Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Ο συμβιβασμός του Εurogroup μπορεί να μην έφερε τη «συνολική καθαρή λύση» για το χρέος, αλλά ανοίγει ένα παράθυρο για σταδιακή σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας.
Τόσο η ευρωζώνη όσο και το ΔΝΤ εξέφρασαν την πολιτική δέσμευσή τους να στηρίξουν την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, απευθυνόμενοι στην ουσία στους επενδυτές και επιχειρώντας να βελτιώσουν την εικόνα που έχει η χώρα μας στις διεθνείς αγορές.
Οι δηλώσεις στήριξης έχουν σκοπό να εμπεδώσουν εμπιστοσύνη για τους χειρισμούς του ελληνικού ζητήματος, παρότι επί του πρακτέου δεν γίνονται συγκεκριμένα βήματα ακόμη, έτσι ώστε σταδιακά η χώρα να προχωρήσει σε εκδόσεις ομολόγων.
Στην κατεύθυνση αυτή καθοριστική θα είναι η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με την ένταξη της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση.

Είναι σαφές, πάντως, ότι τόσο η ευρωζώνη όσο και η ελληνική κυβέρνηση μετατοπίζουν τώρα το κέντρο βάρους, από τη λύση για το χρέος, στην αποκατάσταση της σταθερότητας στην ελληνική οικονομία και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων η οποία είναι απαραίτητη για την ανάκαμψη.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η απόφαση για την ίδρυση Αναπτυξιακής Τράπεζας, που αποτελεί επιδίωξη της ελληνικής πλευράς εδώ και χρόνια.

Σχετικά με το χρέος η απόφαση προβλέπει ότι θα προχωρήσει η συζήτηση για τον προσδιορισμό των μέτρων ελάφρυνσης, ενώ η συγκεκριμένη ποσοτικοποίησή τους (calibration) θα καθοριστεί ανάλογα με τις απαιτήσεις που θα θέσει το ΔΝΤ μέσω της ανάλυσης βιωσιμότητας (DSA) που θα πραγματοποιήσει ενόψει της εφαρμογής των μέτρων, μετά το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.

Αυτό σημαίνει ότι το ΔΝΤ παραμένει καθοριστικός παράγων στην υπόθεση του χρέους πιέζοντας για αναδιάρθρωση προκειμένου να προχωρήσει στην εκταμίευση της χρηματοδότησης που θα αφιερώσει στο ελληνικό πρόγραμμα η οποία θα είναι «υπό την αίρεση» της βιωσιμότητας του χρέους.

Προς το παρόν, πάντως, το ΔΝΤ παρέκαμψε για άλλη μια φορά το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις προεκλογικές σκοπιμότητες του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Στο ζήτημα της βιωσιμότητας είναι καθοριστική η ρήτρα ανάπτυξης για την αποπληρωμή του χρέους. Η ρήτρα αυτή είναι στην ουσία μια εγγύηση ότι εάν οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας δεν είναι ικανοποιητικοί, τότε θα ενεργοποιούνται μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, δηλαδή μετάθεση των πληρωμών στο μέλλον.

Το θετικό είναι ότι με τον τρόπο αυτό οι πληρωμές του χρέους συνδέονται με τους ρυθμούς ανάπτυξης. Η διευθέτηση έχει σκοπό να καλύψει τις ανησυχίες του ΔΝΤ ότι η ελληνική οικονομία δεν θα πετύχει τους ρυθμούς ανάπτυξης που απαιτούνται για να μπορεί να αποπληρώνει το χρέος και να του επιτρέψει έτσι να συντάξει θετική ανάλυση βιωσιμότητας (DSA).

Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο θα ενεργοποιείται η ρήτρα ανάπτυξης μένει να προσδιοριστεί και είναι ιδιαίτερα σημαντικός αφού ενδεχομένως να οδηγήσει σε μια κατάσταση που όσο περισσότερο αναπτύσσεται η οικονομία τόσο περισσότεροι πόροι θα απευθύνονται στην αποπληρωμή του χρέους και τόσο λιγότερα μέτρα ελάφρυνσης θα εφαρμόζονται.