ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2013 και πήρε το βραβείο Goncourt την ίδια χρονιά, δεν έλειψαν οι επικριτές που κατηγόρησαν τον συγγραφέα, γνωστό για τα αστυνομικά του μυθιστορήματα μέχρι τότε, ότι εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία της επετείου για τα εκατό χρόνια από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για να γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα τον πόλεμο. Η συνέχεια διέψευσε τους κακολόγους: το βιβλίο έκανε τη διαδρομή του πολύ πέρα από την επετειακή συγκυρία. Και τόση ήταν η επιτυχία του, που όχι μόνο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο με μία ταινία («Ραντεβού εκεί ψηλά») η οποία επίσης βραβεύτηκε με το César, αλλά και ενέπνευσε τον συγγραφέα για να γράψει τη συνέχεια. Αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε πιο κάτω. Προς το παρόν, ας μείνουμε στο Καλή αντάμωση εκεί ψηλά.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η δράση του μυθιστορήματος αρχίζει με τη λήξη του πολέμου, την υπογραφή της ανακωχής πιο σωστά, τον Νοέμβριο του 1918, και εκτυλίσσεται μέσα στα δύο επόμενα χρόνια. Κεντρικά πρόσωπα, ο Εντουάρ Περικούρ, γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας (ο πατέρας του είναι τραπεζίτης), ταλαντούχος στο σχέδιο και ομοφυλόφιλος, και ο Αλμπέρ Μαγιάρ, ταπεινής καταγωγής, απλός λογιστής που όλοι τον βλέπουν, με πρώτη τη μητέρα του, σαν έναν looser. Η φιλία των δύο ανδρών αρχίζει στις 9 Νοεμβρίου του 1918, ακριβώς πριν από την υπογραφή της ανακωχής. Ο Αλμπέρ γίνεται μάρτυρας ενός εγκλήματος: ο υπολοχαγός Πραντέλ, ένας αριβίστας ξεπεσμένος αριστοκράτης, θέλοντας να επιτύχει την άνοδό του στην ιεραρχία διατάζει μια τελευταία επίθεση του λόχου, παρ’όλο που έχει λάβει την έγγραφη διαταγή για παύση των εχθροπραξιών. Στη διάρκεια της επίθεσης, ο Άλμπερ βρίσκεται πεσμένος μέσα σ’ έναν βαθύ λάκκο από οβίδα, σπρωγμένος από τον ίδιο τον υπολοχαγό. Θα του σώσει τη ζωή ο Εντουάρ, αλλά αν ο Αλμπέρ βγαίνει σώος και αρτιμελής από εκείνο το μακελειό, δεν συμβαίνει το ίδιο και για τον σωτήρα του: ένα θραύσμα οβίδας του σακατεύει το μισό πρόσωπο, το στόμα, το πηγούνι, τον λαιμό. Θα μείνει για πάντα παραμορφωμένος, με δυσκολία στην άρθρωση και στην κατάποση.

Σκηνή από την ταινία «Ραντεβού εκεί ψηλά», σε σκηνοθεσία του Αλμπέρ Ντιποντέλ.

Γύρω από τους δύο κεντρικούς ήρωες κινούνται και δρουν και άλλοι χαρακτήρες, εκπροσωπώντας ο καθένας μια κοινωνική κατηγορία, μια συμπεριφορά, μια στάση ζωής: ο άτεγκτος πατέρας Περικούρ, που δεν αποδέχτηκε ποτέ τις ιδιαιτερότητες του γιου του· η κόρη του Μαντλέν, μια άσχημη μεγαλοκοπέλα που πέφτει στα δίχτυα του αδίστακτου Πραντέλ. Και πολλές άλλες ακόμη φιγούρες, που ενσαρκώνουν αυτό που θέλει να δείξει και να καταγγείλει ο συγγραφέας.

Ο συγγραφέας του βιβλίου «Καλή αντάμωση εκεί ψηλά» Πιερ Λεμέτρ

Και εδώ περνάμε στο δεύτερο επίπεδο του βιβλίου. Μέσα από από τις περιπέτειες των χαρακτήρων αναδύονται οι «παράπλευρες απώλειες» του τρομερού εκείνου πολέμου, του Μεγάλου, όπως ονομάστηκε επειδή δεν είχε υπάρξει προηγούμενο σε αριθμό εμπλεκομένων κρατών και απώλειες ανθρώπινων ζωών. Πέρα από τα εκατομμύρια νεκρών, πέρα από τις ρημαγμένες πόλεις και χωριά, πέρα από την καμμένη ύπαιθρο, ο πόλεμος έπληξε θανάσιμα και το πνεύμα, τις αρχές της εποχής και των ανθρώπων. Επέτρεψε να αναδυθεί ό,τι χειρότερο έχει ο άνθρωπος, έγινε μια εξαιρετική δικαιολογία για να ξεσπάσουν αχαλίνωτοι ο κυνισμός, η βαρβαρότητα, η κερδοσκοπία, οι απάτες εις βάρος εκείνου του ίδιου λαού που είχε χάσει τα παιδιά του σε μια παράλογη και εξωφρενική αιματοχυσία. Ένας μολυσμένος άνεμος σήκωσε τα μιάσματα από τα σκουλίκια και τα όρνια που έτρωγαν τους άταφους νεκρούς και μετατρέποντάς τα σε μιάσματα διαφθοράς τα σκόρπισε παντού, πάνω από ήδη διεφθαρμένες συνειδήσεις, αλλά και πάνω από εκείνες που ήταν ακόμη καθαρές. Από αυτή τη λαίλαπα δεν γλίτωσαν ούτε ο Εντουάρ και ο Αλμπέρ.

Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με ένα απαιδιόδοξο βιβλίο; Απαισιόδοξο όχι, ρεαλιστικό, όμως, σίγουρα. Ο Πιέρ Λεμέτρ ζωντανεύει με τη μαστοριά του έμπειρου συγγραφέα την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής και καταφέρνει να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη από τις πρώτες (και πόσο δυνατές!) σελίδες μέχρι τις τελευταίες, επιστρατεύοντας όλα τα εργαλεία: γυρίσματα της πλοκής, απρόοπτες εξελίξεις, συγκινησιακή φόρτιση.

Για μένα, η μετάφραση αυτού του βιβλίου ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εμπειρία. Και αισθάνομαι ευτυχής που οι Eκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ μου ανέθεσαν και τη μετάφραση της συνέχειας του Καλή αντάμωση. Πράγματι, ο Λεμέτρ έγραψε ένα δεύτερο μυθιστόρημα στο οποίο συνεχίζει την ιστορία (των ηρώων του αλλά και της Γαλλίας, κατ’ επέκταση και της Ευρώπης) από εκεί που την άφησε στο πρώτο, έχει δε την πρόθεση να γράψει και ένα τρίτο! Αποδεικνύοντας ότι πρόθεσή του δεν ήταν να εκμεταλλευτεί την επέτειο των εκατό χρόνων από την έναρξη του πολέμου, αλλά απλώς να την αξιοποιήσει και να συνθέσει κάτι πιο σφαιρικό και, γιατί όχι; και πιο φιλόδοξο.

Ας αξιοποιήσουν και οι αναγνώστες τη φετινή επέτειο για τα εκατό χρόνια από τη λήξη, αυτή τη φορά, εκείνου του πολέμου, για να διαβάσουν το βιβλίο. Και για να δουν και την ταινία. Αξίζει τον κόπο να απολαμβάνουμε ωραία αναγνώσματα και θεάματα, αλλά και να θυμόμαστε σελίδες μιας ιστορίας όχι και τόσο παλιάς. Επαγρυπνώντας ώστε να μην τις ξαναζήσουμε.

Έφη Κορομηλά


Το μυθιστόρημα του Πιερ Λεμέτρ Καλή αντάμωση εκεί ψηλά κυκλοφορεί, σε νέα έκδοση, από τις Εκδόσεις Μίνωας (σελ.: 592, τιμή: 15,99 €). Το εξώφυλλο είναι βασισμένο στο εικαστικό της ταινίας Ραντεβού εκεί ψηλά, σε σκηνοθεσία του Αλμπέρ Ντιποντέλ, η οποία είναι βασισμένη στο βιβλίο. Η ταινία γνώρισε μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία το 2017, μένοντας τρεις μήνες στην κορυφή του καταλόγου με τις πιο εμπορικές ταινίες. Kέρδισε συνολικά 5 βραβεία Σεζάρ, εκ των οποίων το βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας για τον Αλμπέρ Ντιποντέλ και το βραβείο Καλύτερης Προσαρμογής Σεναρίου, για τον Ντιποντέλ και τον Πιερ Λεμέτρ.

Το βιβλίο:
• Τιμήθηκε το 2013 με το βραβείο Goncourt, το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας.
• Έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 600.000 αντίτυπα.
• Βρίσκεται ακόμη στη λίστα με τα ευπώλητα βιβλία, έξι χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία.

Ο Πιερ Λεμέτρ γεννήθηκε στο Παρίσι το 1951. Δίδαξε για πολλά χρόνια λογοτεχνία, προτού αποφασίσει να γίνει συγγραφέας. Το Ιρέν, το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημά του, με πρωταγωνιστή τον ντετέκτιβ Καμίγ Βεροβέν, κυκλοφόρησε το 2006. Ακολούθησαν άλλα τρία αστυνομικά μυθιστορήματα με ήρωα τον ίδιο ντετέκτιβ, Αλέξ (Alex, 2011), Ανν (Sacrifices, 2012), Rosy et John (2013), τα οποία τον κατέταξαν στους πιο καταξιωμένους Γάλλους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας. Τα βιβλία του γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία και έχουν μεταφραστεί σε 35 γλώσσες. Ο συγγραφέας έχει λάβει πολυάριθμες διακρίσεις για το έργο του, ανάμεσά τους τα βραβεία: Prix du Premier Roman du Festival de Cognac, Prix Le Point du Polar Européen, Prix des Lecteurs Policier du Livre de Poche, καθώς και το International Dagger Award για τα μυθιστορήματα Αλέξ και Ανν.

Η Έφη Κορομηλά γεννήθηκε στην Αθήνα λίγο μετά τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Μεγάλωσε στο μικροαστικό Μοσχάτο, πήγε σ’ ένα εξαιρετικό δημοτικό σχολείο μοντεσοριανής αντίληψης και μετά στην αυστηρή ελληνογαλλική σχολή Jeanne d’Arc. Εκεί την αισθητά λιγότερο διασκεδαστική ατμόσφαιρα την αντιστάθμιζε η μάθηση της γαλλικής γλώσσας. Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο στη συνέχεια για σπουδές στα νομικά, μεταπτυχιακά στο Παρίσι και επιστροφή στην Αθήνα τη δεκαετία του ’80 με την πεποίθηση ότι η άσκηση της δικηγορίας δεν της ταίριαζε, και την απόφαση να αξιοποιήσει άλλες δεξιότητες και να τις κάνει, αν μπορούσε, επάγγελμα.
Έτσι ανοίχτηκε ο δρόμος προς τη λογοτεχνική μετάφραση, αργός, δύσβατος, αλλά και συναρπαστικός από την αρχή και μέχρι σήμερα. Πλήρης και αποκλειστική επαγγελματική δραστηριότητα δεν έγινε ποτέ, πώς θα μπορούσε άλλωστε, χρειαζόταν και ακόμη χρειάζεται και κάτι πιο «αποδοτικό» δίπλα της. Και ευτυχώς, αυτό το «αποδοτικό» είναι τα τελευταία πολλά χρόνια η διδασκαλία λογοτεχνικής μετάφρασης στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας.
Με προτίμηση σε κλασσικούς συγγραφείς στην αρχή αλλά και μέχρι τώρα (περισσότεροι από 30, ανάμεσα στους οποίους ο Ρουσσώ, ο αββάς Πρεβό, οι αδελφοί Γκονκούρ, ο Φλωμπέρ, ο Μπαλζάκ, και άλλοι) και με σύγχρονους που πληθαίνουν στη μεταφραστική εργογραφία της (κοντεύουν να φτάσουν τους κλασσικούς και ανάμεσά τους η Ντυράς, ο Σεμπρούν, η Κλεμάν, ο Σλοκόμπ, η Καουτέρ), συνεχίζει να ασχολείται, να είναι αφιερωμένη θα έλεγε, αν δεν φοβόταν μην ακουστεί μεγαλόστομο, με τη λογοτεχνική μετάφραση που δεν παύει να την συναρπάζει, να την τρομάζει, να την ενθουσιάζει. Μια διαρκής πρόκληση που δεν χάνει ποτέ τη φρεσκάδα της.

Μοιράσου το άρθρο: