ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ,

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Η Κιοσέμ, κατά κόσμον Αναστασία ή Σία -αδιαμφισβήτητα Ελληνίδα- ήταν κόρη παπά η οποία στα δεκατέσσερά της αποκόπηκε βίαια από το νησί της και σύρθηκε στο παλάτι ως μία από τις αμέτρητες οδαλίσκες. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε όχι μόνο να τραβήξει την προσοχή τού σχεδόν συνομήλικού της σουλτάνου, αλλά να γίνει η πιο αγαπημένη σύζυγός του. Η δυναμική προσωπικότητά της και ο τρόπος που επιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή στο χαρέμι, ήταν αυτά που του υπαγόρεψαν την ανάγκη να της δώσει το προσωνύμιο με το οποίο έγινε γνωστή, καθώς την παρομοίασε με το κεσέμι που ηγείται του κοπαδιού, ενώ το όνομα που της είχε δοθεί από το παλάτι ήταν Μαχπεϊκέρ, που σημαίνει φεγγαροπρόσωπη.

Το βιβλίο ξεκινάει με μια αναφορά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το ζητούμενο είναι να μπει ο αναγνώστης στο κλίμα της εποχής εκείνης, να κατανοήσει τις συνήθειες, τις πρακτικές που εφαρμόζονταν μέσα και έξω από το παλάτι, το παιδομάζωμα και την εξέλιξη των παιδιών αυτών στις διάφορες θέσεις, την ιεραρχία και τους τρόπους ανόδου στα υψηλά αξιώματα, τη βίαιη και αιματοβαμμένη καθημερινότητα και πολλά άλλα. Να γνωρίσει τους γενίτσαρους, τους ίτσογλαν, τους μπαλτατζήδες, τους σπαχήδες, τους ευνούχους, τους βεζίρηδες, τους ουλεμάδες και έτσι να σχηματίσει μια εικόνα του μηχανισμού με τον οποίο διοικείτο το παλάτι και στην συνέχεια η αυτοκρατορία τον 17ο αιώνα.
Francis Smith (1763–1780), The Grand Vizier giving Audience to the English Ambassador, λάδι σε καμβά, 50 Χ 68 cm. Η αραβικής προέλευσης λέξη «δραγουμάνος» σημαίνει διερμηνέας, μεταφραστής. Την παρουσία των δραγουμάνων στο πλευρό των Οθωμανών αξιωματούχων, αλλά και των σουλτάνων, υπαγόρευσε η ανάγκη της Αυτοκρατορίας να επικοινωνήσει με τον δυτικό κόσμο μέσω της διπλωματίας.

Παράλληλα γίνεται μία προσπάθεια να χυθεί λίγο φως στον αποκομμένο από τους πάντες και τα πάντα κόσμο του χαρεμιού. Έναν κόσμο για τον οποίο απαγορευόταν η όποια αναφορά, κάτι που το μαρτυράει και το όνομά του, το οποίο ετυμολογείται από τη λέξη χαράμ, που σημαίνει απαγορευμένο. Τηρουμένων των αναλογιών, βλέπουμε ότι μιλάμε για δύο παράλληλους κόσμους που λειτουργούσαν με παρόμοια λογική. Η όλη αναφορά βοηθάει πιστεύω στο να δει κανείς μέσα σε ποιές συνθήκες έζησε η γυναίκα αυτή και ποια ήταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, δεν είχε πολλές επιλογές. Ή θα έμενε στην αφάνεια, όπως χιλιάδες άλλες, ή στην Ιστορία. Η Κιοσέμ προτίμησε το δεύτερο.

Giulio Rosati (1858-1917), The harem dance, λάδι σε καμβά, 65 x 115 cm.

Διαβάζοντας το βιβλίο θα παρατηρήσει κανείς πως κάποια σημαντικά γεγονότα περνούν μέσα σε μια-δυο προτάσεις ή παραγράφους, ενώ άλλα φαινομενικά ασήμαντα αναπτύσσονται σε δυο-τρεις σελίδες. Η ασύμμετρη αυτή χρήση των πληροφοριών δεν έγινε κατά λάθος. Αυτό που θεώρησα σημαντικό ήταν να γνωρίσουμε τις προσωπικότητες των ανθρώπων που βρέθηκαν στη διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσα από την καθημερινότητα και τις συνήθειές τους, για να κατανοήσουμε και τις συμπεριφορές τους. Για παράδειγμα η κατάκτηση της Βαγδάτης από τον Μουράντ Δ’, γιο της Κιοσέμ, είναι μια πληροφορία που μπορεί να αντλήσει κανείς και από το διαδίκτυο, γι’ αυτό και αναφέρεται στο βιβλίο όσο το δυνατόν συντομότερα. Η συναναστροφή του όμως με τον Μπεκρή Μουσταφά παρουσιάζεται εκτενέστερα καθώς μπορεί να δώσει απάντηση στο παράδοξο να πεθαίνει από κίρρωση του ήπατος ο άνθρωπος που εφάρμοσε την πιο άγρια ποτοαπαγόρευση που επιβλήθηκε ποτέ. Με το ίδιο σκεπτικό αναπτύσσονται και οι υπόλοιπες προσωπικότητες που πρωταγωνίστησαν στην ζωή της Κιοσέμ.

Η ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι επικεντρωμένη στους 36 σουλτάνους της δυναστείας και οι περισσότεροι ιστορικοί ασχολούνται με τη δική τους ζωή και τα δικά τους επιτεύγματα. Σε μια ανδροκρατούμενη ισλαμική κοινωνία του τότε, καταλαβαίνει κανείς πόσο αδιανόητο ήταν να καταγραφεί η ζωή και το έργο μιας γυναίκας του παλατιού, όσο ισχυρή κι αν ήταν. Κάποια στοιχεία που μας δίνουν ιστορικοί της εποχής, καθώς και έμμεσες πληροφορίες που αντλούμε από αναφορές βάιλων, ελάχιστες επιστολές που έγραψε η ίδια και είδαν το φως της δημοσιότητας, κρατικά αρχεία όπως μισθοδοσίες του χαρεμιού, δωρεές κ.ά., είναι αυτά που μας επιτρέπουν να σκιαγραφήσουμε τη θρυλική Κιοσέμ και να αναγνωρίσουμε στα ιστορικά γεγονότα τη δική της συμμετοχή, όπως για παράδειγμα η αλλαγή του τρόπου διαδοχής στον θρόνο, που θεωρείται κομβικό σημείο στην Οθωμανική Ιστορία.

Jean Baptiste Vanmour ( 1671-1737), Wedding procession on the Bosphorus, λάδι σε καμβά, 56 Χ 90 cm.

Τα τελευταία χρόνια η μάλλον Ουκρανικής καταγωγής Χιουρρέμ έγινε γνωστή στην Ελλάδα, λόγω μιας τηλεοπτικής σειράς και εντυπωσιάστηκαν όλοι από τη δράση της. Ωστόσο, κι άλλες σουλτάνες επηρέαζαν τους συζύγους ή τους γιούς τους για να πετύχουν προσωπικά οφέλη, να εκδικηθούν τις αντίζηλές τους, ενδεχομένως και για να παραχωρήσουν κάποια προνόμια στις κοινότητες όπου ανήκαν. Ελάχιστοι όμως Έλληνες γνωρίζουν την Κιοσέμ, η οποία διοίκησε αυτοδικαίως περί τα 30 χρόνια την αυτοκρατορία με την ιδιότητα του αντιβασιλέα, όταν οι δύο εκ των γιών της και ο ένας εκ των εγγονών της ανέβηκαν στον θρόνο όντας ανήλικοι ή δεν ήταν σε θέση να διοικήσουν. Επίσης η Κιοσέμ είναι η Σουλτάνα για τον θάνατο της οποίας θρήνησε ο απλός λαός, καθώς πέρα από τις δωρεές και τα δημόσια έργα που κατασκεύασε, φρόντιζε τους φτωχούς, πλήρωνε τα χρέη των φυλακισμένων και τους απελευθέρωνε, προίκιζε και πάντρευε τις κοπέλες του χαρεμιού, συμπεριφορές που χαράχτηκαν στη μνήμη του κόσμου, γι’ αυτό και τη μνημόνευε στους επόμενους αιώνες με το προσωνύμιο «ουμουλμεσακίν» που σημαίνει «μάνα των πτωχών».

Κιοσέμ Σουλτάν, σχέδιο του Ιάσονα Ανδριανού.

Στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται μια σειρά από απόψεις σπουδαίων ιστορικών και μελετητών που έγραψαν για την Κιοσέμ. Άλλοι την αναφέρουν ως δολοπλόκο, άλλοι ως αδίστακτη, άλλοι στοργική, γενναιόδωρη, δαιμόνια, δυναμική… Ο Εκρέμ Εκιντζί, για παράδειγμα, λέει ότι «στην πιο δύσκολη περίοδο σήκωσε στις πλάτες της όλο το βάρος της αυτοκρατορίας». Ο Στάνφορντ Σάουντα υποστηρίζει ότι ξόδεψε την περιουσία που της παραχώρησε ο σύζυγός της με σκοπό να αυξήσει το κύρος της. Ο Χαλίλ Ιναλτζίκ, ένας από τους πιο σημαντικούς Τούρκους ιστορικούς, λέει ότι ο 17ος αιώνας θα έπρεπε να ονομαστεί «Αιώνας της Κιοσέμ».

Έχοντας λοιπόν στη διάθεσή μας τις λιγοστές πληροφορίες γι’ αυτήν, θα βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα, κρίνοντας πάντα με τα δεδομένα της εποχής εκείνης και όχι του σήμερα. Το να καταφέρει πάντως ένα κοριτσάκι, μια υπόδουλη Ελληνοπούλα, να επιβληθεί στους πάντες και να διοικήσει μια ολόκληρη αυτοκρατορία, την περίοδο μάλιστα που είχε τα πιο διευρυμένα σύνορα της ιστορίας της, δεν είναι κάτι το ευκαταφρόνητο. Προφανώς η Κιοσέμ δεν ήταν του διαμετρήματος μιας Σαπφούς ή μιας Υπατίας, δεν προσέφερε στον πολιτισμό ή στην επιστήμη, ήταν όμως ένα κομμάτι του ελληνισμού. Ενός ελληνισμού που έζησε κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και δεν είχε πολλές επιλογές για να επιβιώσει.

Με την έννοια αυτή η Κιοσέμ είναι ένα κομμάτι και της δικής μας ιστορίας, που καλό θα ήταν να γνωρίσουμε και να το εντάξουμε σ’ αυτήν.

Ιώ Τσοκώνα


Η ιστορική μελέτη με τίτλο Στα χρόνια της Κιοσέμ Σουλτάν. Μια Ελληνίδα σουλτάνα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία του 17ου αιώνα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αιώρα, στη σειρά Πολιτική – Ιστορία (σελ.: 176, τιμή: 12,00 €).

Παρουσίαση του βιβλίου από τη συγγραφέα στο Πρώτο Πρόγραμμα και στη Βιβλιοθήκη του Πρώτου μπορείτε να ακούσετε εδώ.

 

 

 

 

Η Ιώ Τσοκώνα γεννήθηκε το 1964 στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε από το Ζάππειο Λύκειο Κωνσταντινουπόλεως και από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Είναι μέλος της Εταιρείας Μελέτης της Καθ’ Ημάς Ανατολής, και τακτική συνεργάτις του περιοδικού λόγου και τέχνης Κινστέρνα. Διδάσκει τουρκικά και συνεργάζεται με το ειδησεογραφικό πρακτορείο Ντογάν (DHA). Μεταφράζει από και προς τα τουρκικά βιβλία λογοτεχνίας και δοκίμια, καθώς και υπότιτλους ταινιών, διαφημίσεων και ντοκιμαντέρ. Εξέδωσε στα τουρκικά το βιβλίο Το πολύγλωσσο Πέρα (Eκδόσεις Heyamola) και στα ελληνικά Το Πέρα των Ελλήνων: Στην Κωνσταντινούπολη του χθες και του σήμερα (2014, Eκδόσεις Μεταίχμιο).

Μοιράσου το άρθρο: