«…τίποτα δεν αγνόησα τα τραγούδια μου, η φαντασία μου φτερούγισε παντού. Έγραψα τραγούδια για την Ελλάδα, για τη λευτεριά, τη φτώχεια, τον πόνο, για την αδικία, για την ελπίδα. Έγραψα και πόσα τραγούδια δεν έγραψα για τη γυναίκα, για την ξενιτιά, την εργατιά, για τη μάνα, για το ανικανοποίητο…», είχε πει κάποτε ο Βασίλης Τσιτσάνης.

Τα Τρίκαλα, η γενέτειρά του, τίμησαν τον μεγάλο λαϊκό συνθέτη, στιχουργό, τραγουδιστή, δεξιοτέχνη του μπουζουκιού, Βασίλη Τσιτσάνη. Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1915 στα Τρίκαλα. Έφυγε από τη ζωή την γενέθλια μέρα, στις 18 Ιανουαρίου 1984, ενισχύοντας τον μύθο του μεγάλου δημιουργού.

Το Μουσείο Τσιτσάνη και ο δήμος Τρικκαίων τίμησαν τον μεγάλο Τσιτσάνη με διήμερες εκδηλώσεις αφιερωμένες στο «Χάραμα», το κέντρο δίπλα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, στο οποίο εμφανίζονταν ο Τσιτσάνης από το 1970 έως το θάνατό του.

Το Χάραμα

«Το Χάραμα: Ένα κέντρο μακριά από το κέντρο αλλά μέσα στην καρδιά όλων εκείνων που πέρασαν ένα βράδυ της ζωής τους εκεί και που ακούγοντας τον Τσιτσάνη, την Μπέλλου και τον Παπαϊωάννου γίνονταν αυτόπτες μάρτυρες της μουσικής ιστορίας που γραφόταν κάθε βράδυ εκεί και που αργότερα έγινε μύθος». Αυτά αναφέρονται στο δελτίο Τύπου της εκπομπής που προβλήθηκε την Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017 από την ΕΡΤ. Και όπως τονίζεται στην εκπομπή: Ο μύθος του «Χαράματος» ξεκινάει στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και γιγαντώνεται την ανατολή της δεκαετίας του ’70, όταν ο Βασίλης Τσιτσάνης ανεβαίνει στο πάλκο. Ίσως κανένας άλλος χώρος της εποχής δεν εσώκλειε τέτοια μυστηριακή ενέργεια, δεν ανέδινε τέτοιον ερωτισμό, δεν εγκιβώτιζε τόσο πηγαία κάθε λογής συναισθήματα και δεν εξομοίωνε διαφορετικές ηλικίες, κοινωνικές τάξεις και «κάστες ανθρώπων».

Κάτω από το πάλκο, οι «μουσαφιραίοι»: φοιτητές, οικοδόμοι, άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και οι μεγάλοι σταρ της εποχής. Πάνω στο πάλκο, οι «νοικοκυραίοι»: ο ακούραστος εργάτης του πάλκου, Γιάννης Παπαϊωάννου. Η δωρική και ρέουσα κυρία του λαϊκού, Σωτηρία Μπέλλου. Η πιστή και μεγαλειώδης μουσική κομπανία και στο επίκεντρο όλων, ο Βασίλης Τσιτσάνης: ο «ιερέας» του πάλκου που με τις πενιές του μεταμόρφωνε το πρόγραμμα σε μία ιδιότυπη μουσική «Θεία Κοινωνία». Στο μέσο, η πίστα: η τρεμάμενη πίστα. Εκείνη που δεν επέτρεπε ανορθογραφίες και που έσπρωχνε μακριά της τους μη γνώστες, απογειώνοντας τους άξιους χορευτές.

Για τους πιστούς του, το «Χάραμα» όριζε ένα πολιτικό, ψυχαγωγικό και μορφωτικό τέμενος. Ακόμα και σήμερα, που δείχνει ρημαγμένο, διατηρεί τη δική του γλώσσα: μια γλώσσα σιωπηλή «που φωνάζει στο αυτί σου και σου λέει διάφορα».

Το ντοκιμαντέρ

Η πρώτη ημέρα των εκδηλώσεων ξεκίνησε με το ντοκιμαντέρ του Κυριάκου Αγγελάκου, «Το Χάραμα». Ο ίδιος ο σκηνοθέτης θα διηγηθεί την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία του ντοκιμαντέρ. Στην ΕΡΤ παρουσιαζόταν η σειρά ντοκιμαντέρ Τα στέκια, του Νίκου Τριανταφυλλίδη. Ο Κυριάκος Αγγελάκος τηλεφώνησε στον Τριανταφυλλίδη και του είπε ότι θέλει να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για το Χάραμα, το κέντρο στο οποίο εμφανιζόταν ο Βασίλης Τσιτσάνης ένα στέκι της εποχής για τους μεγάλους της διανόησης (Χατζηδάκης, Τσαρούχης, Λοΐζος), ένα στέκι στο οποίο μπορούσαν να συνυπάρχουν η ελίτ της Αθήνας της εποχής με τους προλετάριους, ακόμη και με ανθρώπους του υποκόσμου. Άλλωστε, ο ίδιος δημοσιογράφος κ. Κοντογιάννης αποδίδει τον όρο «διαταξικός» για τον Βασίλη Τσιτσάνη. Όταν ο Τριανταφυλλίδης έφυγε από τη ζωή, η σύζυγός του, Μαρίνα Δανέζη ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιό του βρήκε ένα σημείωμα: «Το Χάραμα», Κυριάκος Αγγελάκος», έγραφε. Έτσι έγινε.

Η προβολή έγινε στον χώρο του Μουσείου. Με μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και μαζική σύνθεση κοινού. Νέοι άνθρωποι, που θα περίμενε κανείς τα ακούσματα τους ή τα ενδιαφέροντά τους να είναι διαφορετικά. Μία εντύπωση, που αποδείχθηκε λανθασμένη… Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, που παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ μιλούσαν μεταξύ τους και καταλάβαινες ότι ακολουθούσαν τον Τσιτσάνη στο Χάραμα. «Θυμάσαι την πόρτα από την οποία μπαίναμε;» έλεγε με συγκίνηση μία κυρία στον σύντροφό της. Όλοι σιγοτραγουδούσαν στα τραγούδια του ντοκιμαντέρ. Πλανεμένοι από μία προσωπικότητα, από έναν δημιουργό λαϊκό που λες και ήταν παρών στον χώρο. Ζωηρή και η συζήτηση που ακολούθησε της προβολής, τόσο με τον σκηνοθέτη κ. Αγγελάκο, όσο και με τον δημοσιογράφο – ερευνητή του λαϊκού τραγουδιού κ. Κοντογιάννη.

Η αναβίωση

Οι εκδηλώσεις κορυφώθηκαν με τη μεγάλη συναυλία στο Πνευματικό Κέντρο του δήμου. Σκέψη σωστή από τους διοργανωτές της συναυλίας. Τα 580 καθίσματα του Πνευματικού Κέντρου δεν έφτασαν. Οι όρθιοι ήταν αρκετοί. Άνθρωποι κάθε ηλικίας που χειροκροτούσαν συχνά όρθιοι την ερμηνεύτρια Μαρία Σουλτάτου (η ερμηνεία της στο «Καίγομαι» συγκίνησε, ενθουσίασε, προκάλεσε συναισθήματα που δύσκολα περιγράφονται και που πάντως αποτυπώθηκαν στο παρατεταμένο χειροκρότημα) και τους Τρικαλινούς νέους ερμηνευτές Κωνσταντίνα Πάλλα και Φώτη Παπαζήση. Το πρόγραμμα περιελάμβανε ένα απάνθισμα από τα σπουδαιότερα τραγούδια που έχουν την υπογραφή των σημαντικότερων Ελλήνων συνθετών και είναι αυτά που διάλεξε και παρουσίασε η Λίνα Νικολακοπούλου στο Χάραμα τη διετία 1994-1996. Η ίδια η Λίνα Νικολακοπούλου δήλωσε ότι ήταν η πρώτη της επίσκεψη στα Τρίκαλα. Και, βέβαια, πρόσθεσε την τεράστια συμβολή της μουσικής ευφυΐας του Βασίλη Τσιτσάνη σε όλους όσοι ασχολούνται με το τραγούδι.

Και τις δύο ημέρες η είσοδος στις εκδηλώσεις ήταν ελεύθερη.

Βασίλης Τσιτσάνης: «Ο Τσιτσάνης είναι το παν – θα πει ο Κυριάκος Αγγελάκος. Το τεράστιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Τσιτσάνης δεν γνωρίζει όρια. Παίρνει το ρεμπέτικο του Βαμβακάρη και το περνά σε άλλο επίπεδο». «Από τα πρώτα τ

ου τραγούδια – θα πει η Λίνα Νικολακοπούλου – είναι φάρος ο Τσιτσάνης για όλους όσοι ασχοληθήκαμε με το τραγούδι. Και όχι μόνο αυτό,αλλά είναι μέτρο, για το τι είναι ένα τραγούδι και τι αξίζει να είναι ένα τραγούδι».

Για το Τσιτσάνη είπαν:

Μάνος Χατζιδάκις: «Λίγο πριν απ’ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το “Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω”. Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον “Ερωτόκριτο”» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο “Ματωμέvο Γάμο” του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς”.

Γιάννης Τσαρούχης: «Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική ζωντανή απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό»

Mίκης Θεοδωράκης: «Θέλω να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Βασίλη Τσιτσάνη»

 

 

 

Μοιράσου το άρθρο: