ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΡΙΑ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Με διάθεση εξομολογητική, επισημαίνω ως δύσκολο εγχείρημα (σχεδόν επικίνδυνο) τούτο που αμέσως τώρα θα επιχειρήσω, δηλαδή να βρω απαρχής λέξεις για να παραθέσω τις προθέσεις μου, όσα είχα ανάγκη να μοιραστώ δημιουργώντας τα λογότυπα −τη δεύτερη ποιητική συλλογή μου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ηριδανός−, επειδή θεωρώ σημαίνουσα και αναντικατάστατη κάθε προσωπική ανάγνωση/ερμηνεία κάθε αναγνώστη, δίχως να παρεμβάλλονται οδηγίες ή επεξηγήσεις. Προτρέποντάς σας λοιπόν να κρατήσετε μιαν απόσταση ασφαλείας απ’ όσα θα διαβάσετε ακολούθως, μπαίνω ευθύς αμέσως στο προκείμενο.

Στα λογότυπα θέλησα να σκιαγραφήσω τα χνάρια μιας ήδη μακρόχρονης κρίσης μέσα από βιώματα ρουτίνας, μοιρασμένα σε δύο ισοβαρείς ενότητες, τις «αντιλογίες» και τις «αποτυπώσεις». Τα 24 ποιήματα που δομούν τη συλλογή αποκαλύπτουν τη φλέγουσα όψη μιας εσώτερης διαδρομής από την άνοιξη του 2016 μέχρι το καλοκαίρι του 2017.

homo sapiens (Από την ενότητα «αποτυπώσεις»)

μάταια στριμώχνονται οι στίχοι
να βολευτεί η ανοχή του άστεγου
η ανωνυμία του που προσπερνώ
στο νοτισμένο πεζοδρόμιο.
πώς να υφάνω ξέφτια λόγια
για τη βολή σ’ ένα χαρτόκουτο
την ηδονή του αποτσίγαρου.
«θλίβομαι» πάω να γράψω, μα συντρίβομαι
στον κορεσμό και στη δειλία μου.
τι να σου απολογηθώ και τι ν’ αποσιωπήσω.
δωροδοκώ τις λέξεις και σιγώ
υποταγμένη στην αγέλη.

Στους στίχους των λογότυπων ποιημάτων μου έχει καταλαγιάσει πια ο αιφνιδιασμός των οδυνηρών μεταπτώσεων και η παρόρμηση της επιβίωσης είναι κυρίαρχη. Ωστόσο, το βίαιο πέρασμα από μια τακτοποιημένη, απόλυτα ελεγχόμενη και επομένως ασφαλή καθημερινότητα, σε μια απροκάλυπτα άναρχη βιοτή, χαοτική, περιορισμένη σ’ ένα ασφυκτικό πλαίσιο στερήσεων και απαξίωσης, εξακολουθεί να βασανίζει το νου, κρατώντας τον σε εγρήγορση. Έτσι, και οι πλέον ασήμαντες λεπτομέρειες διογκώνονται, καθετί εξετάζεται μέσα από το πρίσμα μιας καινούργιας καχύποπτης οπτικής. Οι σκέψεις επαναστατούν, γίνονται «αντιλογίες». Τα βιώματα χαρακώνουν βαθιά τη συνείδηση, γίνονται «αποτυπώσεις». Οι εξιδανικεύσεις, οι αρνήσεις, οι συμβιβασμοί διαλέγονται με τη διάχυτη αβεβαιότητα και αντιπαλεύουν το νέο κατεστημένο υπερέχον με μια διάθεση άλλοτε καταγγελτική ή περιπαικτική, άλλοτε προσμονής ή και παραίτησης.

Στο σκηνικό χώρο των ποιημάτων −όπου η συντελεσμένη από χρόνια παρακμή ιστορείται εικονογραφικά με την ολοκληρωτική επικράτηση των πεζών γραμμάτων−, η εναλλαγή εποχών, τόπων και τοπίων παρασύρει αθόρυβα το χώρο και το χρόνο, συρρικνώνοντας το παρόν στο κέντρο μιας νοητής σφαίρας, ενός διάφανου εσώτερου εγώ, απ’ όπου η θέα εκτίθεται πανοραμική. Το όλον, ως άφθαρτη αξία και πρότυπο ιδεατό, μολονότι «στεγάζει» τα ποιήματα, τα εγκαταλείπει στην υποκειμενικότητα και τη φθορά.

Τη διαλογική σχέση που επιχείρησα να αναπτύξω ανάμεσα στους τίτλους των ποιημάτων και στα ίδια τα ποιήματα −μέσω της αναγωγής από το γενικό στο μερικό− επιστρατεύεται για να την υπονομεύσει ο γενικός τίτλος της συλλογής (λογότυπα), καθώς προτίθεται να αποδυναμώσει την ισχύ των προτύπων, μεταλλάσσοντάς τα σε τυποποιημένες γενικότητες. Στο σύγχρονό μας περιβάλλον της υπερκατανάλωσης, όπου επιμένουν να κυριαρχούν τα λογότυπα προϊόντων κάθε λογής −τυπωμένα άλλοτε με ελληνικούς, άλλοτε με λατινικούς χαρακτήρες, όπως και οι τίτλοι των ποιημάτων της συλλογής−, λογότυπα ανελέητα, αδηφάγα, η κρίση των αξιών αποσιωπάται, καθώς προέχει η ροή της ζωής που οφείλει να συνεχιστεί αδιάλειπτα.

Ως αντίβαρο της επιχειρούμενης υπονόμευσης λειτουργεί μια γλυκόπικρη αίσθηση με την οποία είναι διαποτισμένο το περιβάλλον των «λογότυπων» ποιημάτων, αίσθηση που δεν υπόσχεται να ανασύρει τη ματαιωμένη ελπίδα αλώβητη και κραταιά, αλλά επιχειρεί να επενδύσει το άδηλο μέλλον με τη δύναμη και την ωραιότητα της απροκάλυπτης αλήθειας.

Μαρία Σύρρου

αβλεψίες και παραβλέψεις (Από την ενότητα «αντιλογίες»)

καλή σας μέρα, οπτικέ μου.
τηλεφωνώ για να σας παραγγείλω
ένα ζευγάρι ματογυάλια.
μ’ ακούτε;
τον έναν από τους δυο φακούς
τον προτιμάω κοίλο.
καθώς θ’ αναποδογυρίζει
σκέφτηκα
το καθετί που βλέπω
ίσως ξυπνάει το θυμικό μου.
πώς σας φαίνεται;
αριστερός ή δεξιός φακός
το ίδιο μού κάνει.
ο έτερος, ωστόσο, θα ’θελα να ’ναι
οπωσδήποτε κυρτός φακός.
λίγη αντικειμενικότητα δε βλάπτει
στο, έτσι κι αλλιώς, υποκειμενικό μου βλέμμα.
θα καταφέρω, λέτε, να κρατήσω
ταυτοχρόνως
και τα δυο μάτια μου ανοιχτά;
χρειάζομαι τη συμβουλή σας.
πώς είπατε;
αδυνατείτε διά τηλεφώνου
να μετρήσετε τα κέντρα μου;
θα προτιμούσα, αν δεν έχετε αντίρρηση
να αποφύγω κάθε συμμετρία.
θέμα ιδιοσυγκρασίας, καταλαβαίνετε.
όσο για τους βαθμούς διόρθωσης
το αφήνω στη διακριτική ευχέρειά σας.
αντιλαμβάνομαι μια κάποια
ανησυχία στη φωνή σας, οπτικέ μου.
φοβάστε μήπως χάσω
διά παντός την όρασή μου;
παρακαλώ, μη θορυβείστε
δηλώνω εκ πεποιθήσεως τυφλός.
πώς; αν είστε σύμφωνος με τα υπόλοιπα
δεν πρόκειται να τα χαλάσουμε στο σκελετό.
είμ’ ανοιχτός, να ξέρετε, σ’ όλα τα χρώματα.
πώς είπατε, οπτικέ μου;
αφού επιμένετε λοιπόν, ακούστε
το σκελετό τον προτιμώ κοκάλινο
με dna επαναστάτη.

τελετουργία (Από την ενότητα «αποτυπώσεις»)

συνέβη χτες, θα ήταν επτά και τέταρτο
ώρα του οκτώβρη, μούχρωμα.
είπα να κάνω ένα τσιγάρο στην αυλή
—καταφυγή και καταφύγιο η αυλίτσα μας
εδώ, στο γκαζοχώρι—
παρέα με την αγγελική και τη ροδιά
καθώς το συνηθίζω.
με το που έγειρα την πόρτα για να βγω
αξιώθηκα ένα θέαμα πρωτόγνωρο
για τα δικά μου μάτια.
όνειρο έμοιαζε
μα, σας τ’ ορκίζομαι, συνέβη.
τα είδα να στροβιλίζονται σ’ ατέρμονο χορό
—δέκα με δεκαπέντε (αν υπολόγισα σωστά)
μικρά, αθόρυβα κοτσύφια—
να καταδύονται μέχρι τη γης
κι ύστερα πάλι προς τον ουρανό να υψώνονται
σε μια τελετουργία απόκοσμης σιγής.
φοβήθηκα για μια στιγμή
—ντρέπομαι, το ομολογώ—
για την αδιακρισία ετούτη
να παραστώ απρόσκλητη στη δειλινή μυσταγωγία.
συνέβη, μα δεν το ’θελα, τ’ ορκίζομαι.
κλείστηκα μέσα βιαστική
κι απ’ το παράθυρο
πάσχιζα να διακρίνω τι και πώς.
θα είχε περάσει κιόλας τέταρτο
όταν ο άρχων τελετάρχης κότσυφας
κύκλωσε έναν κύκλο τη ροδιά
κι ύστερα χάθηκε στην αγκαλιά της φυλλωσιάς της.
τα υπόλοιπα τον ακολούθησαν
—με την αράδα του το κάθε ένα—
ώσπου το δέος άγιασε του θάμπους την αυλή
που στεφανώθηκε τη νέα σελήνη.


Η ποιητική συλλογή της Μαρίας Σύρρου λογότυπα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηριδανός (σελ.: 48, τιμή: €10,60).

Ο πίνακας που κοσμεί το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής λογότυπα είναι της αρχιτέκτονος Μιχαέλας Γκαβριλίου [«En Face», mixed media artwork: πλαστικό σε πλεξιγκλάς (τεχνική 3d printing) και σινική μελάνη σε καμβά, 80×60 εκ., 2018].

Η Μαρία Σύρρου γεννήθηκε στο Βόλο, το 1966. Σπούδασε δημοσιογραφία και θέατρο στην Αθήνα. Εργάστηκε, από το 1988, ως συντάκτρια/επιμελήτρια ύλης και επιμελήτρια εκδόσεων (ρ/σ ΑΘΗΝΑ 9.84, ρ/σ ΑΝΤΕΝΝΑ, περ. ΕΙΝΑΙ, περ. ΣΙΝΕΜΑ, εφημ. ΗΜΕΡΗΣΙΑ, εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, εκδ. SUSAETA κ.ά.). Είναι επαγγελματίας ηθοποιός από το 1994. Έχει εκδώσει επίσης την ποιητική συλλογή Επιλήσμονες (εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2016). Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά («Άνευ», «Απόπλους», Θράκα», «Μανδραγόρας», «Περί Ου», «Φρέαρ», «Fractal» κ.ά.).

Μοιράσου το άρθρο: