«Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας αναδεικνύει και τεκμηριώνει ένα πρόβλημα που κανένας δεν άγγιζε για 40 χρόνια», τόνισε ο Περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας Απόστολος Τζιτζικώστας, στη σημερινή συνέντευξη τύπου για το πρόβλημα της δυσοσμίας στη Δυτική Θεσσαλονίκη.

Ο κ. Τζιτζικώστας επισήμανε ότι «το φαινόμενο της δυσοσμίας σε περιοχές της Δυτικής Θεσσαλονίκης είναι ένα πρόβλημα που ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1980 και όλα αυτά τα χρόνια καμιά απάντηση δεν είχε δοθεί, παρά μόνο κάποιες γενικόλογες εκτιμήσεις που συνδέονταν με δραστηριότητες στην περιοχή. Σ’ αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα για την υγεία την ποιότητα ζωής των πολιτών και το περιβάλλον και στις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες των συμπολιτών μας, στα ερωτήματα και τις εύλογες ανησυχίες που εκφράζουν, εμείς αποφασίσαμε να δώσουμε απαντήσεις».

Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας συνεργάστηκε με το Εργαστήριο Ελέγχου Ρύπανσης Περιβάλλοντος του Τμήματος Χημείας του ΑΠΘ, για την εκτέλεση ενός εξειδικευμένου ερευνητικού προγράμματος, που επιχειρείται για πρώτη φορά στα χρονικά, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, για να προσδιορίσει τις δύσοσμες ουσίες στην ατμόσφαιρα, στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας εξασφάλισε τη χρηματοδότηση του ερευνητικού προγράμματος, προϋπολογισμού άνω των 84.000 ευρώ και τα ΕΛΠΕ προμήθευσαν τον εξειδικευμένο τεχνικό εξοπλισμό, που ήταν απαραίτητος για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν οι χημικές αναλύσεις, από το Εργαστήριο. Η προβλεπόμενη διάρκεια των μετρήσεων είναι 12 μήνες με δύο δειγματοληψίες την εβδομάδα και πρόβλεψη για τρίτη δειγματοληψία και στο σύνολο του προγράμματος θα έχουν πραγματοποιηθεί 400 δειγματοληψίες.

Ο Αντιπεριφερειάρχης Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος Κώστας Γιουτίκας τόνισε ότι η Πολιτεία για τις δύσοσμες ενώσεις που εντοπίστηκαν δεν έχει θεσπίσει όρια και συνεπώς δεν έχει καν προσδιορίσει υποχρέωση ελέγχου. «Αντί να ακολουθούμε τη μυρωδιά στα στενά του Κορδελιού, που αποδείχτηκε αναποτελεσματικό και ανώφελο, αλλά και να αποδίδουμε ευθύνες χωρίς δεδομένα και στοιχεία, επιλέξαμε να κινηθούμε συστηματικά, οργανώνοντας στην κυριολεξία από το μηδέν το ολοκληρωμένο πρόγραμμα που δεν υπήρχε εδώ και δεκαετίες για την επιστημονική παρακολούθηση και αντιμετώπιση της κατάστασης. Συνεργαστήκαμε με όλους τους τοπικούς φορείς και με τους κατοίκους της περιοχής, ενώ παράλληλα αναβαθμίσαμε το σταθμό μέτρησης αερίων ρύπων στο Κορδελιό και τον ενισχύσαμε έτσι ώστε να μπορεί να μετρά και χημικές ενώσεις που προκαλούν δυσοσμία, διαθέτοντας 131.000 ευρώ από το ‘Πράσινο Ταμείο’», υπογράμμισε ο κ. Γιουτίκας.

Αναφερόμενος στις προτάσεις αντιμετώπισης του προβλήματος, που υπέβαλε σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς η Περιφέρεια σήμερα το πρωί, ο κ. Γιουτίκας είπε ότι είναι οι εξής:

-Τοποθέτηση κλειστών συστημάτων και αξιοποίηση της κατάλληλης αντιρρυπαντικής τεχνολογίας στη μονάδα αφυδάτωσης της ελαιώδους λάσπης από τον καθαρισμό των δεξαμενών αποθήκευσης πετρελαιοειδών, τον ελαιοδιαχωριστή και το βιολογικό καθαρισμό των ΕΛΠΕ.

-Απομάκρυνση της μονάδας αφυδάτωσης της λάσπης από το συγκεκριμένο σημείο, για να μη βρίσκεται τόσο κοντά στην κατοικημένη περιοχή.

-Αποκατάσταση των παλαιών μη χρησιμοποιούμενων σκαμμάτων αποβλήτων εντός των ΕΛΠΕ.

Η Καθηγήτρια του ΑΠΘ, υπεύθυνη του Εργαστηρίου Ελέγχου Ρύπανσης Περιβάλλοντος Κωνσταντινή Σαμαρά ανέλυσε τα αποτελέσματα των μετρήσεων λέγοντας ότι έγιναν 171 δειγματοληψίες, από τις οποίες 140 τακτικές και 31 έκτακτες. Όπως προέκυψε:

-Ταυτοποιήθηκαν 55 ενώσεις με οσμή διαφορετικού χαρακτήρα, στις οποίες περιλαμβάνονται οχτώ μερκαπτάνες, που προκαλούν δυσοσμία, η οποία γίνεται άμεσα αντιληπτή.

-Η συχνότητα ανίχνευσης στο Κορδελιό ποικίλει.

-Δεν υπάρχει συσχέτιση της δυσοσμίας με πιθανές διαρροές φυσικού αερίου.

-Δεν προκύπτει συσχέτιση με πιθανές διαρροές υγραερίου.

-Δυο μερκαπτάνες μετρήθηκαν σε πολύ υψηλά επίπεδα, οι οποίες είναι άμεσα αισθητές στην οσμή. Αυτές είναι οι ενώσεις που αντιλαμβάνονται οι πολίτες και που προκαλούν την ενόχληση.

-Η συγκέντρωσή τους ήταν σημαντικά υψηλότερη στο Κορδελιό, συγκριτικά με την υπόλοιπη Θεσσαλονίκη.

-Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις μερκαπτανών καταγράφηκαν στις έκτακτες δειγματοληψίες (καταγγελλόμενα επεισόδια δυσοσμίας).

-Υπάρχει συσχέτιση με τη θερμοκρασία. Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις μετρώνται στις ζεστές μέρες.

-Υπάρχει συσχέτιση με την ταχύτητα και την κατεύθυνση του ανέμου. Όταν επικρατεί άπνοια οι συγκεντρώσεις είναι αυξημένες. Στις έκτακτες δειγματοληψίες (επεισόδια) έπνεαν Β – ΒΔ άνεμοι.

-Καταγράφηκαν υψηλές συγκεντρώσεις εντός των ΕΛΠΕ, με τις πιο υψηλές στη δεξαμενή και τη μονάδα ξήρανσης της λάσπης. Οι συγκεντρώσεις εκεί ήταν υπερδεκαπλάσιες του Κορδελιού.

-Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η δυσοσμία προέρχεται από τη μονάδα αφυδάτωσης της λάσπης και τη μονάδα επεξεργασίας των λυμάτων των ΕΛΠΕ.

«Το πρόγραμμα συνεχίζεται και οι μετρήσεις, τα αποτελέσματα, δεν είναι τελικά. Τα οριστικά συμπεράσματα θα εξαχθούν με την παρέλευση και του επόμενου εξαμήνου», είπε η κ. Σαμαρά.

Η κ. Σαμαρά πάντως διευκρίνισε ότι οι συγκεκριμένες ουσίες που προκαλούν τη δυσοσμία είναι χαμηλής επικινδυνότητας, δεν είναι καρκινογόνες ή τοξικές, δεν έχουν σωρευτικές ιδιότητες, ωστόσο είναι ικανές να προκαλέσουν σε υψηλές συγκεντρώσεις προβλήματα στο αναπνευστικό και δευτερογενή συμπτώματα στο κεντρικό νευρικό σύστημα (αϋπνίες, πονοκεφάλους, ναυτία κτλ.).

Ο Προϊστάμενος του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Ηρακλής Λάτσιος επισήμανε ότι το πρόβλημα είναι διαχειρίσιμο όπως αποδείχτηκε επιστημονικά πλέον, αρκεί να γίνουν όσα προτείνει η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας».

Πηγή ΠΚΜ

Μοιράσου το άρθρο: