ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Ο Δράκουλας του Πέιτον Πλέις
(για το Σάλεμς Λοτ του Στίβεν Κινγκ)

«Το Πέιτον Πλέις με βρικόλακες», έτσι είχε περιγράψει ο Μπιλ Τόμπσον ο εκδότης του Σάλεμς Λοτ (1975) στον Στίβεν Κινγκ αυτό το δεύτερο μυθιστόρημά του, που εκδόθηκε μετά την Κάρι (1974). Η ιδέα του Κινγκ ήταν να συνδυάσει «το μύθο του φεουδάρχη βρικόλακα από τον Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ με τη νατουραλιστική λογοτεχνία του Φρανκ Νόρις και τα κόμικς τρόμου της EC που είχα αγαπήσει όταν ήμουν παιδί… και να βγει το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα».

Artist: Jerry Uelsmann

Μπορεί τελικά να μην έγραψε το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα, όμως ο Κινγκ έφερε έναν παλιό μύθο στη σύγχρονη αμερικανική επαρχία, τον έστησε εκεί ανάμεσα στους ανθρώπους της διπλανής πόρτας και του έδωσε νέα ζωή χάρη στην απέριττη φυσικότητα της γραφής του και στους πιστευτούς χαρακτήρες που έπλασε: του Μπεν Μίαρς, του συγγραφέα που επιστρέφει στη μικρή πόλη των παιδικών του χρόνων τυραννισμένος από την ανάμνηση ενός τρομερού ατυχήματος, αλλά με την ελπίδα πως θα καταφέρει εκεί να βρει την κάθαρση μέσ’ από το γράψιμο• της Σούζαν, της κοπέλας που ασφυκτιά στη μικρή πόλη κι ερωτεύεται τον Μπεν• του Μαρκ, του θαρραλέου αγοριού που μέσ’ από τα μάτια του βλέπουμε πολλή από την ιστορία• του Τζίμι Κόντι, του πραγματιστή γιατρού που αναγκάζεται εκών άκων να δεχτεί την ύπαρξη των βρικολάκων• του πατρός Κάλαχαν, του μεθοδιστή ιερέα που η πίστη του στο τέλος τον προδίδει• και γύρω τους, όλης της μικρής πόλης που ο Κινγκ την ξέρει από την καλή κι απ’ την ανάποδη, γιατί «μεγάλωσα σε μια τέτοια και ήξερα πώς ήταν όλες», και που στην ουσία η πρωταγωνίστρια είναι αυτή: η ίδια η κωμόπολη με τη νωχελική, αδιατάραχτη επιφάνεια που από κάτω κρύβει κακίες, έχθρητες και κουτσομπολιά• με τους αιώνιους γέρους που αφήνουν τον χρόνο να κυλά αργά, μαζεμένοι στο μπακάλικο της πόλης, και με τις γυναίκες που δεν αφήνουν ούτε φτάρνισμα να περάσει ασχολίαστο.

Στο γοτθικό μυθιστόρημα, όσα περιβάλλουν το κακό είναι παντρεμένα μ’ αυτό, ανήκουν στην ίδια τάξη πραγμάτων όλα – γεννούν το κακό, που μέσα τους μοιάζει αναπόδραστο. Μα σε τούτη την πεζή επαρχιώτικη καθημερινότητα, και σε μιαν εποχή «ασφαλή» κι άνετη χάρη στις τηλεπικοινωνίες, το αυτοκίνητο, τα νοσοκομεία, ο βρικόλακας και η κουστωδία του πιάνουν τους ανθρώπους στον ύπνο• χάρη σ’ όλες τις ανέσεις, η σάρκα τους είναι πιο μαλακή και το πνεύμα τους πιο μαλθακό, έτσι βυθίζονται ευκολότερα μέσα τους τα δόντια του τέρατος.

Μα ο Κινγκ, ακόμα κι αν ως ένα βαθμό είναι ανανεωτής, δεν είναι ούτε ανατρεπτικός ούτε μηδενιστής• συμπάσχει με τους χαρακτήρες του, ζει μαζί τους τις περιπέτειές τους, έτσι οι απλοί άνθρωποι στο Σάλεμς Λοτ, μπροστά στο απάνθρωπο κακό που είναι άλλης τάξης από τις κακίες της μικρής πόλης, γίνονται τελικά ήρωες και το αντιμάχονται. Σε τούτη την αίσθηση πως το χέρι και η καρδιά του συγγραφέα ακολουθούν τα πρόσωπα στην ιστορία, και στη τόσο ζωντανή απεικόνιση της αμερικανικής επαρχίας, χρωστά το Σάλεμς Λοτ την ειλικρίνειά του. Είναι αυτό που αγγλιστί αποκαλείται page turner, δηλαδή βιβλίο που δεν μπορείς να τ’ αφήσεις απ’ τα χέρια σου και το καταβροχθίζεις, μα είναι ένα page turner που έχει ψυχή, σ’ αντίθεση με τη Σούζαν όταν τη βρίσκει ο Μπεν σ’ ένα υπόγειο, αφού η κοπέλα έχει περάσει στον νυχτερινό κόσμο των Απέθαντων κι έχει απομυζήσει το αίμα της μητέρας της:

«Στο κέντρο, σ’ ένα υπερυψωμένο βάθρο φωτισμένη από το φακό του Τζίμι Κόντι, ήταν ξαπλωμένη ασάλευτη η Σούζαν Νόρτον. Ήταν σκεπασμένη από τους ώμους ως τα πόδια μ’ ένα απλό λευκό σεντόνι και, όταν έφτασαν δίπλα της, δεν μπορούσε κανείς τους να μιλήσει. Είχαν βουβαθεί από το δέος.

Εν ζωή, ήταν μια πρόσχαρη και χαριτωμένη κοπέλα που κάπου είχε χάσει τη στροφή του δρόμου για την ομορφιά (ίσως για λίγες ίντσες), όχι γιατί της έλειπε κάτι αλλά, πιθανώς, επειδή η ζωή της ήταν τόσο ήρεμη και συνηθισμένη. Αλλά τώρα είχε καταφέρει να δείχνει όμορφη. Με μια σκοτεινή ομορφιά.

Ο θάνατος δεν την είχε σημαδέψει. Το πρόσωπό της ήταν ροδαλό και τα χείλη της, αν και άβαφα, είχαν ένα βαθύ, λαμπερό κόκκινο χρώμα. Το μέτωπό της ήταν χλωμό αλλά αψεγάδιαστο, και οι μαύρες βλεφαρίδες ακουμπούσαν σαν καπνιά πάνω στα μάγουλά της. Το ένα της χέρι ήταν μαζεμένο στο πλευρό της και τ’ άλλο ήταν απαλά ριγμένο στη μέση της. Ωστόσο η συνολική εντύπωση δεν ήταν αγγελικής ωραιότητας αλλά ψυχρής κι απόμακρης ομορφιάς. Κάτι στην όψη της –όχι κατηγορηματικό αλλά υπονοούμενο– έφερε στο μυαλό του Τζίμι τις νεαρές κοπέλες στη Σαϊγκόν, κάποιες ούτε καν δεκατριών χρονών, που γονάτιζαν μπροστά σε στρατιώτες στα σοκάκια πίσω από τα μπαρ, όχι για πρώτη φορά ούτε καν για εκατοστή. Όμως σ’ εκείνα τα κορίτσια η διαφθορά δεν ήταν απόρροια του κακού αλλά μιας γνώσης του κόσμου αποκτημένης υπερβολικά νωρίς. Η αλλαγή στο πρόσωπο της Σούζαν ήταν διαφορετική, δίχως να μπορεί ο Τζίμι να πει με ποιον τρόπο.

[…]

“Δεν είναι νεκρή”, είπε. Η φωνή του ήταν βραχνή και πνιχτή. Ήταν η τελευταία του γραμμή άμυνας.

“Όχι”, είπε αδιάλλακτα ο Τζίμι. “Είναι Απέθαντη, Μπεν”. Τους είχε δείξει• είχε τυλίξει την περιχειρίδα του πιεσόμετρού του γύρω από τ’ ασάλευτο χέρι της και την είχε φουσκώσει. Η ένδειξη ήταν 00/00. Είχε βάλει το στηθοσκόπιό του στο στήθος της και είχαν ακούσει ένας ένας τη σιωπή μέσα της».

Κι ο Μπεν την καρφώνει».

Προφανώς η ιστορία του Κινγκ είναι σκοτεινή, άγρια, τρομαχτική, αλλά είναι γραμμένη επίσης με χιούμορ και μ’ έναν ρεαλισμό και μια προσοχή στις καθημερινές λεπτομέρειες, που κάνουν εντέλει το Σάλεμς Λοτ να μην είναι απλώς ένα καλό μυθιστόρημα τρόμου, αλλά ένα καλό σύγχρονο αμερικανικό μυθιστόρημα.

Μιχάλης Μακρόπουλος


Το μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ Σάλεμς Λοτ κυκλοφορεί, σε μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου, από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος (σελ.: 768, τιμή: €17,70).

Ειδική εικονογραφημένη έκδοση, εμπλουτισμένη με περισσότερες από 150 σελίδες σπάνιου υλικού:
– εισαγωγή από τον Stephen King
– φωτογραφίες του Jerry Uelsmann
– κομμένες σκηνές από την αρχική έκδοση
– και δύο διηγήματα που αποτελούν πρίκουελ και σίκουελ του Σάλεμς Λοτ.

Εικονογράφηση εξωφύλλου: © David Palumbo, 2014

Απόσπασμα του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ο ΣΤΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής μας. Έχει γράψει πάνω από 50 μυθιστορήματα, 200 διηγήματα και δοκίμια, με πωλήσεις άνω των 350.000.000 αντιτύπων. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει τα δύο πρώτα βιβλία της τριλογίας με πρωταγωνιστή τον Μπιλ Χότζες –Ο κύριος Μερσέντες και Ό,τι βρεις δικό σου– τα οποία έγιναν best seller. Στα έργα του, πολλά από τα οποία έγιναν ταινίες ή σειρές, συγκαταλέγονται τα Κάρι, Το Αυτό, Σάλεμς Λοτ, Το Κοράκι, Σκελετοί στην ντουλάπα (Skeleton Crew), το έπος του Μαύρου Πύργου, Η Λάμψη, Το Πράσινο Μίλι, Μίζερι, Στάσου πλάι μου, Καρδιές στην Ατλαντίδα, Ο Θόλος. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία Bram Stoker και Locus, από τη Βρετανική, Αμερικανική και Διεθνή Ένωση Συγγραφέων Τρόμου, με το Μετάλλιο Διακεκριμένης Συνεισφοράς στα Αμερικανικά Γράμματα και με το Εθνικό Μετάλλιο των Τεχνών των ΗΠΑ, ενώ τo 2016 τιμήθηκε από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου για το Σύνολο του Έργου του. Το 2018 του απονεμήθηκε το σπουδαίο λογοτεχνικό βραβείο PEN. (Stephen King’s photo © Shane Leonard)

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έζησε εννιά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Tα τελευταία εφτά χρόνια ζει με την οικογένειά του στη Λευκάδα και περνά μεγάλα διαστήματα στο Δελβινάκι Πωγωνίου, στην Ήπειρο, όπου διαδραματίζονται οι νουβέλες Σπουργίτω (Σπουργίτω, Γράχαμ, εκδόσεις Πικραμένος, 2012), Τσότσηγια &’Ωμ (εκδόσεις Κίχλη, 2017), Το δέντρο του Ιούδα (εκδόσεις Κίχλη, 2014), καθώς και άλλες ιστορίες του. Έχει εκδώσει εννιά βιβλία λογοτεχνίας για ενήλικες, το Οδοιπορικό στο Πωγώνι (εκδόσεις Fagotto, 2013) και πέντε βιβλία για παιδιά. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά. Εργάζεται ως μεταφραστής λογοτεχνίας.

Μοιράσου το άρθρο: