ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Φθινόπωρο του 2009, είμαι κάπου στη Γερμανία, εκμεταλλευόμενος αυτό το εξαιρετικό προνόμιο των πανεπιστημιακών δασκάλων να παίρνουν κάθε τόσο εκπαιδευτική άδεια για έρευνα σε ξένα πανεπιστήμια. Μόνος, σε μία έρημη κατασκήνωση στα περίχωρα της Καρλσρούης, με το αγαπημένο μου camper. Όσο και αν δουλεύω στο πανεπιστήμιο, πασχίζοντας βλακωδώς να πείσω τους Γερμανούς συνάδελφους ότι εμείς εκτός από ευφυείς είμαστε και αρκετά εργατικοί, όσο και αν χορταίνω εκδρομές στα γύρω αξιοθέατα (ιδιαίτερα από τη στιγμή που γρήγορα ανακαλύπτω ότι ο λόγος που τις Παρασκευές το εργαστήριο είναι άδειο οφείλεται στο ότι οι εντόπιοι δουλευταράδες και με πλήρως ανεπτυγμένη την προτεσταντική εργασιακή συνείδηση την κοπανούν από την Πέμπτη το μεσημέρι), νιώθω ότι δεν μπορώ να γεμίσω τον χρόνο μου, ιδιαίτερα το βράδυ. Έτσι, 45 χρόνια από τότε που η θεία μου η Νίκη, η μόνη γραμματιζούμενη της οικογένειας, με νουθετούσε να σπουδάσω Φιλολογία «διότι έχω πέννα», και μόλις ένα χρόνο από τότε που μερικοί φίλοι όταν διάβασαν το πρώτο μου βιβλίο επιστημονικής εκλαΐκευσης απεφάνθησαν ότι η γραφή μου διαθέτει και κάποια, λέει, ενδιαφέροντα λογοτεχνικά στοιχεία, φαίνεται ότι τα μυαλά μου πήραν αέρα και εκεί, στην κατασκήνωση, άρχισα να γράφω το περί ου ο λόγος μυθιστόρημα. Χωρίς σχέδιο και σκοπό, περισσότερο σαν μία διανοητική εξάσκηση, να περνάει διασκεδαστικά η ώρα, και ότι γίνει.

Το μόνο που με παίδεψε κάπως ήταν η αρχή, ήθελα να μπω επιθετικά, να σκανδαλίσω, αν θέλετε, τον αναγνώστη με ένα εναρκτήριο επεισόδιο που να δείχνει ότι ένας καθηγητής πανεπιστημίου -ο ήρωας του μυθιστορήματος δηλαδή-, δεν είναι μόνο εκείνος ο επίσημος, γραβατωμένος, αυστηρός και σοβαρός τύπος, η αυθεντία, που οι δημοσιογράφοι στην τηλεόραση απευθύνονται με σεβασμό ακόμα και όταν αραδιάζει μπούρδες. Ότι ένας καθηγητής πανεπιστημίου μπορεί και να είναι ένας καθημερινός, συμπαθής, προσιτός, αφελής και ανεπιτήδευτος τύπος, που όμως κάνει καλά τη δουλειά του. Αρκετά «μαλάκας» μέσα στην απλοϊκότητα και την ευπιστία του, αλλά και αρκετά νοήμων ώστε να συμπεριφερθεί ανάλογα -και ίσως να τα βγάλει πέρα-, απέναντι στη θρασύτητα των τραμπούκων. Μερικές βόλτες στα μονοπάτια των γύρω δασών, και το εναρκτήριο επεισόδιο είχε στρώσει στο μυαλό μου. Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους, με βάση την αρχή ότι ο συγγραφέας έχει το αυθαίρετο δικαίωμα να κάνει ότι θέλει με τους ήρωές του, και το απόφθεγμα ότι η τέχνη μιμείται τη ζωή και η ζωή την τέχνη (δανεισμένο από τον Oscar Wilde).

Η αλήθεια είναι ότι γράφοντας πέρασαν από το μυαλό μου πολλές περσόνες της πανεπιστημιακής ζωής, άλλοτε με νοσταλγικό και αγαπημένο, άλλοτε με συγκρατημένα σκωπτικό, και άλλοτε με τρόπο που μου προκαλούσε ασυγκράτητα και τρανταχτά γέλια. Ευτυχώς, όπως προείπα, η κατασκήνωση ήταν έρημη και δεν ενόχλησα κανέναν. Γενικά πέρασα καλά όσο το έγραφα, τόσο που άρχισα να παραμελώ τα επαγγελματικά και άλλα καθήκοντα, για να πέφτω με τα μούτρα στο γράψιμο. Έτσι το τελείωσα γρήγορα. Το 2010, 63 ετών ήμουν τότε, το κείμενο ήταν έτοιμο, ξαναδιαβασμένο, χτενισμένο, και ο συγγραφέας έτοιμος να εκτεθεί ανυποψίαστος στο ευρύτερο κοινό. Ευτυχώς, η έκδοση καθυστέρησε λόγω δύο διαδοχικών απορρίψεων από ισάριθμους εκδοτικούς οίκους, και μέχρι, παραδόξως, να το δεχτεί ο τρίτος, είχαμε ήδη μπει με φόρα στην κρίση. Καστελόριζα, μνημόνια, δανειστές, κυβερνήτες στην καλύτερη περίπτωση άβουλοι, κυβερνήτες που πριν ήταν τραπεζίτες, κυβερνήτες που μετά έγιναν τραπεζίτες, όλοι για το καλό μας προσπαθούσαν, για το καλό τους ξυλοφόρτωσαν και εκείνους τους αγανακτισμένους, που χωρίς να γνωρίζουν τους αμείλικτους νόμους των αγορών έλεγαν αφελώς «μα πότε εγώ δανείστηκα με τέτοιους όρους», «δεν πληρώνω» και άλλα τέτοια επικίνδυνα στην αφέλειά τους. Είπα και εγώ τότε, «κύριε καθηγητά μου εκείνα που με κέφι έγραφες πέρυσι, τώρα που ο χρόνος συμπυκνώθηκε μπορεί μεν να μην είναι άστοχα, είναι όμως παλαιολιθικά. Μπορεί και να έστρωσαν τον δρόμο για να γίνουμε κανονική αποικία, για να αλλάξουν άρδην τα πανεπιστημιακά και τα ατομικά μας πράγματα, άσε όμως να δούμε πού τελικά θα κάτσει η μπίλια». Απέσυρα λοιπόν το βιβλίο, το έβαλα στο συρτάρι, αλλά δεν το έβγαλα από το μυαλό μου. Το ξαναδούλεψα πέρυσι, και να τώρα που γίνομαι «νέος συγγραφέας» στα 71 μου.

Οι κριτικοί ενέταξαν το βιβλίο στην κατηγορία του πανεπιστημιακού μυθιστορήματος. Αποδέχομαι την κατηγορία, συμπληρώνοντας ότι συμφωνώ ιδιαίτερα με την εκτίμηση εκείνων που συμπλήρωσαν ότι το συγκεκριμένο, σε αντίθεση με τα αγγλοσαξονικά, είναι ένα πανεπιστημιακό μυθιστόρημα με πολιτική θέση. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι ένα ελληνικό πανεπιστημιακό μυθιστόρημα; Τα αντίστοιχα αγγλοσαξονικά, γραμμένα στην αισιόδοξη πρώιμη μεταπολεμική εποχή, όταν η Δύση, ήθελε δεν ήθελε, καθάριζε σιγά-σιγά το αποτρόπαιο αποικιοκρατικό της παρελθόν, όταν η οικονομική ανάπτυξη -αλλά και ο φόβος του αντίπαλου εξ ανατολών δέους-, επέτρεψαν την άνθιση ενός στοιχειώδους Κράτους Δικαίου, δεν είχαν λοιπόν εκείνα τα πανεπιστημιακά μυθιστορήματα λόγο να πάρουν έντονη πολιτική χροιά. Περισσότερο απασχολήθηκαν με την ψυχοσύνθεση και τα υπαρξιακά των πανεπιστημιακών φαινοτύπων, τις επιστημονικές και προσωπικές τους αγωνίες, δίνοντας βέβαια λαμπρά δείγματα καλής λογοτεχνίας.

Εδώ όμως δεν καταφέραμε ποτέ να συνέλθουμε. Εμφύλιος, άγριος κοινωνικός αποκλεισμός των ηττημένων, στρατιωτικό πραξικόπημα, μεταπολίτευση επιεικώς αμφιλεγόμενη, και να τώρα η χρεοκοπία και η εποπτεία. Πώς να τα αγνοήσει κανείς όλα αυτά;

Έβαλα λοιπόν την ιστορία να ξεκινάει με τον ήρωα, φοιτητή στα χρόνια της χούντας, να το σκάει επεισοδιακά και αναγκαστικά στην Ευρώπη. Να παραμένει για δύο δεκαετίες κάνοντας επιστημονικώς σημαντικότατη αλλά επικοινωνιακώς και εμπορικώς αδιάφορη σταδιοδρομία, να επιστρέφει πίσω ως καθηγητής κατά την όψιμη μεταπολίτευση, και να διανύει όλη τη χρονική απόσταση μέχρι (σχεδόν) τις μέρες μας. Ζει την καθημερινή πανεπιστημιακή τρέλα με πάθος και εις διπλούν, και εκεί και εδώ, και μπορεί έτσι να συγκρίνει καλύτερα. Τα καλά και τα άσχημα, εκεί και εδώ. Αν και τον έφτιαξα τύπο μοναχικό, δεν του στέρησα την κοινωνικότητα ούτε τη διάθεση να δημιουργεί γεγονότα, πολλές φορές τετελεσμένα. Αφελή και εύπιστο ίσως, αδιάφορο όμως με τίποτα. Μπρεχτικό τον χαρακτήρισε ένας αναγνώστης, τονώνοντας την αυτοπεποίθησή μου.

Συχνά με ρωτούν αν το μυθιστόρημα έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία. Κατηγορηματικά όχι.
Πρώτον, δεν έχω μείνει τόσο πολύ στο εξωτερικό.
Δεύτερον, δεν πέθανα ακόμη.
Και τρίτον, αν κάτι με συνδέει με τον ήρωα, είναι ότι πολύ θα ήθελα σε αντίστοιχες δύσκολες και διλημματικές καταστάσεις να είχα αντιδράσει τόσο τολμηρά όσο αυτός.

Γιάννης Μανέτας


Το βιβλίο με τίτλο Τη νύχτα που αγκάλιασε το Ginkgo biloba είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Γιάννη Μανέτα, και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αιώρα (σελ.: 384, τιμή: 14,50 €).

Εικαστικό εξωφύλλου: Μυρσίνη Μανέτα

Ο Γιάννης Μανέτας, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, θεωρεί ως σημαντικότερα επιτεύγματα της σταδιοδρομίας του τη συστηματική αποφυγή της πανεπιστημιακής γραφειοκρατίας, την άρνηση διεκδίκησης οποιασδήποτε διοικητικής θέσης και τη διατήρηση στενής φιλίας με πολλούς μαθητές του. Στη σταδιοδρομία του άλλαξε αρκετά ερευνητικά αντικείμενα μέσα στον κλάδο της Βιολογίας των Φυτών. Παρότι τα αγάπησε όλα με πάθος, δεν κατάφερε να μείνει πιστός σε κανένα για περισσότερο από μερικά χρόνια, επειδή αντιλήφθηκε ότι τον ενδιέφερε περισσότερο μια ολιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων παρά η υπερβολική εξειδίκευση.

Εκτός από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας, όπου απέκτησε τον τίτλο του Δρ. Βιολογικών Επιστημών (1976) και στο οποίο άσκησε την πανεπιστημιακή του ιδιότητα από το 1978 έως το 2014, έχει επίσης εργαστεί ερευνητικά στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών επιστημών «Δημόκριτος», στον Πειραματικό Σταθμό «Abisco» της Λαπωνίας και στα Πανεπιστήμια Stirling (Σκωτία), Göteborg (Σουηδία), Essen και Karlsruhe (Γερμανία).

Πρόσφατα, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί από τη στερεότυπη γλώσσα των επιστημονικών εργασιών, έγραψε τρία βιβλία που απευθύνονται στο ευρύ κοινό και εκδόθηκαν στη σειρά Επιστημονικής Εκλαΐκευσης των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης: Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών (1η έκδοση 2010, 4η έκδοση 2016, έχει επίσης μεταφραστεί στα αγγλικά), Περί φυτών αφηγήματα: μικρές ιστορίες για φυτά που άλλαξαν τον κόσμο (1η έκδοση 2014, 4η έκδοση 2018) και Η ζωή σήμερα, άλλοτε, αλλού και στο μέλλον (2018).

Επικοινωνία με τον συγγραφέα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [email protected]

Μοιράσου το άρθρο: