί στήλες αρθρογραφίας και βιβλιοκριτικής.
Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Το μυστικό ήταν η ζάχαρη (εκδόσεις Ψυχογιός, 2013), Το παραμύθι της βροχής (εκδόσεις Δοκιμάκης, 2011) και Το πορτρέτο της σιωπής (εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία, 2009 και σε επανέκδοση από τις εκδόσεις Έναστρον, 2013).

Προσωπική ιστοσελίδα: http://tbailavaila.blogspot.gr

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η Ντενίζ τον είχε δει από την πρώτη στιγμή, όταν στάθηκε και κοιτούσε τη σοκολάτα να ρέει μπροστά του. Κι αμέσως άρχισε να παίζει ερωτικά με τον πόθο του. Το βλέμμα της διαπερνούσε τη γυάλινη επιφάνεια ανάμεσά τους κι έφτανε επάνω του με μαγνητική δύναμη. Ο Μιχάλης εξακολουθούσε να την κοιτάζει, με την ερωτική αναίδεια της νιότης του καρφωμένη επάνω της. Κάθε τόσο του χάριζε ματιές με μια αθώα λαγνεία. Κάποια στιγμή ο μυστηριώδης άντρας έσκυψε προς το μέρος της και άγγιξε τα μακριά της δάχτυλα. Εκείνη δεν τραβήχτηκε. Απεναντίας, το σώμα της έκανε μια ασυναίσθητη κίνηση να αγγίξει το δικό του όταν εκείνος έσκυψε να πιάσει από το πάτωμα το μικρό γούνινο καπελάκι της.
Νομίζοντας ότι κανείς δεν τους κοιτά, ο άντρας άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά τις γάμπες της προτού σηκωθεί, κρατώντας στο άλλο του χέρι το καπέλο. Το μόνο που μπορούσε να δει ο Μιχάλης ήταν η πλάτη του άντρα και το χέρι του, πάνω στον καρπό του οποίου γυάλιζε ένα πανάκριβο ρολόι. Και το σώμα της Ντενίζ. Το σώμα της να μοιράζεται με το δικό του μια ιδιαίτερη οικειότητα.
Τα μάτια της είχαν καρφωθεί στον Μιχάλη και μετρούσαν την ταραχή που του προκαλούσε η αργόσυρτη, σαν το χάδι του άντρα επάνω στα πόδια της, παρατεταμένη της ματιά.
Ο Μιχάλης αποφάσισε να μπει στο μαγαζί, αν και ένιωθε τα πόδια του κομμένα από την ταραχή του. Θα καθόταν στο απέναντι τραπέζι και θα παράγγελνε να πιει μια ζεστή σοκολάτα. Θα την κοιτούσε να χαριεντίζεται με τον άγνωστο άντρα και με τον ίδιο ταυτόχρονα. Δεν ήταν σίγουρος, βέβαια, ότι θα του άρεσε όλη αυτή η κατάσταση, αλλά ήταν ο μοναδικός τρόπος να βρεθεί κοντά της· να της δηλώσει την παρουσία του, να της δείξει μέσα στο βλέμμα του τη δική του αγωνία. Έτσι, λοιπόν, κατευθύνθηκε προς την είσοδο του μαγαζιού με τη σιγουριά ότι πράγματι θα μπλέξει μ’ αυτή την ιστορία, αλλά τουλάχιστον θα άξιζε τον κόπο. Αποφασισμένος να διεκδικήσει ένα ελάχιστο ίχνος ανθρωπιάς για τη ζωή του, να φορέσει μόνος του στον λαιμό του εκείνη τη θηλιά, έπιασε το χερούλι της πόρτας.
Δεν άνοιξε, όμως, ποτέ την πόρτα του μαγαζιού. Ούτε για χάρη της Ντενίζ δε θέλησε να μπει εκεί μέσα. Απεναντίας, υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι πολύ σύντομα θα τα παρατούσε όλα και θα επέστρεφε πια στην πατρίδα του, και δεν τον ένοιαζε ούτε για τα προνόμια τα οποία τους είχε υποσχεθεί η κυβέρνηση της χώρας, ούτε για τα πέντε χρόνια στα κάτεργα του κάρβουνου και το καταραμένο κοντράτο.
Πιάνοντας το χερούλι για να ανοίξει την πόρτα του καταστήματος και να μπει μέσα, είδε μια ταμπέλα στο τζάμι με την επιγραφή: ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΕ ΙΤΑΛΟΥΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΣΚΥΛΟΥΣ. Γραμμένη σε τρεις γλώσσες: στα γαλλικά, στα ιταλικά και στα ελληνικά.
Γύρισε από την άλλη να φύγει.
«Τα σκυλιά, οι Έλληνες και οι Ιταλοί! τους χαλάμε την ομοιομορφία της πόλης τους, ποντίκια στα λαγούμια τους είμαστε», μονολόγησε. «Έχει δίκιο ο Αποστόλης. Έλληνες και Ιταλοί να δουλεύουν στο κάρβουνο για να προκόβουν αυτοί. Έλληνες και Ιταλοί να δουλεύουν σαν σκυλιά… κι αυτή η γυναίκα… μια καταραμένη θηλιά, που παραλίγο να περάσω στον λαιμό μου. Μια θηλιά η χώρα αυτή, τελικά… μια θηλιά· και ο αέρας, όταν περνάει με δυσκολία στα πνευμόνια μου, κι η μαυρίλα του ουρανού πιο πηχτή κι από της γαλαρίας, και το κρύο και ο ήλιος, μια και αρνείται να σκύψει πάνω απ’ αυτή την παγωμένη χώρα, και η σοκολάτα που ποτέ δε θα πιω… όλα μαζί μια μεγάλη, φτιαγμένη από χοντρό σκοινί θηλιά· και την πέρασα στον λαιμό μου».
Κάποιος πρέπει να άνοιξε την πόρτα και να βγήκε από το καφέ, παρασύροντας μαζί του έναν μελωδικό ήχο, γιατί ο Μιχάλης άκουσε έναν τριγμό του μεντεσέ και ένα γυναικείο περιπαικτικό γέλιο να φτάνει κοντά του, όταν αποφασισμένος πια ξεμάκραινε. Η μυρωδιά αχνιστής σοκολάτας ξεχύθηκε στο κατόπι του από την ανοιχτή πόρτα και μαζί της εκείνο το γέλιο. Το γέλιο της Ντενίζ, σκέφτηκε και κλοτσώντας μια μικρή πέτρα απομακρύνθηκε βιαστικά.

 

Μοιράσου το άρθρο: