ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ,

ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Με την καρδιά μικρού παιδιού, ο τολμηρός και άτολμος, ο πειρατής κι ο ναυαγός, με μια ψυχή που αιμορραγεί στα πάθη και στα όνειρα. Όλα μαζί τ’ ανθρώπινα τα κουβαλά μονάχος…»

Ο Κήπος του Ανάγερτου δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο με αρχή, μέση και τέλος. Είναι πιο πολύ σκέψεις, σκέψεις μεθυσμένες, σκέψεις ποιητικές, άλλοτε πεζές, άλλοτε στοχαστικές, σκέψεις που γεννιούνται και γράφονται στο χαρτί πριν πεθάνουν, όπως οι καρποί των δέντρων που μαζεύονται πριν πέσουν στο χώμα. Έτσι απλά απ’ τους καρπούς, απ’ τη βροχή και το φιλί, γεννήθηκαν τούτα τα ποιήματα.

Είναι κάτι στιγμές
Είναι κάτι στιγμές οι ίδιες πάντα
λίγο προτού ο ήλιος κοιμηθεί
που τα κορμιά πονάνε.
Είναι η ώρα που βγάζει ο ήλιος
βόλτα τις ψυχές.
Δεν νοιώθουν πόσο καίγονται.
Αυτές γλεντάνε.

Ετυμολογικά το γερτός σημαίνει ούτε σκυφτός, ούτε ανάλγητος. Όμως η λέξη αυτή, ως επίθετο, δεν έχει καμία σχέση με τον τίτλο του βιβλίου. Η λέξη ανάγερτος που χρησιμοποιώ ως ψευδώνυμο είναι όνομα. Ένα εύηχο όνομα μικρού πουλιού, που το δανείστηκα από ένα πανέμορφο παραμύθι του Γιώργου Κουτσαντώνη με τίτλο «Ζωή Χρωματιστή».

Κι ενώ η ζωή μου όλη στον επαγγελματικό στίβο μοιράζεται ανάμεσα σε πλατφόρμες πετρελαίου ως μηχανικού και σε μονάδες φυσικού αερίου μέχρι και τούτη τη στιγμή, θα έλεγα πως μάλλον η ποίηση αποφάσισε ν’ ασχοληθεί μαζί μου έτσι απρόσμενα και ξαφνικά καθώς έγινε. Κι εδώ θεωρώ πως δύο πράγματα έπαιξαν ρόλο. Πρώτον, οι συνθήκες της ζωής που μου χάρισαν ατέλειωτες ώρες μοναχικότητας και δεύτερον, η ανάγκη της ψυχής να μιλήσει. Και βρήκε τον λόγο που της ταίριαζε. Τον ποιητικό. Τον λυρικό, τον μεστό, τον αιχμηρό, τον ρεαλιστικό και πολλές φορές χειμαρρώδη.

Θάλασσά μου
Κρατάω σιωπηλά να μη μ’ ακούω,
κοιτώ τους φάρους που
ανοιγοκλείνουν τα φτερά.
Ψυχανεμίζεται η ζωή
σε παρελθόντες χρόνους
με θάλασσα για συντροφιά.
Βαριά η ανάσα μου στην ηρεμία
χτύπαγε έντονα η καρδιά
στην τρικυμία.
Θάλασσα μάγισσα
ερωμένη κι αδελφή
φίλη πιστή…
με σένα έζησα, με σένα έπαιξα
με σένα γέλασα
Κι αν είναι πάλι να χαθώ
μαζί σου θέλω.

Όταν κυκλοφόρησε ο Κήπος του Ανάγερτου, θυμάμαι κάποιος με ρώτησε αν θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει την ποίηση με το πετρέλαιο, έτσι ερμητικά καθώς είναι κλεισμένο στα έγκατα της γης και ξαφνικά μέσα από ειδικές και «σκληροπυρηνικές» συνθήκες αναβλύζει. Του είπα πως αν και δεν το είχα ποτέ σκεφτεί, είναι αλήθεια πως θα μπορούσε κάποιος να παρομοιάσει την ποίηση έτσι, σαν μια πηχτή, καυτή λάβα, που ψάχνει διέξοδο. Ψυχή που ταλαντεύεται στην άβυσσο, από τη μαύρη στη λευκή και τ’ ανάπαλιν.

Νομίζω τελικά πως η μαγεία της ποίησης βρίσκεται στο εσώψυχο. Να φανερωθεί το εσώψυχο, η αλήθεια, το πάθος, το αγνό, το ακόλαστο, το βίωμα. Η ποίηση είναι βιωματική. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Καθώς είμαι φανατικός οπαδός του Κίρκεγκωρ, μου έρχονται στο νου τα λόγια του, «δεν μπορώ να διαβάσω παρά μονάχα γραπτά που κλείνουν μέσα τους δυνατά βιώματα, όπως για παράδειγμα των φυλακισμένων».

Στον ερχομό
Στον ερχομό,
πρωτόμπαρκος
που δεν ταξίδεψε ποτέ του
Μελάνι ανεξίτηλο,
ρούχο αμάνικο με τατουάζ
κρυμμένο όνομα στον ώμο
Βρέχει αγέρα σήμερα
κι η αγκαλιά
σ’ ένα ταξίδι αλαργινό
με το μυαλό φιλονικεί
Όσο ζυγώνεις την ψυχή
ο δρόμος σου μακραίνει!

Αν και με έχουν αγγίξει πολλοί ποιητές όπως ο Παλαμάς, ο Ελύτης, ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Λειβαδίτης από τους δικούς μας, και ο Νερούδα, ο Μαγιακόφσκι, ο Ρίλκε ο Τράνστρεμερ από τους ξένους, εγώ προσπαθώ να οδηγώ τη σκέψη μου σε δικά μου μονοπάτια. Εμείς άλλωστε είμαστε λαός της ποίησης… Με όλες τις αδυναμίες μας, είμαστε λαός με περίσσεια ψυχής που κοχλάζει και αναβλύζει σαν λόγος ποιητικός.

Αλλά και η σχέση μου ευρύτερα με την Τέχνη, είναι όπως η σχέση που έχει το νερό με τη γη ή και το αντίστροφο, η γη με το νερό. Μέσα από την Τέχνη ρουφάω, αν και τις περισσότερες φορές μου δίνεται χωρίς να ξέρω τι να το κάνω όλο αυτό και πλημμυρίζω… Ίσως είναι κι αυτός ο λόγος που ασχολούμαι, ερασιτεχνικά βέβαια, με τη ζωγραφική.

Γιατί οφείλω να ομολογήσω, πως έχω ένα ακόμη «κουσούρι»… δεν μ’ αρέσει να κάθομαι πολύ στο ίδιο μέρος.

Ο κόσμος των τρελών
Απόκαμες
και βάφτισες χαρά τη θλίψη.
Σε βλέπω μόνος σου να περπατάς
μόνος να ταξιδεύεις
μόνος να χάνεσαι και να γελάς.
Κάτω απ’ τα’ αστέρια
μεσ’ στη βουή του κόσμου
μόνος.
Σ’ ακουμπώ, σ’ ακούω
δε μου μιλάς, μονολογείς…
Δεν είναι αυτός ο κόσμος μου
θέλω στον κόσμο των τρελών
εγώ να ζήσω.
Χάθηκες
και σε συνάντησα ξανά
πριν από λίγο.
Δεν σου το κρύβω, ζήλεψα.
Τουλάχιστον
Γλύτωσε ένας, είπα.

 

Η ποιητική συλλογή του Ευάγγελου Ρήγα Ο Κήπος του Ανάγερτου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις iWrite (σελ.: 258, τιμή: 14,00 €).

Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο του βιβλίου είναι έργα ζωγραφικής του συγγραφέα.
Σε ό,τι δεν είναι πιστευτό
Σε ό,τι δεν είναι μπορετό
Σ’ αυτό πιστεύω!

Η συγγραφή για μένα δεν υπήρξε ποτέ αυτοσκοπός. Ποτέ δεν είπα, τώρα πρέπει να γράψω. Στα ξαφνικά αβίαστα άρχισαν να ρέουν οι σκέψεις θαρρείς και η ψυχή γινότανε μελάνι. Έτσι ένιωθα και έτσι νιώθω όταν πιάνω το μπλοκάκι στα χέρια μου και γράφω. Στο δρόμο, στα καφέ, χαμένος στη μοναχικότητά μου η ζωή μου γίνεται πίνακας φτιαγμένος με θλίψη, με χαρά, με πόνο, με αγάπη. Τα δικά μου χρώματα. Έμαθα πια να ζωγραφίζω τη ζωή μου και τώρα πια δεν το αλλάζω.
Εκεί θα συναντιόμαστε. Σ’ ένα ταξίδι γεμάτο μαγεία, συναίσθημα κι αγάπη για τη ζωή, τον άνθρωπο και την ελευθερία.

Ευάγγελος Ρήγας

Ο Ευάγγελος Ρήγας κατάγεται από το Βόλο όπου και τελείωσε το Γυμνάσιο. Οι σπουδές του ως μηχανικό πετρελαίου και αερίου, η μετέπειτα εργασία του καθώς και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις, τον βρίσκουν περιπλανώμενο σε πόλεις σταθμούς της ζωής του όπως η Καβάλα, η Θεσσαλονίκη και οι Σέρρες όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα. Το λιμάνι του ωστόσο παραμένει ο Βόλος. Εκεί η ρίζα του, εκεί και οι γονείς του. Το γράψιμο προέκυψε εντελώς ξαφνικά. Ο Κήπος του Ανάγερτου είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή (2015).
Το blog του είναι: http://anagertos.blogspot.gr

Οι στέγες σιωπούν
Και συ δε χόρεψες ποτέ ξανά…
Πήρες όλα τα χρώματα
μπέρδεψες τη βροχή με τη λάσπη
έχτισες όνειρα
μα
κατεβασμένες ίσα το χώμα οι στέγες
σιωπούν
περιμένοντας ίσως το δικό σου
κουράγιο
να σκάψεις.
Τα αφόρετα δεν έχουν αντοχές
κι ο χρόνος μετρά ανάποδα για σένα.

Μοιράσου το άρθρο: