ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Τα φτερά του κόκκορα» είναι μια συλλογή διηγημάτων η οποία περιγράφει την ελληνική επαρχία του παρελθόντος και του παρόντος. Μια ηλικιωμένη γυναίκα αφηγείται την τραγική ιστορία ενός προξενιού που συνέβη κάποτε, ένας συνταξιούχος αναπολεί τις πρώτες του στιγμές ως δάσκαλος στο χωριό τού Μυριβήλη, ένας ηλικιωμένος μιλάει για νεράιδες, ένα μικρό κορίτσι περιγράφει έθιμα και θρύλους που μένουν ακόμα ζωντανά, μια εθελόντρια μοιράζεται την ιστορία της συνάντησής της με μια μικρή πρόσφυγα. Η ζητιάνα της γειτονιάς, ο τρελός του χωριού, το παιδί του τελευταίου θρανίου, μα κυρίως, διάφορες μορφές γυναικών και της καταπίεσης σε πολλά επίπεδα που αυτές δέχονται, σχηματίζουν τον σκελετό του βιβλίου ο οποίος πλέκεται σε διαφορετικά χρονικά επίπεδα παρουσιάζοντας έτσι την έντονη συσχέτιση παρελθόντος και παρόντος.

“Υπάρχει ανεργία, ναι. Δεν διαφωνώ. Αλλά τότε υπήρχαν άλλες δυσκολίες, ήταν αλλιώς τα πράγματα. Δεν είχαν τα βασικά, βρε παιδί μου, πώς να σ’ το πω; Εγώ τα έζησα, πώς δεν τα έζησα; Ε, όχι ντε, Κατοχή δεν γνώρισα, αλλά θυμάμαι τόσα άλλα. Όταν ήμουν νεοδιόριστος δάσκαλος το ’78, στη Σκάλα Συκαμιάς, είδα πολλά πράματα που τότε, να σου πω, δεν έδινα και πολύ σημασία, αλλά τώρα μέσα μου έχουν μια ομορφιά που δεν τη νιώθω με τίποτ’ άλλο.”

Η γλώσσα είναι ιδιαίτερα απλή και άμεση με έντονα στοιχεία προφορικότητας. Κάτι που διαμορφώνει τη γλωσσική ταυτότητα του βιβλίου είναι η ύπαρξη της τοπικής διαλέκτου της Λέσβου σε κάποια διηγήματα. Λόγω αυτού, ο αναγνώστης πιθανώς να δυσκολευτεί, παρόλα αυτά η δυναμική αυτής της διαλέκτου, και της κάθε διαλέκτου, δίνει μια ειλικρίνεια στα διηγήματα και δημιουργεί αυτό ακριβώς το κλίμα που νιώθει κανείς όταν μια ηλικιωμένη γυναίκα εξιστορεί παλιές ιστορίες συνοδεία ελληνικού καφέ και γλυκού του κουταλιού.

«Η Φωτ’νάρα ήταν μια γυναίκα ψ’λή, δυο μέτρα νταρντάνα, φόραγ’ ένα φουστάν’ μακρύ, λιγδιασμένο, ποιος ξέρ’ πόσου κιρό είχι να πλυθεί, κι κράταγι μια μαγκούρα γιατ’ σάμπως κούτσαινι κομμάτ’. Παράδες πολλούς δεν είχι πουτές κι σα γέρασι γίν’κι ζητιάνα.»

Ο τίτλος του βιβλίου είναι και ο τίτλος ενός από τα διηγήματα. Ίσως είναι λίγο ιδιαίτερος, έχει όμως διάφορους συμβολισμούς. Προφανώς παραπέμπει τον αναγνώστη σ’ ένα μη αστικό τοπίο. Αναφέρεται, παρόλα αυτά, σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο απ’ αυτό. Ένα παλιό έθιμο ήθελε να κρέμονται τα σεντόνια των νεόνυμφων στο παράθυρο, ώστε να δει το χωριό το αίμα της νύφης και να υπάρχει αποδεικτικό στοιχείο για την παρθενία της. Αν όμως δεν υπήρχε αίμα πάνω στα σεντόνια, οι γυναίκες της οικογένειας που βοηθούσαν τη νύφη, έσταζαν αίμα κόκκορα. Τα φτερά λοιπόν αυτού του ζώου αποτελούν απόδειξη για την τήρηση ενός τέτοιου εθίμου. Ενός εθίμου που μέσα στο πλαίσιο της πατριαρχικής κοινωνίας οι γυναίκες ήταν είδος προς ανταλλαγή.

Έτσι μέσα από τα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου ο αφηγητής μεταφέρει, εσκεμμένα και μη, τη θέση της γυναίκας μέσα στην κλειστή κοινωνία του χωριού. Της γυναίκας που δεν αντέχει την κοινωνική κατακραυγή και αυτοκτονεί, της γυναίκας που περιθωριοποιείται, του κοριτσιού που αναγκάζεται ν’ ακολουθεί συμπεριφορές που «αρμόζουν» στο φύλο της. Όλα αυτά βέβαια πάντα μέσα σ’ ένα πλαίσιο μακριά από το αστικό, αρκετά ανατολίτικο, εμπλουτισμένο με δοξασίες, λαϊκές παραδόσεις, έθιμα. Από τα ημερομήνια μέχρι το στόλισμα του Επιταφίου, τα παζάρια στο Αϊβαλί, τα πλατάνια με τα νερά τους, τα ούζα στα καφενεία, τα «γιούνια» των Αποκριών και τις εφηβικές φιλίες. Όλα αυτά σμίγουν καθώς δένονται σ’ ένα κοινό άξονα τόπου αλλά κυρίως επειδή το καθένα ανήκει σε μια διαφορετική περίοδο χρόνου και έτσι λειτουργούν αλληλοσυμπληρωματικά.

«Ήταν ωραίο να μπαίνεις στα σπίτια τέτοια ώρα. Πολλοί έβλεπαν τηλεόραση με τα νυχτικά τους δίπλα στη σόμπα. Άλλοι διάβαζαν Καζαμίες, περιοδικά ή τη Σύνοψη, ή έπαιζαν πασιέντζα στον υπολογιστή. Άλλοι μαγείρευαν κοτοπόδαρα σούπα, όπως η θεια-Ελένη που το σπίτι της πάντα βρώμαγε, κι άλλοι έπιναν τσάι του βουνού. Μερικοί πάλι, επειδή ήξεραν πως είχαν βγει τα γιούνια στο χωριό, περίμεναν δίπλα στα παράθυρά τους για να τους τρομάξουμε.»

Υπάρχει και οφείλει να υπάρχει ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας που να αναφέρεται στην επαρχία όχι μόνο του χθες αλλά και του σήμερα και που να βγαίνει από τα πλαίσια της έντονης αστικοποίησης που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη κοινωνία. Η συλλογή διηγημάτων «τα φτερά του κόκκορα» αποτελεί μια προσπάθεια υπενθύμισης του αναγνώστη ότι η ελληνική επαρχία είναι ζωντανή, ότι διατηρεί τον γλωσσικό της πλούτο και τις παραδόσεις της, ταυτόχρονα όμως συνεχίζει να περιθωριοποιεί και να καταπατάει τις ελευθερίες διάφορων μελών της, αφού οι πατριαρχικές συμπεριφορές δεν έχουν εξαλειφθεί, αφού οι ταξικές διαφορές υπάρχουν.

Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη


Η συλλογή διηγημάτων της Γεωργίας Τσουκαλοχωρίτη με τίτλο Τα φτερά του κόκκορα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια (σελ.: 80, τιμή: €8,48).

Εξώφυλλο: Pablo Picasso, Γυναίκα με κοκοράκι, 1938

Η Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη γεννήθηκε στην Αθήνα. Όταν ήταν στην ηλικία των δέκα ετών, η οικογένειά της μετακόμισε στη Λέσβο. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Ε.Κ.Π.Α και προς το παρόν ολοκληρώνει τις μεταπτυχιακές τις σπουδές στο ίδιο πανεπιστήμιο. Έχει συμμετάσχει σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε δύο έντυπες συλλογές διηγημάτων και σε μια ηλεκτρονική. Τα φτερά του κόκκορα είναι το πρώτο της ατομικό βιβλίο.

απόσπασμα από το διήγημα «Ο δάσκαλος».

Μοιράσου το άρθρο: