Toυ Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Εδώ και μήνες είχε σχεδόν ξεκαθαριστεί ότι στις γερμανικές εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου θα ερχόταν με άνεση πρώτη η Ανγκελα Μέρκελ.  Έτσι το ενδιαφέρον της ημέρας κινείται στο πόσο υψηλά θα κρατηθεί το Χριστιανοδημοκρατικό και πόσο χαμηλά θα πέσει το Σοσιαλδημοκρατικό, με τις συνέπειες που θα υπάρχουν στο εσωτερικό τους και κυρίως στις επιλογές τους.

Σημαντικό, επίσης, θέμα θα είναι το τελικό ποσοστό με το οποίο, όπως, όλα δείχνουν, θα καταλάβει την τρίτη θέση η νεοεισερχόμενη στο κοινοβούλιο «Εναλλακτική για τη Γερμανία». Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει τον συμβολισμό ότι τρίτη δύναμη της χώρας γίνεται ένα ξενοφοβικό και αντιευρωπαϊκό κόμμα, αλλά και την πρακτική συνέπεια πως αυτό θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση στην περίπτωση Μεγάλου Συνασπισμού.  Μια ορισμένη σημασία έχει, επίσης, η τελική σειρά και τα ποσοστά που θα λάβουν τα άλλα τρία κόμματα που αναμένεται να μπουν στη γερμανική Κάτω Βουλή, δηλαδή οι Φιλελεύθεροι, το Linke και οι Πράσινοι.

Όμως, το βράδι της Κυριακής, κι όταν όλα αυτά θα έχουν αποσαφηνιστεί, εκείνο που απλώς θα διαφανεί είναι οι μαθηματικές πιθανότητες για το τι είδους κυβέρνηση θα μπορεί να σχηματιστεί στη Γερμανία. Το ποιες πολιτικές δυνάμεις θα μετέχουν τελικώς σ΄ αυτή την κυβέρνηση, με ποιο πρόγραμμα και ποια πρόσωπα θα αποτελέσει μια διαδικασία που αναμένεται να κρατήσει βδομάδες, ίσως και μήνες.

Γνωστό, πάντως, είναι ότι η κυβέρνηση αυτή, λόγω εκλογικού συστήματος αλλά και πολιτικών παραδόσεων, θα έχει το σχήμα και πάλι συνασπισμού, όπως όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις στην Γερμανία από το 1949. Εκείνο που κανείς δεν γνωρίζει –τουλάχιστον με βεβαιότητα- είναι ο συνδυασμός των κομμάτων στο εσωτερικό του νέου συνασπισμού, με τρία σενάρια να υπάρχουν στο τραπέζι : 1. Επανάληψη του Μεγάλου Συνασπισμού Xριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών  2. Συνασπισμός Τζαμάικα, δηλαδή συνεργασία Χριστιανοδημοκρατών, Φιλελευθέρων, Πράσινων  3.Συνασπισμός μόνον Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελευθέρων. Και στις τρεις από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις υπάρχουν τα συν και τα πλην για όσους παίξουν στα σχετικά σενάρια.

Στην πρώτη περίπτωση, η συνέχιση του Μεγάλου Συνασπισμού προτιμάται από την Μέρκελ γιατί έτσι θα διατηρήσει μια ευρεία κοινωνική αποδοχή της κυβέρνησής της και θα αποφύγει τους πειραματισμούς με Πράσινους, αλλά ακόμη και τους σημερινούς σχεδόν ευρωσκεπτικιστές Φιλελεύθερους. Την ίδια όμως στιγμή, οι Σοσιαλδημοκράτες γνωρίζουν πως μια ακόμη ανανέωση αυτή της εταιρικότητας, παρά το δέλεαρ της εξουσίας, δεν θα τους επιτρέψει να βγουν από την ιδεολογική κρίση και την εκλογική συρρίκνωση στην οποία έχουν περιέλθει πλέον 12 χρόνια, από την ήττα του 2005.

Το σενάριο «Τζαμάικα» έχει μέχρι τώρα μια εφαρμογή στο γερμανικό πολιτικό σύστημα, με την «μαυρο-κιτρινο-πράσινη» κυβέρνηση του κρατιδίου Σλέσβιχ-Χόλσταιν. Πρόκειται όμως  για το δεύτερο μικρότερο κρατίδιο της Γερμανίας, στην βορειότερη άκρη της Γερμανίας, κάτω από τη Δανία, που δεν παρέχει ασφαλή συμπεράσματα για το πόσο βιώσιμη μπορεί να είναι σε εθνική κλίμακα η συνύπαρξη της δεξιότερης πτέρυγας των Χριστιανοδημοκρατών με τους Πράσινους, όσο κι αν αυτοί έχουν μεταβληθεί από ένα εναλλακτικό-ριζοσπαστικό κόμμα σε λίγο πολύ μια οικολογική κεντροαριστερά. Αλλά ούτε και ο «αλληλέγγυος ευρωπαϊκός ομοσπονδισμός» των Πρασίνων είναι εύκολο να συνδυαστεί με τον «οικονομικό εθνικισμό» των Φιλελεύθερων, ο οποίος πλησιάζει τον δημαγωγικό ευρωσκεπτικισμό.

Τέλος, μια κυβέρνηση, απλώς δικομματική Χριστιανοδημοκρατών/Φιλελεύθερων, εφόσον βέβαια το επιτρέψουν οι αριθμοί, ίσως θα είναι δυσκολότερη να σχηματιστεί και λιγότερο αποτελεσματική να λειτουργήσει από την προηγούμενη φορά, που ήταν η περίοδος 2009-2013, λόγω των σκληρότερων θέσεων που λαμβάνει πλέον το FDP σε σχέση με την CDU/CSU σε θέματα Ευρώπης, μεταναστών, κοινωνικού κράτους ή και οικολογίας.

Έτσι, η εξεύρεση ενός σημείου ισορροπίας, προκειμένου να προκύψει ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός, σ’ αυτές και αρκετές άλλες αντίρροπες πολιτικές τάσεις, καθώς και σε ένα 6κομματικό πλέον γερμανικό κοινοβούλιο, δεν θα είναι μια εύκολη υπόθεση. Κατά συνέπεια οι διαπραγματεύσεις δεν αναμένεται να κρατήσουν πολύ λιγότερο από τους τρεις μήνες που χρειάστηκαν την τελευταία φορά, το 2013, για να καταλήξουν οι συνεργασίες, το πρόγραμμα και η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου. Ως προς το τελευταίο, επιπλέον κρίσιμο θέμα αποτελεί το ποιο κόμμα και ποιο πρόσωπο θα έχει τη θέση του Υπουργού Οικονομικών και το χαρτοφυλάκιο των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, όσο θα διαρκέσει αυτό το διάστημα, θα πρέπει να βρίσκεται σε αναμονή, μεταξύ των άλλων, για ακόμη μια φορά η ουσιαστική συζήτηση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και πάντως, η εικόνα που έχει διαδοθεί σε ορισμένους κύκλους της ΕΕ, πως αμέσως μετά τις γερμανικές εκλογές ξεκινά με γρήγορα και αποφασιστικά βήματα –βοηθούντος και του Μακρόν- η μεγάλη μεταρρύθμιση της Ενωσης αποτελεί σχεδόν μια «Χιλιαστική» ιδέα… Όποιος έχει διαβάσει λίγο προσεκτικά την ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης γνωρίζει ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις που όλοι ή σχεδόν όλοι είχαν παρόμοιους στόχους, η πορεία ήταν ιδιαίτερα εξελικτική, μακρόσυρτη, δύσκολη…

 

 

 

Μοιράσου το άρθρο: