«Το Απάγκιο» είναι μία σύγχρονη νουβέλα. Αποτελεί το πρώτο λογοτεχνικό εγχείρημα του εκπαιδευτικού Μιχαήλ Μιχαλιού ο οποίος γράφει για έναν ήρωα που παλεύει μ’ όλες τους τις δυνάμεις για να κατακτήσει αυτά που του αναλογούν στη ζωή. Στη συνέντευξη που δίνει αποκλειστικά στο ert.gr, ο συγγραφέας μάς συστήνει τους ήρωες της νουβέλας του. 

Ο Μιχαήλ Μιχαλιός γεννήθηκε στην Ξάνθη, αλλά από τα δύο του χρόνια ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη Βυζαντινή Ιστορία από το ΕΚΠΑ. Εργάστηκε ως διορθωτής και επιμελητής σε εκδοτικούς οίκους και εφημερίδες, ενώ τα τελευταία 23 χρόνια υπηρετεί στη δημόσια εκπαίδευση.

«Το Απάγκιο» είναι το πρώτο του βήμα στα λογοτεχνικά μονοπάτια. Κυκλοφορεί από τη LIBRON Εκδοτική.

Συνέντευξη στην Τζένη Χαραλαμπίδου 

Στη νουβέλα σας συναντάμε τον έρωτα, «συζητάμε» για την τύχη που μας επιφυλάσσει η ζωή, παρακολουθούμε το ταξίδι του ήρωα για να συναντήσουμε τελικά την εσωτερικότητά του, εξετάζουμε τα διλήμματά του αλλά και την …ηθική του. Σε ποια σημεία και σε ποια στοιχεία του ήρωα διακρίνουμε εσάς τον ίδιο; 
Ο κάθε συγγραφέας είναι ένας  πλαστουργός, ένας μικρός θεός. Πλάθει έναν νέο, δικό του κόσμο, δίνει πνοή, σάρκα και οστά σε ανθρώπους, κάποιες φορές και σ’ άψυχα. Και στα δημιουργήματά του είτε φορτώνει τον δικό του σταυρό είτε τα όνειρά του. Μπολιάζει, δηλαδή, τους χαρακτήρες με τους φόβους, τα βάσανα, τα απωθημένα, τους πόθους του και τους κινεί πάνω στο λευκό χαρτί σαν μαριονέτες. Όπως τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι, σ’ αντίθεση με τη χριστιανική θρησκεία, σκάρωσαν τους θεούς κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή τους. Δεν διαφοροποιούμαι κι εγώ. Ασύνειδα ή εκούσια έχω εμφυσήσει την πνοή μου στους ήρωες. Σε κάποιους είμαι εγώ, άλλοι είναι πώς θα ‘θελα να είμαι ή να μην είμαι. Για το αυτοματικό και το μηχανικό κομμάτι, αναπόφευκτα δεν μπορώ να μιλήσω. Για το συνειδητό και αυτοπροαίρετο μπορώ να πω δυο λόγια. Στον κεντρικό μου ήρωα κυρίως εμφύτευσα την αποφασιστικότητα και τη δύναμη να ζήσει και να ξεπεράσει τα εμπόδια που του όρθωσε η ζωή. Αντανακλάσεις μου είναι ακόμα η απέχθεια για την αδικία και την εκμετάλλευση, η αφελής πίστη στην καλοσύνη των ανθρώπων, η τάση για φυγή, η φιλομάθεια, ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Αρκετά προσωπικά χαρακτηριστικά σμίλευσα και στους άλλους χαρακτήρες.

Έμπνευσή σας για «Το Απάγκιο»;  
Ο μεγάλος Γάλλος ποιητής Πολ Βαλερύ γράφει πως η ποίηση είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος. Εγώ το προεκτείνω σ’ όλα τα πνευματικά παράγωγα. Μια ιδέα, μια εικόνα είναι το εφαλτήριο, η μαγιά, και μετά έρχονται η θέληση και η ικανότητα. Για «Το απάγκιο» το σάλπισμα ήταν η επιθυμία να γράψω για έναν ήρωα που δεν λυγίζει μπροστά στις δυσκολίες της ζωής και παλεύει μ’ όλες τους τις δυνάμεις για να κατακτήσει αυτά που του αναλογούν. Παράλληλα, υπήρχε κι ένα πιο πεζό συλλείτουργο, ένας άλλος συνεργικός παράγοντας: να δοκιμάσω την τύχη μου και τις ικανότητές μου στη λογοτεχνική κονίστρα.

Συστήστε μας τους ήρωες της νουβέλας. Μιλήστε μας για αυτούς. Τι τους ταλανίζει; Και τι τους καθορίζει: η τύχη ή οι επιλογές τους; 
Οι ήρωες του έργου καλύπτουν όλο το κοινωνικό φάσμα. Φτωχοδιάβολοι, λωποδύτες, πόρνες, μωροφιλόδοξοι και αρχομανείς, μεγαλοαστοί και λαουτζίκος. Ήθελα ένα πιστό καθρέφτισμα της κοινωνίας μας. Το ίδιο και οι ζωές τους. Είναι όλοι τους γήινοι και ατόφιοι. Δοκιμάζουν και γεύονται ό,τι και οι αναγνώστες στην καθημερινότητά τους. Μιας παλαιότερης εποχής, βέβαια. Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως δεν είναι έρμαια της τύχης, αθύρματα της μοίρας. Κανένας, μα κανένας, δεν έχει παραιτηθεί από τον αγώνα της ζωής, όσο κακόπαθος και τυραννισμένος κι αν είναι. Όλοι ψάχνουν για ένα αντίβαρο, ένα αντίδοτο, ένα ελιξίριο. Άλλωστε, το παράγγελμα του «στρατηγού» στο έργο – «Ποτέ μην υποστείλεις τη σημαία της καρδιάς!» – είναι ο θεμέλιος λίθος της νουβέλας.

Είστε καθηγητής της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και διδάσκετε (ανάμεσα σε άλλα) λογοτεχνία και έκθεση στα παιδιά. Τα παιδιά και οι έφηβοι στην Ελλάδα σήμερα, αγαπούν να διαβάζουν; Έχουν διάθεση να γράψουν; Και σε τι βαθμό τους αφορά η λογοτεχνία και η ποίηση;  
Όλα εξαρτώνται από τους μεγάλους. Τα παιδιά μιμούνται τους μεγάλους. Ως έφηβοι τους αμφισβητούν. Κατά συνέπεια, ως και το δημοτικό και το γυμνάσιο, οι γονείς και οι δάσκαλοι πρέπει να τους δώσουν τις βάσεις και να τους μεταδώσουν το μικρόβιο της φιλαναγνωσίας, Αρκεί τα βιβλία ν’ ανταποκρίνονται στις προσλαμβάνουσες και τον ψυχισμό τους. Είναι η φάση της ζωής τους που θέλουν να ταξιδέψουν σε φανταστικούς και μαγικούς κόσμους. Γι’ αυτό και τους αρέσουν τόσο τα αναγνώσματα τύπου Χάρι Πότερ και άρχοντα των δαχτυλιδιών. Μετά θέλουν ν’ αποδομήσουν αυτούς τους κόσμους, ν’ αλλάξουν τον κόσμο των μεγάλων. Αν έχουν το μεράκι, θ’ αναζητήσουν μόνοι τους τους συμμάχους τους. Θα περάσουν όλες τις γνωστές εφηβικές «αρρώστιες». Και Μαρξ και Φρόιντ κι οποιονδήποτε άλλον σκαπανέα ή αμφισβητία. Απλώς τα ελληνόπουλα έχουν ν’ αντιμετωπίσουν έναν πολύ ύπουλο σκόπελο. Το ανάλγητο και εξεταστικοκεντρικό σύστημα της ελληνικής εκπαίδευσης που καθιστά το βιβλίο αγγαρεία και μπαμπούλα μαζί. Το κάνει απωθητικό. Ταυτόχρονα δεν τους αφήνει καθόλου χρόνο για ψυχωφελή αναγνώσματα. Έγκειται λοιπόν στον ζήλο, τον ενθουσιασμό και την ικανότητα του δασκάλου να εμπνεύσει παιδιά και εφήβους ν’ αγαπήσουν τη λογοτεχνία και την ποίηση, να τους μυήσει στα μυστικά και στη μαγεία τους. Καθοδήγηση θέλουν.Επιπλέον, από την καθημερινή εμπειρία της σχολικής πραγματικότητας, τα παιδιά λατρεύουν τη δημιουργική γραφή. Τους περισπά από τη μηχανιστική και τετριμμένη ρουτίνα των γραμματικοσυντακτικών ασκήσεων και δίνει διέξοδο στη φαντασία, στα όνειρα, σε καταπιεσμένες επιθυμίες, βιώματα, συναισθήματα και τάσεις. Τα κείμενα των παιδιών και των εφήβων αντιφεγγίζουν τις ψυχές τους. Ο καλύτερος μάρτυρας της προσωπικότητάς του. Δώστε, λοιπόν, κίνητρο στα παιδιά να μιλήσουν και να γράψουν.

Ποια είναι η δυσκολία που πρέπει να αντιμετωπιστεί ή, τέλος πάντων, τι πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει, προκειμένου οι νέοι άνθρωποι σήμερα να ξεκολλήσουν από τις οθόνες και να διαβάσουν βιβλία; 
Ζούμε την εποχή της εικόνας, της εικονικής πραγματικότητας και της γλωσσικής συρρίκνωσης. Τα ελληνόπουλα είναι οι πιο σκληρά εργαζόμενοι της σημερινής κοινωνίας, και πολλοί, κυρίως οι γονείς, δεν το συνειδητοποιούν. Σχολείο, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, αθλητισμός και λοιπά χόμπι, καταβροχθίζουν τις ώρες και τις ζωές του. Ακόμα και αυτό που οι γονείς θεωρούν ελεύθερο χρόνο για τα παιδιά τους τίθεται στην υπηρεσία της επαγγελματικής αποκατάστασης. Όπως ανέφερα και στην προηγούμενη ερώτηση, οι μεγάλοι πρέπει να ξεναγήσουν τους νέους στη χώρα του βιβλίου. Κάντε δώρο βιβλία, πηγαίνετε τα παιδιά σε παρουσιάσεις βιβλίων, σε ταινίες που βασίζονται σε βιβλία, παρακινήστε τα να κρατούν ημερολόγιο, να γράφουν κείμενα, να παίρνουν μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, οι δάσκαλοι να προσκαλούν λογοτέχνες στα σχολεία και, προπαντός, να αποσυνδεθεί το μάθημα της λογοτεχνίας από τις εξετάσεις. Η λογοτεχνία είναι αισθητική απόλαυση και ηδονή, δεν μπορεί να γίνεται κριτήριο ικανότητας. Ο κάθε αναγνώστης αποκρίνεται διαφορετικά σε κάθε έργο. Δεν μπορεί να μπαίνει σε καλούπια.

Επόμενο λογοτεχνικό εγχείρημα;
Ετοιμάζω δυο νέες νουβέλες. Θέλω να «στιγματιστώ» στον χώρο της νουβέλας. Εκ πεποιθήσεως φρονώ πως είναι, όσον αφορά την έκταση, το ιδανικό ανάγνωσμα, η χρυσή τομή ανάμεσα στο «κελί», τη συστολή και τη βραχυλογία του διηγήματος από τη μια πλευρά, τη «ζούγκλα», την απεραντολογία και την αμετροέπεια του μυθιστορήματος από την άλλη. Νομίζω ότι το είδος αυτό υπακούει περισσότερο στο αρχαιοελληνικό μέτρο.

«Το Απάγκιο» – Περίληψη 

Στα έξι του η θάλασσα θα του στερήσει τους γονείς του και το αριστερό του χέρι. Αυτός όμως πιστεύει πως θα ξαναφυτρώσει σαν του χταποδιού, γι’ αυτό όλοι στο νησί τον φωνάζουνε «Χταπόδη». Όλοι εκτός από την Αφροδίτη. Τη μοναδική φίλη του μετά τον χαμό της γιαγιάς του. Αυτή και η πατρική βάρκα θα ‘ναι τα στηρίγματά του ως τα δέκα του, που θα τα βροντήξει και θα σαλπάρει κρυφά για την πρωτεύουσα. Εκεί, η μοίρα θα του παίξει άσχημο παιχνίδι. Ένας αετονύχης θα τον εξαπατήσει και θα γίνει διακονιάρης. Όμως η ζωή σύντομα θα τα φέρει όλα τούμπα. Σε μια μέρα θα γίνει πλούσιος και θα γνωρίσει την κυρία Φρόσω, τη ματρόνα ενός φημισμένου οίκου ανοχής στα βόρεια προάστια. Αυτή, μαζί με τις «κόρες» και τους «θείους» του οίκου, θα τον αντρώσει και θα τον σπουδάσει πλοίαρχο. Τα πρώτα του ταξίδια, καλοπληρωμένα μα βρομοδουλειές. Ώσπου ένα γράμμα από την Ιαπωνία θ’ αναποδογυρίσει και πάλι τον κόσμο του. Ο Αντρέας, ο «Χταπόδης» πρέπει να ζυγίσει πολλά. Τη ματρόνα, όλους τους γνωστούς από τον οίκο, το νησί του και, κυρίως, την Αφροδίτη, τον παιδικό του έρωτα…

Μοιράσου το άρθρο: