Του Πέτρου Δίπλα.

Η Άνγκελα Μέρκελ είναι η πρώτη γυναίκα Καγκελάριος της Γερμανίας και η νεώτερη Καγκελάριος από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1954 στο Αμβούργο, σπούδασε φυσικός και ξεκίνησε την πολιτική της καριέρα αμέσως μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989.

Είναι η μόνη γυναίκα στο κόσμο που το περιοδικό Φόρμπς την έχει κατατάξει 10 φορές ως την ισχυρότερη γυναίκα στον κόσμο και δύο φορές ως τον δεύτερο ισχυρότερο άνθρωπο στον κόσμο.

Η Μέρκελ γεννήθηκε ως Άνγκελα Δωροθέα Κάσνερ, κόρη του Λουθηρανού ιερέα και δασκάλου Χόρστ Κάσνερ, ο οποίος ήταν πολωνικής καταγωγής γεννημένος στο Γκντάνσκ.

Το πραγματικό όνομα του ήταν Καζμίρτζακ το οποίο γερμανοποίησε σε Κάσνερ ο πατέρας του και παππούς της Μέρκελ, Λούντβικ Καζμίρτζακ, ο οποίος μάλιστα έπαιξε ενεργό ρόλο στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Πολωνίας.

Η θρησκεία έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οικογένεια της Μέρκελ. Ο παππούς Λούντβικ ήταν αρχικά καθολικός αλλά όλη η οικογένεια ασπάστηκε τον Προτεσταντισμό (Λουθηρανισμό) όταν ο πατέρας της ήταν μικρό παιδί. Ο πατέρας της σπούδασε Λουθηρανική θεολογία και όταν η Μέρκελ ήταν μόλις 3 μηνών πήρε όλη την οικογένεια από το Αμβούργο στην Ανατολική Γερμανία επειδή του δόθηκε θέση ιερέα στο Πέρλεμπεργκ του Βραδεμβούργου.

Ήταν από τις ελάχιστες περιπτώσεις ανθρώπων που από την Δυτική Γερμανία πήγαν στην Ανατολική όταν χιλιάδες προσπαθούσαν το αντίθετο.

Έτσι η Μέρκελ μεγάλωσε στο Τέμπλιν, 90 χιλιόμετρα βόρεια του Ανατολικού Βερολίνου, όπου σε νεαρή ηλικία έγινε μέλος της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος της ‘Σοσιαλιστικής Ενότητας’ και αργότερα όταν σπούδαζε στην Ακαδημία των Επιστημών έγινε και μέλος της διοικούσας Γραμματείας της Νεολαίας.

Στο σχολείο η Μέρκελ έμαθε άριστα ρωσικά και βραβεύτηκε για τις επιδόσεις της στα ρωσικά και τα μαθηματικά. Στο πανεπιστήμιο της Λειψίας σπούδασε Φυσική από το 1973 έως το 1978.

Κοντά στο τέλος των πανεπιστημιακών σπουδών προσπάθησε να αναλάβει βοηθός καθηγητή σε σχολή μηχανολόγων. Της ειπώθηκε όμως ότι για να πάρει την θέση θα έπρεπε παράλληλα να ρουφιανεύει τους συναδέλφους της καθηγητές στη Στάζι (τη μυστική αστυνομία της Ανατολικής Γερμανίας).

Η Μέρκελ αρνήθηκε τη θέση με τη δικαιολογία ότι δεν έχει την ικανότητα να κρατάει μυστικά, ώστε να γίνει μια καλή κατάσκοπος, και έτσι συνέχισε την επαγγελματική της καριέρα δουλεύοντας στο Κεντρικό Ινστιτούτο Φυσικοχημείας από το 1978 έως το 1990. Βραβεύτηκε με διδακτορικό για την εργασία της στην Κβαντική Χημεία και δημοσίευσε αρκετά συγγράμματα.

Εάν είχε δεχτεί τότε να συνεργαστεί με τη Στάζι, θα ήταν αδύνατη η μετέπειτα πολιτική της καριέρα.

Το 1977 σε ηλικία 23 ετών παντρεύτηκε τον φοιτητή φυσικής Ούλριχ Μέρκελ και άλλαξε το επώνυμό της από Κάσνερ σε Μέρκελ. Το 1982 χώρισαν και η Μέρκελ πέρασε τα χειρότερα χρόνια της φθάνοντας σχεδόν στο περιθώριο. Χαρακτηριστική ήταν η φράση του πατέρα της όταν την επισκέφθηκε ‘δεν κατόρθωσες να προχωρήσεις και πολύ’.

Το 1998 παντρεύτηκε τον δεύτερο σύζυγό της τον καθηγητή κβαντικής χημείας Γιοακίμ Σάουερ με τον οποίο ζεί μέχρι σήμερα και ο οποίος διατηρεί πολύ χαμηλό προφίλ αποφεύγοντας τόσο πολύ τη δημοσιότητα που τα ΜΜΕ της Γερμανίας έχουν φθάσει να τον ονομάζουν ‘το φάντασμα της όπερας’. Ακόμα και όταν συνοδεύει τη Μέρκελ στο εξωτερικό τις περισσότερες φορές πάει με οικονομική πτήση ενώ μπορεί να συνταξιδεύσει με τα κυβερνητικά αεροσκάφη. Το ζευγάρι έχει δύο γιούς από τον προηγούμενο γάμο του συζύγου της.

Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου ήταν το έναυσμα της πολιτικής της καριέρας. Ένα μήνα μετά την πτώση προσχώρησε στο νεοδημιουργημένο κόμμα ‘Δημοκρατική Αφύπνιση’.

Αμέσως μετά τις πρώτες (και μόνες) πολυκομματικές εκλογές της Ανατολικής Γερμανίας τοποθετήθηκε βοηθός κυβερνητικού εκπροσώπου της νέας υπηρεσιακής κυβέρνησης υπό τον Λόθαρ Ντε Μεζιέρ (λίγο πριν την ενοποίηση των δύο Γερμανιών). Η Μέρκελ είχε εντυπωσιάσει τον Ντε Μεζιέρ με τη δεξιοτεχνία της να χειρίζεται τους δημοσιογράφους στις περιπτώσεις πολιτικών που κατηγορήθηκαν ως πληροφοριοδότες της αστυνομίας.

Τον Απρίλιο του 1990 το Κόμμα της ‘Δημοκρατικής Αφύπνισης’ συγχωνεύτηκε με το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα της Ανατολικής Γερμανίας το οποίο μετά την ενοποίηση των δύο Γερμανιών συγχωνεύτηκε με το δυτικό Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα.

Η Μέρκελ κατέβηκε στις πρώτες μετά την ενοποίηση ομοσπονδιακές εκλογές του 1990 και εκλέχθηκε βουλευτής για την περιφέρεια Στράλσουντ, στην οποίαν περιφέρεια επανεξελέγει συνεχώς και στις επόμενες 6 εκλογές μέχρι σήμερα.

Μετά την πρώτη της βουλευτική εκλογή τοποθετήθηκε αμέσως από τον Καγκελάριο Χέλμουτ Κολ υπουργός για τη Γυναίκα και την Νεολαία.

Το 1984, ως προστατευόμενη του Καγκελάριου Κολ και ως η νεώτερη υπουργός, αναβαθμίστηκε λαμβάνοντας το υπουργείο για το Περιβάλλον και την Πυρηνική Ασφάλεια. Αυτό της έδωσε μεγαλύτερη πολιτική δύναμη και βάση για να χτίσει την πολιτική της καριέρα. Χαρακτηριστική είναι η φράση ‘το κορίτσι μου’ που συνήθιζε ο Κολ να λέει όταν αναφέρονταν στη Μέρκελ.

Μετά την ήττα του Κολ και του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος στις εκλογές του 1998, η Μέρκελ εξελέγει Γενική Γραμματέας του κόμματος, θέση κλειδί μια που το κόμμα δεν ήταν πλέον κυβερνών. Η ίδια επέβλεψε μια σειρά νικηφόρων εκλογών του CDU στις 6 από τις 7 εκλογές στα κρατίδια, σπάζοντας την μέχρι τώρα κυριαρχία του Συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων (SPD – GREEN) στην Άνω Bουλή (Bundesrat).

Παρά την βοήθεια και την προστασία που παρείχε ο Κολ στην Μέρκελ, η τελευταία δεν δίστασε να κάνει σκληρή κριτική και να πάει εναντίον του (και εναντίον του Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε, που στο μεταξύ είχε γίνει Πρόεδρος του Κόμματος μετά την ήττα τις εκλογές του 1998) όταν ξέσπασε το 1999 το σκάνδαλο για παράνομες δωρεές στο Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα. Η Μέρκελ ζήτησε από το Κόμμα να ξεχάσει τον Κολ και να γίνει μια καινούργια αρχή χωρίς αυτόν.

Το σκάνδαλο είχε σαν αποτέλεσμα ο Κολ να φύγει από την πολιτική σκηνή και ο Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε να παραιτηθεί και από τη προεδρία του CDU και από την αρχηγία της αξιωματικής αντιπολίτευσης (CDU/CSU) στην Βουλή (Budenstag).

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να εκλεγεί η ίδια στη θέση του Σόϊμπλε, στην αρχηγεια του CDU, στις 10 Απριλίου 2000, γενόμενη η πρώτη γυναίκα αρχηγός Γερμανικού κόμματος.

Η εκλογή της Μέρκελ ήταν έκπληξη για πολλούς καθώς αυτό που εκπροσωπούσε ήταν εντελώς αντίθετο με την εικόνα και την προσωπικότητα του κόμματος.

Η Μέρκελ είναι μια κεντρώα προτεστάντισα προερχόμενη από την προτεσταντική βόρεια Γερμανία ενώ το χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) είναι ένα ανδροκρατούμενο, κοινωνικά συντηρητικό, με τον πυρήνα των ψηφοφόρων του στην δυτική και νότια Γερμανία ενώ και το Χριστιανοκοινωνικό (CSU) αδελφό Κόμμα της Βαυαρίας είναι κατά βάση καθολικό.

Μετά την εκλογή της στην αρχηγεία του CDU, η δημοφιλία της Μέρκελ αυξήθηκε και πολλοί ήθελαν αυτή να ηγηθεί του συνασπισμού CDU/CSU στις εκλογές του 2002 απέναντι στο Καγκελάριο Σρέντερ.

Όμως έχασε τις εσωκομματικές εκλογές από το αρχηγό του CSU Έντμουντ Στόιμπερ ο οποίος έχασε με τη σειρά του τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2002 από το Σρέντερ με αποτέλεσμα η Μέρκελ να γίνει και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Βουλή.

Εσωκομματικά η Μέρκελ οδήγησε το κόμμα σε πιο φιλελεύθερη κατεύθυνση. Υποστήριξε την μεγαλύτερη απελευθέρωση των απολύσεων εργαζομένων καθώς και την αύξηση ωρών εργασίας με το αιτιολογικό ότι η υπάρχουσα νομοθεσία κάνει την γερμανική οικονομία λιγότερο ανταγωνιστική, καθώς οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προσαρμόσουν γρήγορα το εργασιακό κόστος όταν η οικονομία μπαίνει σε ύφεση.

Παράλληλα η Μέρκελ υποστήριξε ότι η Γερμανία πρέπει να απαγορεύσει την πυρηνική ενέργεια πιο γρήγορα από ότι είχε σχεδιάσει η κυβέρνηση Σρέντερ.

Στις σχέσεις με τις ΗΠΑ κράτησε ιδιαίτερα φιλοαμερικανική στάση. Το 2003 υποστήριξε την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ κατηγορώντας μάλιστα τον Καγκελάριο Σρέντερ για αντιαμερικανισμό, όπως επίσης τον κατηγόρησε ότι υποστήριξε την ένταξη της Τουρκίας στη Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ η ίδια προτιμούσε μια ‘προνομιούχο συνεργασία’.

Το Μάιο του 2005 η Μέρκελ χρίστηκε υποψήφια του CDU/CSU για να αντιμετωπίσει τον σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2005, τις οποίες τις κέρδισε με μικρή πλειοψηφία (CDU/CSU 35,2% – SPD 34,2%).

Λόγω της μικρής εκλογικής διαφοράς, τα 2 κόμματα τελικά σχημάτισαν τον μεγάλο συνασπισμό με Καγκελάριο την Μέρκελ και τους Σοσιαλδημοκράτες να παίρνουν τα 8 από τα 16 υπουργεία της κυβέρνησης.

Το κόμμα της Μέρκελ κέρδισε και τις εκλογές του 2009 έτσι ώστε να μπορέσει να κυβερνήσει με τη βοήθεια του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (FDP). Το CDU/CSU έλαβε το 33,8% των ψήφων και το FDP 14,6% ( το Σοσιαλδημοκρατικό (SPD) έπεσε στο 23%)

Η Μέρκελ κέρδισε και τις εκλογές του 2013 με μεγάλο μάλιστα ποσοστό 41,5% αλλά χωρίς να πάρει την αυτοδυναμία (της έλειψαν 5 έδρες). Έτσι σχηματίστηκε πάλι ο μεγάλος συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών με Καγκελάριο την Μέρκελ, καθώς το FPD καταποντίστηκε (δεν έπιασε το απαραίτητο 5% των ψήφων) και 3ο κόμμα αναδείχτηκε η Αριστερά (Die Linke) με 8,6%.

Σε όλη τη μέχρι τώρα θητεία της προσπάθησε να ενισχύσει την ευρωπαϊκή συνεργασία και τις διεθνείς εμπορικές συνεργασίες. Ιδιαίτερα προώθησε τις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις μέσω μιας φιλοαμερικανικής πολιτικής. Οι σχέσεις της με τον πρόεδρο Τζόρτζ Μπούς ήταν άριστες ενώ ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα δήλωσε το 2016 ότι η Μέρκελ ήταν ο ‘στενότερος διεθνής εταίρος’ σε όλη τη διάρκεια της προεδρίας του.

Η Μέρκελ ταυτόχρονα προώθησε ακόμα περισσότερο τις ήδη φιλικές σχέσεις με την Κίνα ενώ ήδη από το 2006 είχε εκφράσει τον προβληματισμό της για την μεγάλη εξάρτηση της Γερμανίας από τη ρωσική ενέργεια.

Η Μέρκελ συνηθίζει να ψωνίζει η ίδια στα σούπερ μάρκετ πληρώνοντας με μετρητά και όχι με κάρτα ενώ είναι γνωστή για την αγάπη της στο ποδόσφαιρο. Πολλές φορές έχει ‘πιαστεί’ να ακούει αναμετάδοση αγώνα μέσα σε συνεδρίαση της Βουλής ενώ πάντα πηγαίνει στα αποδυτήρια για να συγχαρεί τους παίκτες.

Η Μέρκελ τονίζει ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να ντρέπονται να δηλώνουν τη πίστη τους και δημόσια έχει δηλώσει ότι ‘η Γερμανία δεν πάσχει από υπερβολικό Ισλάμ αλλά από λίγο χριστιανισμό’. Οι υποστηρικτές της την ονομάζουν χαϊδευτικά ‘Mutti’ δηλαδή ‘μαμά’.

Οι δημοσκοπήσεις μέχρι τώρα δείχνουν ότι το κόμμα της Μέρκελ θα υπερισχύσει των Σοσιαλδημοκρατών του Μάρτιν Σούλτς στις εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Μοιράσου το άρθρο: