Σε μία σκηνή που περιγράφει στο τελευταίο βιβλίο που έγραψε το 2003 με τίτλο  «Χιλιετία ΙΙ. Στους Αντίποδες»  ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, βάζει τον πρωταγωνιστή του -Καταλανό ντετέκτιβ- Καρβάλιο να τρώει και να πίνει στην ελληνική ταβέρνα «Δημήτριος» κοντά στο Καζίνο του Σίδνεϋ μαζί με τον Βάσκο, πρώην αυτονομιστή της ΕΤΑ, Ονιάτε. Τα μεζεδάκια τους συνοδεύονται με κρασί προερχόμενο από τη Νέα Ζηλανδία. Αυτές ήταν οι επιλογές για ένα τέτοιο εστιατόριο. Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία. Δεν θα  μπορούσε να γίνει διαφορετικά.  Το ποιοτικό ελληνικό κρασί ήταν άγνωστο στους πολλούς και δύσκολο να το βρει κανείς. Σήμερα, 14 χρόνια μετά η εικόνα αυτή έχει αλλάξει. Το ελληνικό εστιατόριο δεν έχει απαραίτητα κλαδιά από δάφνες στην είσοδο και δίπλα στο μενού βρίσκει κανείς πολύ ενδιαφέρουσες επιλογές από τον ελληνικό αμπελώνα. Τα κρασιά της χώρας μας είναι στα ράφια, στις κάβες δίπλα σε πανάκριβες ετικέτες σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά με πολύ μεγάλες καταναλώσεις.

Σ αυτό, αναμφισβήτα έχει συμβάλει το πρόγραμμα εξωστρέφειας για το επώνυμο ελληνικό κρασί που «τρέχει» η Διεπαγγελματική Ένωση Αμπέλου και Οίνου. Και ειδικά στους Αντίποδες, από τον απολογισμό ενός ακόμα ταξιδιού το πρόσημο είναι θετικό. Οι δράσεις βρήκαν ανταπόκριση, η αγορά του κρασιού φαίνεται ότι ανοίγει όλο και περισσότερο και δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για επέκταση.

 Οι φετινές εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν όλο τον Ιούνιο, σε  Αδελαϊδα, Μελβούρνη και Σίδνεϊ. Οι γευστικές δοκιμές που απεθύνονταν σε ειδικό κοινό, έγιναν σε συνεργασία με το Γενικό Προξενείο του Σίδνεϊ. Τα εκπαιδευτικά σεμινάρια, περιείχαν παρουσιάσεις ελληνικών κρασιών σε γευσιγνώστες, δημοσιογράφους που ειδικεύονται στη δοκιμή και αξιολόγηση αλλά και σε  οινοπαραγωγούς και καταναλωτές. Στις παρουσιάσεις των ελληνικών κρασιών αλλά και του προγράμματος οινοτουρισμού  που έγιναν απο τον Γιάννη Καρακάση MW και τον Γρηγόρη Μιχαήλο Dip. WSET, η προσέλευση ήταν μεγάλη και υπήρξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ελληνικές ποικιλίες.

Στην ελληνική αποστολή συμμετείχαν φέτος εκπρόσωποι 14 οινοποιείων, με κρασιά που κάλυπταν τις πιο σημαντικές αμπελοοινικές περιοχές της χώρας. Στην καταναλωτική εκδήλωση Oinofilia που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Μελβούρνη, περισσότεροι από 700 Αυστραλοί απόλαυσαν Ελληνικά κρασιά και συνομίλησαν με τους Έλληνες οινοπαραγωγούς.

Μεγάλο μέρος των εκδηλώσεων φιλοξενήθηκε σε Πανεπιστήμια (Macquarie University – Σύδνεϋ, University of South Australia – Αδελαΐδα), σε γερμανική πολυεθνική επιχείρηση, στη μεγαλύτερη εμπορική τράπεζα της Αυστραλίας, όπως επίσης και στον κορυφαίο χώρο εκδηλώσεων του Σύδνεϋ » The Establishment» όπου εκτός των άλλων διοργανώθηκε το business forum με θέμα την Ελληνική οικονομία και τον Οινοτουρισμό. Το κρασί εδώ  χρησιμοποιείται ως όχημα διείσδυσης και εργαλείο για την τουριστική αγορά.  Η Μαριάννα Σιγάλα, καθηγήτρια Τουριστικής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Νότιας Αυστραλίας,  που είχε την ευθύνη διοργάνωσης  συνεδρίου για την ανάδειξη του ελληνικού κρασιού και του Οινοτουρισμού στην Αδελαΐδα, λέει ότι «η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό πρέπει να αλλάξει ώστε να γίνει πιο εύκολη η είσοδος του ελληνικού κρασιού στην παγκόσμια αγορά. O πιο εύστοχος τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο στην αγορά της Αυστραλίας είναι να αναπτυχθούν δυνατές σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Αυστραλών παραγωγών και ειδικών σε θέματα οίνου και μάρκετινγκ. Η φήμη ενός ποιοτικά ανώτερου οινοπροϊόντος θα βοηθήσει τον τουρισμό της Ελλάδας και θα ενισχύσει την σύνδεση ενός τοπικού προϊόντος (κρασί) με ένα αγροτικό προϊόν (τόπος παραγωγής), που συνδυαστικά θα εκτοξεύσουν την τουριστική βιομηχανία».

Η Ελένη Μπλούχου, Project Manager της ΕΔΟΑΟ για την αγορά της Αυστραλίας, τονίζει την σημασία και αναγκαιότητα συνέχισης του προγράμματος, καθώς όπως λέει, «έχουν δημιουργηθεί πλέον οι προϋποθέσεις για μια δυναμική εξαγωγική πορεία σε μία ιδιαίτερα σημαντική, παγκοσμίως, οινική αγορά. Είμαστε σε κομβικό σημείο και για τη δράση και για την αγορά και πρέπει όλοι μαζί, φορείς, οινοπαραγωγοί και εισαγωγείς, να στηρίξουμε την προσπάθεια ώστε να κάνουμε τη διαφορά σε μια πολύ απαιτητική αγορά.»

Αν και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της ΚΕΟΣΟΕ, δείχνουν ότι τα τελευταία δέκα χρόνια οι πωλήσεις ελληνικού κρασιού στην Αυστραλία έχουν μειωθεί από τα 324.000 στα 271.000 λίτρα το χρόνο, τα τελευταία πέντε χρόνια τα πράγματα δείχνουν μία σταθερή βελτίωση. Συγκεκριμένα ο μέσος όρων των πωλήσεων την τελευταία πενταετία έχει σημειώσει άνοδο κατά 37,41% σε αξία και 2,71% σε ποσότητα.
Από το 2015 που άρχισε το πρόγραμμα της ΕΔΟΑΟ στην Αυστραλία οι πωλήσεις αυξήθηκαν σε αξία κατά 27% ενώ και η μέση τιμή πώλησης του λίτρου είναι σήμερα υπερδιπλάσια από την τιμή του 2007. Η μέση τιμή λίτρου ήταν  1,66 Ευρώ το 2007 και έφτασε πέρσι στα 3,97 Ευρώ.  Τα έσοδα  συνολικά στη 10ετία έχουν σημειώσει άνοδο μεγαλύτερη από 11%. Αυτό σημαίνει ότι το κρασί πουλιέται ακριβότερα, η αγορά έχει στραφεί σε πιο premium ετικέτες και δεν καταναλώνει μεγάλες ποσότητες φθηνού κρασιού. Αυτός ακριβώς είναι και ο στόχος των Ελλήνων παραγωγών. Ποιοτικά και ξεχωριστά κρασιά, που μπορούν να κερδίσουν τους καταναλωτές.

Στοιχεία από την ΚΕΟΣΟΕ και την ΕΛΣΤΑΤ

Κύρια σημεία πώλησης είναι οι κάβες και τα εστιατόρια. Μεγάλο είναι το ενδιαφέρον των καταναλωτών για τις ελληνικές ποικιλίες και μάλιστα όχι μόνο για αυτές που έχουν αρχίσει να καθιερώνονται στις διεθνείς αγορές όπως το μοσχοφίλερο, το αγιωργίτικο, το ξινόμαυρο και το ασύρτικο. Υπάρχει κοινό πλέον που αναγνωρίζει και άλλες όπως η μαυροδάφνη, η λιμνιώνα , η ρομπόλα και ο αυγουστιάτης. Οι πωλήσεις δεν εξαντλούνται στα σημεία που αγοράζουν κρασί ελληνικής καταγωγής καταναλωτές, αλλά οι ελληνικές ετικέτες φιγουράρουν και στις λίστες καταξιωμένων εστιατορίων και μοντέρνων wine bar.

«Η επιλογή της Αυστραλιανής αγοράς ως μιας από τις αγορές-στόχους αποδεικνύεται απολύτως εύστοχη», αναφέρει η διευθύντρια της ΕΔΟΑΟ, Μαρία Τριανταφύλλου που ήταν και φέτος επικεφαλής της ελληνικής οινικής παρουσίας στην Αυστραλία ενώ επισημαίνει την σημαντική συμβολή των ελληνικών διπλωματικών αρχών στην Αυστραλία (την πρεσβεία στην Καμπέρα και τα Γενικά Προξενεία στο Σύδνεϋ και την Αδελαΐδα) αλλά και το πνεύμα συστράτευσης που διακατέχει την εκεί ελληνική παροικία με τους εθνικούς στόχους.

Μοιράσου το άρθρο: