[blocktext align=»left»]ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα[/blocktext]

Παιδί ήμουν όταν πρωτάκουσα κάτι παράξενες αφηγήσεις για την Αλβανία, συγκεκριμένα για τη μη πολιτικώς πια ορθή τοποθέτηση «Βόρεια Ήπειρο» αλλά και για τις μεταναστεύσεις των προγόνων στην Εγγύς Ανατολή ή στην Αργεντινή. Ο πατέρας μου επέμενε πως δυο μέλη της οικογένειας είχαν δουλέψει ως ναυπηγοί στο χτίσιμο του θωρηκτού «Αβέρωφ» και πως προέρχονταν από τους Άλεν. Μόνο που ποτέ δεν τους είχε κατονομάσει ως Εβραίους της διασποράς που είχαν αρχικά ρίζα στη Βιέννη.

Ύστερα ήταν τα γράμματα της γιαγιάς που έρχονταν στην Ελλάδα από την Αλβανία μέσω Ιταλίας αλλά και οι ιστορίες για έναν από τους προπάππους που έκαναν διεθνείς μεταφορές στα Βαλκάνια, με μουλάρια εννοείται.

Θέλησα να βάλω όλες αυτές τις ιστορίες σε τάξη και γέμισα τα εκατοντάδες κενά τους με μυθιστορηματικά ψέματα. Παράλληλα μ’ αυτές ήθελα να γράψω και για έναν έρωτα αλλά και για τη μοναξιά. Κι έτσι τοποθέτησα τον αφηγητή μου σε χειμερινό τοπίο, μονάχο του σ’ ένα σπίτι σκεπασμένο από το χιόνι. Για ένα μεγάλο διάστημα, όταν τα έγραφα όλα αυτά, βρισκόμουν εγώ σ’ ένα σπίτι σκεπασμένο από το χιόνι, ουσιαστικά αποκλεισμένος, με μόνη διέξοδο προς τον έξω κόσμο το ίντερνετ. Κι έτσι μπορούσα να μιλήσω για τη μοναξιά από πρώτο χέρι αλλά και για τη στέρηση της γυναίκας, όπως μπορούσα να μιλήσω και για τα μεγάλα πάθη μου, ανάμεσά τους και το ψάρεμα. Ένα μίξερ…

Ύστερα ήταν η παλιά Δάφνη, μια συνοικία εργατική, που μετατράπηκε σε συνοικία μικροαστών, ένα ακόμα κομμάτι ζωών ξοδεμένων στο τίποτα αλλά και οι σημαντικοί φίλοι με τους οποίους διασταυρώθηκα στην εφηβεία μου, οι άγνωστοι ήρωες που διαδραμάτισαν το ρόλο τους σε σημαντικά γεγονότα της νεότερης ιστορίας. Κι εδώ έπαιξε σημαντικό ρόλο η εμπειρία του παλιού ρεπόρτερ. Μπόλιασα το βιβλίο με συνεντεύξεις υπαρκτών ακόμα και σήμερα προσώπων που χρωμάτισαν με τον τρόπο τους παρελθούσες δεκαετίες. Ήθελα να γράψω πώς κινήθηκε εντέλει μια διαδήλωση που κατέληξε να πολυβολιθεί στο Σύνταγμα το 1944 ή πώς ένας ζωγράφος έγινε ενώ ο πατέρας του τον προόριζε για δημόσιο υπάλληλο. Θα το επαναλάβω: ένα μίξερ…

Και βέβαια κατά κύριο λόγο ήθελα να συνομιλήσω για μια φορά ακόμα με τον μεγαλύτερο ήρωα της ζωής μου, τον πατέρα μου αλλά, όπως γράφω και στο βιβλίο, για να μάθει η κόρη μου, έστω και ψήγματα από την ιστορία της γενιάς της που εντελώς τυχαία συνάντησε την Ιστορία.

Σ’ ένα σούπερ μάρκετ πριν από λίγο καιρό μια κυρία είχε πάρει το Τέλος εποχής στα χέρια της, διάβασε το οπισθόφυλλο και το αγόρασε. Της είπα γελώντας «σωστή επιλογή κάνατε» και της το υπέγραψα. Χάρηκα έως υπερβολής για το τυχαίο, για να ακριβολογώ μακάρισα την τύχη μου. Γιατί, το να βλέπω, ό,τι με γάνιασε επί δύο χρόνια, να παίρνει το δρόμο του, παύει να είναι η μοναξιά της συγγραφής και γίνεται η χαρά της ευλογημένης επικοινωνίας.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΑΦΚΟΣ

TELOS_EPOXIS cover
Το μυθιστόρημα του Χρήστου Σιάφκου Τέλος εποχής κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος (σελ.: 256, τιμή: 13,99 €).

Ο Χρήστος Σιάφκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953 και σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο στη Σικελία της Ιταλίας. Έχει εργαστεί αρχικά ως ρεπόρτερ και στη συνέχεια ως υπεύθυνος τμημάτων και αρχισυντάκτης σε εφημερίδες και περιοδικά, σχεδόν πάντα στο χώρο του πολιτιστικού ρεπορτάζ.
Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1999 με το μυθιστόρημα Ένας χωρισμός. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Υγρός Αύγουστος και Γλυκιά ζωή. Συμμετείχε στις συλλογές διηγημάτων Vivere pericolosamente, Chercher la… France, Το λιμάνι της ζωής μου, Σου γράφω ένα γράμμα και Ιστορίες στον αφρό.
Έγραψε τη βιογραφία του Τάσου Ζωγράφου με τίτλο Σκηνικό ζωής αλλά και αυτήν του Μιχάλη Κακογιάννη με τίτλο Σε πρώτο πλάνο. Τέλος το 2011 έγραψε το Νεόπτωχος ζητεί λύσεις επειγόντως.
Έχει μεταφράσει μυθιστορήματα, δοκίμια και ποίηση από τα ιταλικά.

Μοιράσου το άρθρο: