ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται» διατείνεται το κλισέ που ήταν, ήδη, αρκούντως διαδεδομένο, προτού ακόμη πληγεί η Ελλάδα από τη διεθνή κρίση του 2008 και τα μνημόνια της εποχής από το 2010 κι εντεύθεν…

«Ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται», ή κι ένας Ιωαννίδης, όπως ισχυρίζονται κάποιοι νοσταλγοί του στρατιωτικού δικτατορικού καθεστώτος. Γιατί ακριβώς «μας χρειαζόταν» και «μας χρειάζεται»; Α, εδώ τα πράγματα περιπλέκονται. Και τροποποιούνται, αναλόγως των «συντεταγμένων» κάθε εποχής.

Σε εποχές «κανονικές», το «ένας Παπαδόπουλος μας χρειάζεται» ηχούσε ως αίτημα για περισσότερη αστυνόμευση και για άτεγκτη εφαρμογή κανόνων. Επαρκής «λόγος» για αυτό το «προσκλητήριο» μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη και το στερεοφωνικό του γείτονα που λειτουργούσε στη διαπασών, ή κάποια οδική παράβαση εκ μέρους ενός ανόητου οδηγού.

Σε εποχές διαδοχικών, «διάσημων» οικονομικών σκανδάλων (π.χ. Siemens, Βατοπαίδι, δομημένα ομόλογα κ.λπ.) θέριεψε ο μύθος της «τίμιας» χούντας, της οποίας τα στελέχη δήθεν δεν ήξεραν… τίποτε από τέτοιες πρακτικές, ούτε από μεθόδους παράνομου πλουτισμού, ούτε από αρπαγές δημόσιου χρήματος, ούτε, ούτε…

Στις εποχές της κατ’ ευφημισμόν δημοσιονομικής προσαρμογής και της βάναυσης λιτότητας, λανσαρίστηκε το «εφεύρημα» της δήθεν συνετής οικονομικής διαχείρισης στην «εθνοσωτήριο» περίοδο 1967-1974 και… επανεκδόθηκε το προϋπάρχον, γενικό κλισέ «ο κόσμος τότε έφαγε ψωμάκι».

Με άλλα λόγια, η φαντασιακή υπόσταση της χούντας μοιάζει με «Ζορό» από πλαστελίνη: Κάθε φορά, όσοι νιώθουν οργισμένοι από συγκεκριμένες παθογένειες, καταστάσεις ή οικονομικές συνθήκες, πλάθουν μια χούντα που «λειτουργεί» ως ιστορικός αντίποδας όλων αυτών. Τρέφοντας, συνήθως, την αυταπάτη ότι έτσι «πικάρουν» κάποιο πολιτικό κατεστημένο…

Ο συγγραφέας ερεύνησε τα της επταετίας 1967–1974, «ακτινογραφώντας» ταυτοχρόνως τα «λίγο πριν» και τα «λίγο μετά», διότι είναι βέβαιο πως καμία περίοδος, καμία εποχή δεν μπορεί να αξιολογηθεί με τη μέθοδο του «κάνω άλματα στο χρόνο».

Παράδειγμα: Όσοι θεωρούν ως μέγα επίτευγμα της χούντας το γεγονός ότι η «επίσημη» ανεργία επί των ημερών της έπεσε έως και στο 2%, ίσως αγνοούν πως στην «εθνοσωτήριο» επταετία οι επιπρόσθετες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν ήταν 44 φορές λιγότερες από τα διαβατήρια για μετανάστευση που εκδόθηκαν. Πιθανότατα αγνοούν, επίσης, ότι στην πρώιμη μεταπολίτευση η «επίσημη» ανεργία βρέθηκε κάτω του 2%, υπό συνθήκες σημαντικής ανόδου των μισθών, μαζικής επιστροφής των μεταναστών — κι όλα αυτά όταν κατέφθανε στην Ελλάδα (τότε κατέφθανε, όχι νωρίτερα, επί χούντας) το κύριο «ωστικό κύμα» της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1973.

Να όμως που ο συγγραφέας βρέθηκε και προ ορισμένων εκπλήξεων, τις οποίες εκτίμησε ως άκρως ενδιαφέρουσες… Διότι ενώ ο ίδιος απέφευγε τα άλματα στο χρόνο, εμφανίζονταν μπροστά του γέφυρες που «ένωναν» το τότε με την Ελλάδα των τελευταίων τριών, πέντε, δέκα, είκοσι ετών, λες και έφτιαχναν ιδιότυπα déjà vu.

Ενδεικτικά: «Λουκέτα» σε δημοτικά σχολεία δια «συγχωνεύσεων». Νομοθετήματα για τον τρόπο καθορισμού των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων που, αν το 1969 δεν ήταν διατυπωμένα σε άπταιστη καθαρεύουσα, κάποια άλλα του 2013 θα φάνταζαν ως copy paste… Κατάργηση οκτάωρου. Εξαγγελίες για την «ανάγκη» να καταστούν οι απολύσεις ευκολότερες και φθηνότερες — κι ας «έτρεχε» τότε η κερδοφορία με ρυθμούς άνω του 300%. «Ατάκες» που θαρρείς πως ταξίδεψαν από τα τελευταία έτη σε εκείνα. Διαδοχικοί πλειστηριασμοί ξενοδοχείων, ολοκληρωμένων ή ημιτελών. Πλειστηριασμοί, οι οποίοι «σφράγισαν» το τέλος της σχετικής, χουντικής ξενοδοχειακής χίμαιρας, με τρόπο που μοιάζει να προαναγγέλλει τη σκληρή διάψευση ανάλογων προσδοκιών που συνδέθηκαν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Σε ευρύτερη οικονομική κλίμακα, χρόνια «επίπλαστης ευημερίας» (έως το 1971), κάθε άλλο παρά καθολικής, που τα διαδέχθηκε ένα γενικό οικονομικό «Βατερλό» (τέλος 1972 και 1973-74). Όλο και κάτι από «φρέσκιες» εποχές, δεν θυμίζουν αυτά;

Ο συγγραφέας ερεύνησε και κατέταξε το υλικό του, χωρίς την παραμικρή διάθεση να αδικήσει την οικονομική, κοινωνική, εισοδηματική πολιτική της δικτατορίας. Έπειτα από μια αποκαλυπτική και απολαυστική (για τον ίδιο) περιήγηση, σε ΦΕΚ, νόμους, συμβάσεις, επίσημες στατιστικές, γεγονότα, εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, ύστερα από διαδοχικές «γνωριμίες» με πικάντικες ιστορίες διαπλοκής, έγγραφες παραδοχές και «καρφώματα», εσωτερικές διαμάχες του καθεστώτος, «πόθεν έσχες» αξιωματούχων τόσο «τυχερών», που κάθε χρόνο επί μία τριετία εμφάνιζαν τεράστια κέρδη από… λαχεία (ο όρος «ξέπλυμα» δεν ήταν τότε διαδεδομένος, η πράξη, όμως…), το συμπέρασμά του είναι ακλόνητο: Η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο επιβαρυντική για τους «εθνοσωτήρες», από όσο και ο ίδιος ανέμενε. Εφ’ όλης της ύλης!

Εξόχως απολαυστικά είναι όσα είπαν ή έγραψαν οι ίδιοι οι ηγέτες της «επαναστάσεως» ή κορυφαίοι ιδεολογικοί της «γκουρού», όπως ο εκδότης του ακροδεξιού «Ελεύθερου Κόσμου», Σάββας Κωνσταντόπουλος.

Απόρρητες εκθέσεις της ΚΥΠ προς τον Παπαδόπουλο για τα «θαλασσοδάνεια» των πλέον ισχυρών ανθρώπων του καθεστώτος. Αναφορές Παττακού προς τον «αδελφό Γεώργιο» για το τι «πιστεύει ο κόσμος», αλλά και για τα ρουσφέτια του Γιάννη Λαδά. Επιστολές Σάββα Κωνσταντόπουλου στον Κωνσταντίνο Καραμανλή για το πόσο –και πόσο γρήγορα– επεκτεινόταν η «φαυλοκρατία» και η διαφθορά. Μομφές του Σπύρου Μαρκεζίνη για το πόσο κακή οικονομία παρέλαβε το φθινόπωρο του 1973. Κατοπινή διαμάχη Μαρκεζίνη – Μακαρέζου, μέσω βιβλίων, για το τι οδήγησε στο οικονομικό στραπάτσο του 1972-74. Και άλλα πολλά «εσωτερικά»…

Όσο για το πόσο στενές –και αμαρτωλές– ήταν οι σχέσεις της οικονομικής ελίτ με τη χούντα, θα μπορούσε ίσως κάποιος να ξεχωρίσει, από τον μεγάλο όγκο γεγονότων, τεκμηρίων και στοιχείων, δυο «στιγμές» και έναν «φιλάνθρωπο» επιχειρηματία…

Πρώτη στιγμή: Το 1967, στην πρώτη κυβέρνηση της χούντας, υπουργός Δημόσιας Τάξης διορίστηκε ο προσωπάρχης τού διαβόητου Τομ Πάπας. Δεύτερη στιγμή: Τον Οκτώβριο του 1973 ο Μαρκεζίνης στελέχωσε την κυβέρνησή του με πρόσωπα που του είχε υποδείξει γνωστός επιχειρηματίας. Έπειτα από την πτώση της χούντας, στις επιχειρήσεις γνωστού εφοπλιστή, βρήκαν δουλειά διαβόητοι βασανιστές της, όπως ο Καραπαναγιώτης, στρατιωτικοί που είχαν καταδικαστεί για φόνους, αλλά και υπουργοί και υφυπουργοί της.

«Μια χούντα μας χρειάζεται», αναμασούν ελαφρά τη καρδία όσοι δεν σκέφθηκαν ότι χρειάζεται πρωτίστως γνώση και μυαλό πρόθυμο να δουλέψει, για να κρίνει κάποιος, αν μη τι άλλο, ποια ιστορικά «σημεία αναφοράς» ευθυγραμμίζονται με τις «αντι-συστημικές» του διαθέσεις και ποια την κάνουν σκόνη…

Διονύσης Ελευθεράτος

LAMOGIA COVER 2015
Το βιβλίο του Διονύση Ελευθεράτου Λαμόγια στο χακί: Οικονομικά «θαύματα» και θύματα της χούντας κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Τόπος (σελ.: 336, τιμή: 15,90 €).

Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΤΟΣ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961 και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο. «Μυήθηκε» στην επαγγελματική δημοσιογραφία το 1986, όταν ασχολήθηκε με το εκπαιδευτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας Πρώτη. Από τότε εργάστηκε σε αρκετές εφημερίδες, κυρίως ως αρθρογράφος και σχολιογράφος επί πολιτικών, κοινωνικών αλλά και αθλητικών θεμάτων. Συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά «Έψιλον» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας και «Review» του Ελεύθερου Τύπου, καθώς και με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς «Δίαυλος 10», «Ωχ FM», «Flash 9,61» και «Sport FM 94,6». Σήμερα εργάζεται ως ραδιοφωνικός παραγωγός στο «Κόκκινο 105,5». Από τις Εκδόσεις Τόπος κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του: Εξουσία, τι μπάλα παίζεις; (2010).

Μοιράσου το άρθρο: