ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Κήτος πεινασμένο»

Μεγάλο μέρος του Κήτους γράφτηκε στον ξύλινο πάγκο ενός μπιστρό, στο κέντρο της Αθήνας. Ανακάλυψα τις μυρωδιές και τις γεύσεις του ένα ανοιξιάτικο απόγευμα, όταν —στην κυριολεξία— τις λούστηκα με τη μορφή ενός ποτηριού κρασί, που χύθηκε στην ποδιά μου.

oura_blackΌση ώρα ο σερβιτόρος πάσχιζε να καθαρίσει τον λεκέ, εγκαταλείφθηκα στην παρατήρηση της ατμόσφαιρας: είδα πολύχρωμα μπουκάλια να παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μου, ξεροψημένες μπρουσκέτες με αλλαντικά, πιατέλες με τυρί, βαζάκια ξέχειλα από λαχταριστή μαρμελάδα ντομάτας, παξιμάδια κατάμαυρα, από χαρούπι. Μ’ ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη, είδα τη Ρόζα, την ιδιοκτήτρια, να καταφτάνει φορτωμένη με μικρά γλαστράκια δυόσμου και βασιλικού, να τα τοποθετεί στην είσοδο και σαν μικρά παιδιά, να τους χαϊδεύει το κεφάλι. Την είδα, έπειτα, να κάθεται με την εφημερίδα της σ’ ένα τραπέζι, έξω στο κρύο, και κάθε τόσο να πλησιάζει τα μυρωδάτα δάχτυλα στη μύτη, με ηδονή μαζί και συστολή, λες κι έκανε κάτι κρυφό, απαγορευμένο. Σκέφτηκα πως «ναι, έτσι οφείλει να είναι η λογοτεχνία»: ένα χέρι που σε βουτά απ’ το σβέρκο και σε ρίχνει στο μέσο ενός μικρόκοσμου γεμάτου μυρωδιές και εικόνες, να παρατηρείς με εγκατάλειψη έξω απ’ το τζάμι μια όμορφη γυναίκα, που δεν υποψιάζεται την ύπαρξή σου.

17799429_101554047007756Εκείνο το απόγευμα βρήκα, λοιπόν, τη θέση μου σε μια γωνιά του μπαρ, απ’ όπου μπορούσα να βλέπω όλο σχεδόν τον χώρο, μαζί κι ένα κομμάτι της κουζίνας. Ακολουθώντας τα λευκά σύννεφα του ατμού, κοντά στην πηγή του θαυμάσιου σύμπαντος των γεύσεων, των αρωμάτων, των χεριών που, με χορευτικές σχεδόν κινήσεις, γέμιζαν κρασί το ένα ποτήρι μετά το άλλο, άρχισα να γράφω. Αν ξεφυλλίσω το σημειωματάριο της περιόδου, ίσως να βρω ανάμεσα στις σελίδες του φυλλαράκια δυόσμου, ρίγανη, κίτρινους λεκέδες από ελαιόλαδο κι ίσως μια πιτσιλιά κατακόκκινου αυγουστιάτη. Θα βρω, όμως, σίγουρα το όνομα της Ρόζας και την αρχή του διηγήματος «Η πείνα», που περιλαμβάνεται στο Κήτος κι είναι από τα πιο αγαπημένα μου κείμενα της συλλογής.

blackΗ πείνα, σαν αίσθηση, εμφανίζεται πολλές φορές στο βιβλίο, μέχρι που θα έλεγα πως παίζει κυρίαρχο ρόλο στην πλειονότητα των κειμένων που το απαρτίζουν. Είναι η πείνα αφενός για φαγητό, αλλά κι εκείνη η ακόρεστη πείνα για χάδι και έρωτα. Όσον αφορά στο ομώνυμο διήγημα, η αφηγήτρια είναι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που παραθερίζει με τον πατέρα της σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο. Ενώ οι υπόλοιποι ένοικοι, ράθυμοι και νωχελικοί μοιάζουν ν’ απολαμβάνουν το καλοκαίρι, η μικρή βασανίζεται από έναν πόνο εσωτερικό, εκείνον της έλλειψης της μητέρας. Επιπλέον, αρνείται να φάει. Παραδομένη, κάθεται ολημερίς πίσω απ’ τα αραιά κάγκελα του μπαλκονιού και παρατηρεί τα πάντα από ψηλά, ανακουφίζοντας τις φλογισμένες της παλάμες στο δροσερό δάπεδο. Το μόνο που εξάπτει την περιέργειά της είναι η Ρόζα, η μαγείρισσα του ξενοδοχείου. Μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική η μορφή της, ένα όραμα που κάνει την εμφάνισή του μονάχα τις βραδινές ώρες, όταν έχει πια τελειώσει τη δουλειά και —εξαντλημένη— αφήνεται να πέσει μαλακά στο γρασίδι. Είναι η μόνη που δείχνει να πατά με το ένα πόδι έξω από τη γυάλινη φούσκα που περιβάλλει τις ημέρες της αφηγήτριας.

Η Ρόζα, περισσότερο από φιγούρα, είναι μυρωδιά μεθυστική. Κι έτσι φτάνει η παρουσία της ως την αφηγήτρια, καθώς εξαντλημένη ξεκουράζει το κορμί της στον τριγωνικό κήπο: σαν «λαχταριστό μαγειρεμένο φαγητό». Το κορίτσι βιώνει το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι, σαν ένα αίσθημα πείνας, που δεν ξέρει πώς να τιθασεύσει. Η μικρή δεν το ξέρει πως ερωτεύεται, καταλαβαίνει όμως ότι πεινάει. Στη θέα της Ρόζας αναστατώνεται, νιώθει μέσα στο κορμί της μια μηχανή, σαν τρένου, να βρυχάται. Γι’ αυτό και —σαν παιδί— αντιδρά στην τελευταία σκηνή με τρόπο ολότελα παράδοξο.

moby_dick_blackΜου αρέσει να σκέφτομαι πως συνέλεξα στον δρόμο της μνήμης και της φαντασίας μου λογιών-λογιών μυρωδικά, έφτιαξα ένα σφιχτοδεμένο ματσάκι κι απαλά χτύπησα κάθε ψηφίδα του Κήτους. Μοσχοβολάει, λοιπόν, η κοιλιά του, ακόμη κι αν κρύβει πόνο μες στα σπλάχνα. Δεν ξέρω αν στο «μαρινάρισμά» του έπαιξε ρόλο η καταβύθισή μου σ’ εκείνο το αθηναϊκό μπιστρό, αν κλείσω όμως τα μάτια, έρχονται στα ρουθούνια μου οι μυρωδιές του, ισχυρότερες από οποιαδήποτε εικόνα. Άλλωστε έτσι πορεύομαι κι εγώ: κάθε μνήμη μου από την παιδική ηλικία έχει τη δική της γεύση, κάθε έρωτας τη δική του μυρωδιά, κάθε χωρισμός τον πόνο της στέρησής της.

Απέναντι στη λογοτεχνία, μου αρέσει να με φαντάζομαι, πολλές φορές, σαν πεινασμένο παιδί που κάποιος ξέχασε μέσα σε μια κουζίνα: γεμάτη κατσαρόλες που βράζουν, με τον καυτό μυρωδάτο ατμό να ανεβαίνει ως το ταβάνι, με σκόρπια στο πάτωμα λογιών-λογιών μυρωδικά. Μα πάνω απ’ όλα, με την ελπίδα πως —από στιγμή σε στιγμή— μια πόρτα θ’ ανοίξει, και η Ρόζα η μαγείρισσα θα μπει και θα μου πει «έλα να φας».

Ούρσουλα Φωσκόλου
(φωτογράφος: Εύη Τσούτσουρα)

image
Το βιβλίο της Ούρσουλας Φωσκόλου Το Κήτος. Μικρά και μεγάλα πεζά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κίχλη (σελ.: 88, τιμή: 10,00 €).

Η Ούρσουλα Φωσκόλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986 και εργάζεται ως γραφίστρια. Είναι μόνιμη συνεργάτις του λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ και επιμελείται τη σελίδα του στο διαδίκτυο. Μεταφράσεις και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Νέα Ευθύνη, Νέο Επίπεδο, Το Δέντρο, (δέ)κατα, Ένεκεν, manifesto, Ακτή, Θράκα, Πλανόδιον, Φρέαρ.

image ουρά

Μοιράσου το άρθρο: