Του Πέτρου Δίπλα.

Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (Χριστιανική Δημοκρατική Ένωση-CDU) είναι το κύριο κεντροδεξιό και συντηρητικό κόμμα της Γερμανίας το οποίο ιδρύθηκε μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Προέρχεται από το παλιό καθολικό Κεντρώο Κόμμα το οποίο είχε ιδρυθεί το 1870. Στην Ευρωβουλή είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.

Το κύριο πιστεύω του CDU είναι οι συντηρητικές κοινωνικές αξίες και η κοινωνική οικονομία της αγοράς (οικονομία της αγοράς με κοινωνικό πρόσημο). Πιστεύει επίσης δυνατά στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και στο ΝΑΤΟ.

Οι ψηφοφόροι του προέρχονται παραδοσιακά από καθολικές κυρίως περιοχές των νοτιοδυτικών και δυτικών περιοχών της χώρας αν και τελευταία το ψηφίζουν μαζικά και ψηφοφόροι άλλων δογμάτων καθώς και άθεοι. Σε αυτό βοήθησε πολύ η στάση της αρχηγού του κόμματος και Καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ η οποία είναι Προτεστάντης που μεγάλωσε στην Ανατολική Γερμανία.

Παρά το γεγονός ότι το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα έχει σχηματίσει συνασπισμούς με το Σοσιαλδημοκρατικό, το κόμμα που προτιμά για πολιτική συνεργασία είναι το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FPD).

Μεταξύ του 1945 που ιδρύθηκε και μέχρι τη δεκαετία του 60 το κόμμα προσείλκυσε πολλούς συντηρητικούς, αντικομμουνιστές –ακόμα και Ναζιστές και συνεργάτες των Ναζί– ενώ παράλληλα προσείλκυσε και πολλούς αντιναζιστές και διωχθέντες από τους Ναζί.

Το κόμμα προσπάθησε ιδιαίτερα να έχει στους κόλπους του αντίθετης ιδεολογίας πολίτες γιατί θεωρούσε ότι η προηγηθείσα αποτυχία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και η άνοδος του Ναζισμού οφείλονταν αποκλειστικά στη διαμάχη και τη διχόνοια μεταξύ των δημοκρατικών κομμάτων που δεν κατάφεραν να βρούν ούτε την ελάχιστη συναίνεση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του CDU δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο γερμανικό κόμμα θα είχε την αμέριστη αποδοχή των κυβερνήσεων των νικητών χωρών του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως στο τέλος της δεκαετίας του 40 φάνηκε καθαρά ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία προτιμούσαν τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) έναντι των Σοσιαλδημοκρατών (SPD). Οι οποίοι Σοσιαλδημοκράτες σημειωτέον εκείνη την εποχή ήταν πολύ πιο εθνικιστές από το CDU ζητώντας την επανένωση των δύο Γερμανιών ακόμα και με παραχωρήσεις προς την Σοβιετική Ένωση.

To CDU κυριάρχησε τις δύο πρώτες δεκαετίες στη Δυτική Γερμανία με Καγκελαρίους τους Κόνραντ Αντενάουερ και Λούντβιχ Έρχαρντ. Όμως το 1966 το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FPD) απέσυρε την υποστήριξή του στο CDU, λόγω διαφωνιών στην οικονομική πολιτική, με αποτέλεσμα να γίνει για πρώτη φορά ο μεγάλος συνασπισμός των δύο μεγάλων κομμάτων Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) με Καγκελάριο τον Κούρτ Κίζινγκερ.

Οι Σοσιαλδημοκράτες την εποχή αυτή έγιναν πολύ δημοφιλείς με αποτέλεσμα στις επόμενες εκλογές του 1969 να βγούν πρώτο κόμμα, να σχηματίσουν κυβέρνηση με το FPD, και έτσι να στείλουν τους Χριστιανοδημοκράτες στην αντιπολίτευση για πρώτη φορά από τη δημιουργία του κόμματος.

Οι Σοσιαλδημοκράτες κυβέρνησαν μέχρι το 1982 όταν το FPD αποχώρησε από τον συνασπισμό και πήγε με τους Χριστιανοδημοκράτες που ξαναγύρισαν στην εξουσία κερδίζοντας τις εκλογές του 1983 με αρχηγό τον Χέλμουτ Κόλ.

Το 1989 με την πτώση της Ανατολικής Γερμανίας ο Κόλ κατόρθωσε να πείσει και τις ΗΠΑ και τη Βρετανία και τη Γαλλία να επιτρέψουν την επανένωση των δύο Γερμανιών, πράγμα που έγινε στις 3 Οκτωβρίου του 1990, με αποτέλεσμα ο Κόλ να κερδίσει τις εκλογές στην ενοποιημένη πλέον Γερμανία τον Δεκέμβριο του 1990. Παρά όμως τη μεγάλη του νίκη σε πολιτικό επίπεδο, το κυβερνών Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα είχε αρχίσει να χάνει οπαδούς λόγω της οικονομικής ύφεσης στα εδάφη της ανατολικής Γερμανίας και της μεγάλης αύξησης των φόρων στην δυτική Γερμανία. Η αύξηση των φόρων έγινε προκειμένου να εξευρεθούν οι αναγκαίοι πόροι για την ανόρθωση της οικονομίας στην ανατολική Γερμανία.

Παρά τη συνεχιζόμενη φθορά, ο Κόλ και το CDU κατόρθωσαν να κερδίσουν και τις εκλογές του 1994, με οριακή πάντως διαφορά, επειδή κατάφεραν με την οικονομική πολιτική που εφάρμοσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση και να παρουσιάσουν βελτίωση των οικονομικών μεγεθών.

Παρόλα αυτά ο συνασπισμός CDU/CSU έχασε στις εκλογές του 1998 λαμβάνοντας το χαμηλότερο ποσοστό ψήφων από το 1949, και ο συνασπισμός των Σοσιαλδημοκρατών με τους Πράσινους πήρε την εξουσία με τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, κρατώντας τη μέχρι το 2005 αφού στο μεταξύ νίκησε και στις εκλογές του 2002.

Χάνοντας τις εκλογές του 1998 ο Κόλ παραιτήθηκε και νέος πρόεδρος του CDU εξελέγη ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ο οποίος όμως αναγκάστηκε και αυτός να παραιτηθεί στις αρχές του 2000 λόγω της εμπλοκής του ονοματός του σε οικονομικό σκάνδαλο που συντάραξε το κόμμα και στο οποίο σκάνδαλο κατηγορήθηκε ότι είχε ανάμειξη και ο ίδιος ο Χέλμουτ Κόλ.

Μετά την παραίτηση του Σόιμπλε, πρόεδρος του κόμματος εξελέγη η Άνγκελα Μέρκελ την οποία πολλοί κατηγόρησαν ότι ενώ όφειλε την πολιτική της ανέλιξη στην εύνοια του Κόλ, η ίδια όχι μόνο δεν τον στήριξε όταν βρέθηκε στη θέση του κατηγορούμενου αλλά αντίθετα βγήκε μπροστά και ζήτησε να προχωρήσει το κόμμα χωρίς τον Κόλ.

Οι εκλογές του 2005 έγιναν πρόωρα κατά ένα χρόνο, καθώς το CDU/CSU κατήγαγε πολύ μεγάλες νίκες στις τοπικές εκλογές των περισσότερων κρατιδίων, και είχε ως αποτέλεσμα την οριακή νίκη των Χριστιανοδημοκρατών στις ομοσπονδιακές εκλογές. Αυτό οδήγησε στην δημιουργία του μεγάλου κυβερνητικού συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών με Καγκελάριο την Άνγκελα Μέρκελ – πρώτη γυναίκα Καγκελάριο στην ιστορία της Γερμανίας– με τους Σοσιαλδημοκράτες να παίρνουν τα 8 από τα συνολικά 16 υπουργεία, μεταξύ των οποίων και τα πιο νευραλγικά.

Στις επόμενες εκλογές του 2009 το SPD απέσυρε την στήριξή του στο CDU/CSU αλλά οι Χριστιανοδημοκράτες διασώθηκαν από την στήριξη των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) που κατάφεραν το καλύτερο αποτέλεσμα στην ιστορία τους. Έτσι για πρώτη φορά στην γερμανική ιστορία Καγκελάριος παρέμεινε στην εξουσία απλά αλλάζοντας πολιτικό εταίρο.

Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε στις εκλογές του 2013 όπου επειδή καταποντίστηκε το FPD σχηματίστηκε πάλι ο μεγάλος συνασπισμός CDU/CSU με SPD και έτσι και πάλι για δεύτερη φορά διατηρήθηκε στη θέση της Καγκελαρίου η Άγκελα Μέρκελ.

Μοιράσου το άρθρο: