Του Πέτρου Δίπλα.

Το γερμανικό εκλογικό σύστημα είναι αρκετά περίπλοκο, αποτέλεσμα της δημιουργίας της χώρας από 16 κρατίδια και της προσπάθειας των νομοθετών να συγκεράσουν το πλειοψηφικό και το αναλογικό σύστημα καθώς και τα συστήματα του σταυρού και της λίστας. Πρόθεση του νομοθέτη να δώσει στο ψηφοφόρο τη δυνατότητα να ψηφίζει και πρόσωπα και κόμματα. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να το εξηγήσουμε.

Η Γερμανία είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος που αποτελείται από 16 κρατίδια. Διοικείται από μια κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση η οποία σχηματίζεται μετά από εθνικές βουλευτικές εκλογές ανά τετραετία, όπως αυτές που θα διενεργηθούν φέτος στις 24 Σεπτεμβρίου.

Οι εκλογές βγάζουν τους βουλευτές της Κάτω Βουλής της Μπούντεσταγκ ενώ υπάρχει και μικρή Ανω Βουλή η Μπούντεσρατ (ένα είδος Γερουσίας) με πολύ μικρότερο αριθμό βουλευτών οι οποίοι δεν εκλέγονται αλλά διορίζονται από τις κυβερνήσεις των κρατιδίων και απηχεί ακριβώς αυτό, τον βαθμό ανεξαρτησίας των κρατιδίων.

Ταυτόχρονα κάθε κρατίδιο εκλέγει και μια τοπική κυβέρνηση με εκλογές που δεν συμπίπτουν με τις ομοσπονδιακές καθώς κάθε κρατίδιο αποφασίζει ανεξάρτητα τις εκλογές για την τοπική βουλή και την τοπική αυτοδιοίκησή του. Βέβαια οι τοπικές εκλογές των κρατιδίων έχουν μεγάλη σημασία για τα γερμανικά κόμματα καθώς αποτελούν πρόκριμα για την δημοτικότητα και την εθνική εκλογική τους δύναμη.

Το ομοσπονδιακό (εθνικό) γερμανικό εκλογικό σύστημα, που έχει βρει μιμητές και σε άλλες χώρες (Νέα Ζηλανδία, Μεξικό, Βολιβία), είναι μικτό σύστημα αναλογικότητας και πλειοψηφικότητας που από τη μια προσπαθεί να είναι αναλογικό στον αριθμό των βουλευτών των κομμάτων σε σχέση με την ψήφο των πολιτών και παράλληλα να δίνει στους πολίτες τη δύναμη να εκλέγουν συγκεκριμένα πρόσωπα υποψηφίων ανεξαρτήτως κόμματος.

Αυτό το επιτυγχάνει με ένα αρκετά πολύπλοκο τρόπο προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο δίκαιος.

Ο αριθμός των βουλευτών της γερμανικής βουλής (Μπούντεσταγκ) είναι κατ’ ελάχιστο 598 (ο οποίος όμως μπορεί να αυξηθεί ανάλογα με το εκλογικό αποτέλεσμα, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω) οι οποίοι εκλέγονται από τους ψηφοφόρους με βάση δύο ξεχωριστά ψηφοδέλτια-πίνακες (που βρίσκονται δίπλα-δίπλα στο ίδιο δελτίο όπως φαίνεται στην εικόνα)

Στην αριστερή στήλη ο πολίτης ψηφίζει πρόσωπα και στη δεξιά στήλη ψηφίζει κόμματα

Οι μισοί βουλευτές από αυτούς, οι 299 ψηφίζονται ως πρόσωπα στις 299 μονοεδρικές περιοχές που έχει χωριστεί η χώρα (δηλαδή που έχουν χωριστεί τα 16 κρατίδια). Η εκλογή αυτών των 299 βουλευτών γίνεται με πλειοψηφικό σύστημα. Εκλέγεται όποιος πάρει τις περισσότερες ψήφους με σταυροδοσία. Αυτοί οι βουλευτές περιλαμβάνονται στο ένα ψηφοδέλτιο το ονομαστικό.

Στο άλλο ψηφοδέλτιο το κομματικό οι ψηφοφόροι ψηφίζουν το κόμμα της αρεσκείας τους. Αυτή είναι η ψήφος που θα καθορίσει με την αρχή της απλής αναλογικής την κατανομή των εδρών που θα πάρουν τα κόμματα στη Βουλή. Το κομματικό αυτό ψηφοδέλτιο είναι διαφορετικό σε κάθε κρατίδιο και περιλαμβάνει σε λίστα τα ονόματα των υποψηφίων βουλευτών χωρίς να χρειάζεται να μπει σταυρός όπως στο άλλο ψηφοδέλτιο το ονομαστικό.

Έτσι ο ψηφοφόρος έχει δύο ψήφους. Μία (με σταυρό) για τους υποψήφιους στις 299 μονοεδρικές περιφέρειες και μία για τις κομματικές λίστες από τις οποίες με αναλογικό σύστημα θα εκλεγούν οι άλλοι 299 βουλευτές.Η πρώτη ψήφος επιτρέπει στους ψηφοφόρους να διαλέξουν τον υποψήφιο – το συγκεκριμένο πρόσωπο – που προτιμούν στην περιοχή τους ανεξαρτήτως κόμματος. Με τη δεύτερη ψήφο διαλέγουν το κόμμα που προτιμούν.

Η πρώτη ψήφος είναι προσωποποιημένη αφού αφορά επιλογή συγκεκριμένου προσώπου (προσωπικές θέσεις, εξαγγελίες) και όχι κομματικού προγράμματος. Με τη δεύτερη ψήφο οι πολίτες επιλέγουν κόμμα, δηλαδή καθορίζουν τα ποσοστά των εδρών που θα πάρουν στη Βουλή τα κόμματα.

Σύμφωνα με το νόμο, για να εκπροσωπηθεί κόμμα στη Βουλή πρέπει να περάσει το όριο του 5% του συνόλου των ψήφων.

Τι γίνεται όμως στη περίπτωση που ένα κόμμα εκλέξει με τις προσωπικές ψήφους περισσότερους βουλευτές απότι του αναλογούν σύμφωνα με τα αποτελέσματα των κομματικών ψήφων;

Τότε το κόμμα αυτό κρατά τις επιπλέον έδρες και δεν τις χάνει. Οι έδρες αυτές αποτελούν πρωτοτυπία του γερμανικού συστήματος και ονομάζονται υπεράριθμες. Στις εκλογές του 2009 η συμμαχία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος και του Χριστιανοκοινωνικού Κόμματος κέρδισαν 24 υπεράριθμες έδρες με αποτέλεσμα η Βουλή αντί 598 έδρες να φθάσει τις 622 έδρες.

Επειδή όμως οι υπεράριθμες αυτές έδρες θεωρήθηκε ότι ευνοούν ορισμένα κόμματα σε βάρος άλλων, το 2013 το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας κατήργησε το σχετικό νόμο και ανάγκασε τη Βουλή να ψηφίσει νέο νόμο σύμφωνα με τον οποίο όταν ένα κόμμα κερδίσει υπεράριθμες έδρες τότε και τα άλλα κόμματα δικαιούνται αναλογικά και αυτά υπεράριθμες έδρες. Και προκειμένου να μην υπάρξει πληθωρισμός εδρών το Συνταγματικό Δικαστήριο έθεσε ανώτατο όριο υπεράριθμων εδρών τις 15 ανά κόμμα.

Με τον τρόπο αυτό λαμβάνονται υπόψη και τα μικρότερα κόμματα, που δεν έχουν κερδίσει καμία εκλογική περιφέρεια με βάση τα ονομαστικά ψηφοδέλτια. Θα πρέπει, όμως, να έχουν εξασφαλίσει σε ομοσπονδιακό επίπεδο τουλάχιστον το 5% των ψήφων για να εισέλθουν στη Ομοσπονδιακή Κάτω Βουλή.

Επίσης εάν κάποιο μικρό κόμμα έχει κερδίσει με βάση τα ονομαστικά ψηφοδέλτια τουλάχιστον τρεις εκλογικές περιφέρειες, συμπεριλαμβάνεται και στην συνολική κατανομή των εδρών με βάση τα κομματικά ψηφοδέλτια, ακόμη κι αν δεν έχει υπερβεί το όριο του 5% σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Τέλος, εάν ο αριθμός των εδρών ενός κόμματος που κερδήθηκαν σ’ ένα κρατίδιο με βάση τα κομματικά ψηφοδέλτια, είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των ονομαστικά εκλεγμένων υποψηφίων βουλευτών του, τότε για την εκλογή βουλευτών λαμβάνεται υπόψη η σειρά προτεραιότητάς τους στο κομματικό ψηφοδέλτιο του κρατιδίου. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να αυξήσουν τις πιθανότητες εκλογής τους, οι υποψήφιοι πολύ συχνά διεξάγουν αφενός προσωπικό προεκλογικό αγώνα σε μία εκλογική περιφέρεια, και αφετέρου συμμετέχουν και στο κομματικό ψηφοδέλτιο του κόμματός τους στην ίδια περιφέρεια.

Ανακεφαλαίωση λοιπόν:

Η Γερμανία χωρίζεται σε 299 μονοεδρικές περιφέρεις όπου αντιστοιχούν οι μισές βουλευτικές έδρες. Επίσης χωρίζεται σε 16 πολυεδρικές περιφέρειες οι οποίες συμπίπτουν γεωγραφικά και αριθμητικά με τα 16 ομόσπονδα κρατίδια στις οποίες διανέμονται οι υπόλοιπες βουλευτικές έδρες.

Υπάρχουν, λοιπόν, δύο ψηφοφορίες από τις οποίες η πρώτη βασίζεται στο πλειοψηφικό και η δεύτερη στο αναλογικό σύστημα.

Προκειμένου ένα κόμμα να καταλάβει έδρες στη Βουλή, θα πρέπει να έχει λάβει τουλάχιστον ένα ποσοστό 5% επί του συνόλου των έγκυρων κομματικών ψηφοδελτίων στην επικράτεια (δεύτερη κατανομή) ή να έχει λάβει τρείς έδρες από τις μονοεδρικές περιφέρειες στην πρώτη κατανομή, την προσωπική.

Στη δεύτερη κατανομή δεν λαμβάνονται υπόψη οι έδρες που παραχωρήθηκαν στο κάθε κόμμα από την πρώτη κατανομή.

Αν ένα κόμμα κερδίσει, σε ένα κρατίδιο, περισσότερες μονοεδρικές από όσες έδρες δικαιούται από τις δεύτερες (κομματικές) ψήφους, οι επιπλέον έδρες παραμένουν στο κόμμα με τον περιορισμό του 2013 ότι κανένα κόμμα δεν μπορεί να έχει περισσότερες από 15 υπεράριθμες έδρες.

Μοιράσου το άρθρο: