Ο Γιάννης Πετρίδης επέστρεψε επιτέλους στην έδρα του και έπιασε το νήμα της θρυλικής του εκπομπής στο Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ από εκεί που το άφησε το 2013, με το βίαιο κλείσιμό της. Για να θυμηθούν οι παλιοί ακροατές του, που ίσως και να μάθουν πράγματα που δεν γνωρίζουν, και να μαθαίνουν οι νεότεροι, ο παραγωγός της μακροβιότερης ραδιοφωνικής εκπομπής στην ελληνική ιστορία, ο δημιουργός του ιστορικού μουσικού περιοδικού Ποπ και Ροκ, ο μόνος Έλληνας με δικαίωμα ψήφου στο Rock and Roll Hall of Fame και κάτοχος μίας από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων παγκοσμίως, μας μιλάει για την ιστορία του και τη μουσική, στην οποία έχει αφιερώσει τη ζωή του.

-Εσείς πώς γαλουχηθήκατε μουσικά χωρίς να υπάρχει ένας Πετρίδης να σας μυήσει στον κόσμο της ξένης μουσικής;

Είμαι τυχερός, καλύτερα που δεν είχα κάποιον να με γαλουχήσει, γιατί μεγάλωσα ακούγοντας και ιταλικά τραγούδια εκείνης της εποχής στο ραδιόφωνο και γαλλικά κι έτσι δεν περιορίστηκα μόνο σε ένα είδος μουσικής. Ξεκίνησα ακούγοντας μικρό παιδί ραδιόφωνο, το Δεύτερο Πρόγραμμα και πολύ γρήγορα ανακάλυψα ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Τότε τα ακούγαμε στα βραχέα αλλά και στα μεσαία, ψάχναμε στο ραδιόφωνο για να ακούσουμε το BBC, το Radio Montecarlo, το Radio Caroline, που ήταν ένας πειρατικός σταθμός μεταξύ Ιταλίας και Γαλλίας και κυρίως τον αμερικάνικο σταθμό που ήταν στη βάση του Ελληνικού.

-Και πώς βρεθήκατε στην άλλη πλευρά, πίσω από το μικρόφωνο;

Ήμουν στη Λάρισα και υπηρετούσα τη θητεία μου το 1967-68, όπου είχα πάει στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Εκεί ξεκίνησα κάνοντας ένα πρόγραμμα παρουσιάζοντας τα τραγούδια της εποχής εκείνης. Έβαζα με ελευθερία τραγούδια, ίσως επειδή ήταν ξένα, δεν τα ξέρανε και δεν μου λέγανε τίποτα εκεί στη Λάρισα. Ήθελαν να προσελκύσουν και τη νεολαία, πράγματι έγινε πάταγος στην περιοχή της Θεσσαλίας.

Και μετά όταν κατέβηκα στην Αθήνα έκανα διαφημιστικά προγράμματα εταιρειών δίσκων. Μέχρις ότου το καλοκαίρι του ‘72 ξεκίνησα με πρόταση του Γιώργου Παπαστεφάνου, που ήταν μόνιμος υπάλληλος εδώ στην ΕΡΤ για πάρα πολλά χρόνια, και κάναμε μια εκπομπή που λεγόταν «Καλοκαίρι ‘72» στην ΕΡΤ.

Το‘75, μετά το τέλος της δικτατορίας, όταν εδώ ήταν διευθυντής της ΕΡΤ ο Δημήτρης Χορν με διευθυντή ραδιοφωνίας τον Μάνο Χατζιδάκι, πριν αποσυρθεί στο Τρίτο Πρόγραμμα, μέσω ενός μουσικού, του Mike Rozakis, από το συγκροτήμα Charms, που ήταν μουσικός διευθυντής τοποθετημένος από τον Μάνο Χατζιδάκι στο ραδιόφωνο -τον ήξερα από το συγκρότημα- μου πρότειναν τότε μαζί με τον συνεργάτη μου τον Κώστα Ζουγρή αυτήν την εκπομπή και ξεκινήσαμε.

-Με τον Κώστα πώς γνωριστήκατε;

Με τον Κώστα είχαμε γνωριστεί από το 60 όταν πηγαίναμε έφηβοι στις εκπομπές του Νίκου Μαστοράκη. Πάρα πολλά παιδιά που μετά έκαναν καριέρα τα πρωτοσυναντήσαμε εκεί.

Τώρα είναι ο γιος του ο Δημήτρης μαζί μου στην εκπομπή, τον εκπαιδεύουμε! Ο Κώστας έχει αναλάβει το site apotis4stis5, που είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα μουσικά site. Δεν είναι μόνο μουσικό, βάζουμε και άλλα πράγματα μέσα, και κινηματογράφο που μου αρέσει, αλλά εγώ δίνω ιδέες και ο Κώστας τρέχει το site κι εγώ την εκπομπή.

 

Bryan Ferry – Γιάννης Πετρίδης- Μίνως Αργυράκης – Αλίκη Βουγιουκλάκη

-Πώς ξεκίνησε λοιπόν η εκπομπή;

Ξεκίνησα πρωί την εκπομπή, 7.00-10.00. Ήμουν τη μια μέρα εγώ και την άλλη μέρα ο Τέρενς Κουίκ. Ήταν καθαρά δημοσιογραφική εκπομπή. Ήταν η πρώτη δημοσιογραφική εκπομπή ζωντανή στο ραδιόφωνο, πριν δεν υπήρχε ζωντανό ραδιόφωνο, ήταν δικτατορία. Και πιο πριν ήταν ηχογραφημένες οι εκπομπές.

Αλλά εγώ εκεί, επειδή ήμουνα γκαζωμένος με πράγματα τα οποία ήθελα να ακουστούν, έβαζα ξεσηκωτική μουσική, που αν σκεφτείτε ότι είμαστε 42 χρόνια πριν, μετά τη Χούντα, πώς ήταν η Ελλάδα τότε, τι άκουγε κλπ, φανταστείτε λοιπόν εγώ το πρωί να παίζω Led Zeppelin, Donna Summer και τέτοια. Είχαμε παράπονα, πολλά, και το γράφανε και οι εφημερίδες τότε. Μετά από 3 μήνες, αυτό είχε ξεκινήσει το χειμώνα του 75, κάναμε μια συνάντηση με τον Χατζιδάκι και τον Ροζάκη, και μας είπε ο Μάνος Χατζιδάκις ότι νομίζει πως είναι καλύτερα να πάμε το μεσημέρι, όπου τότε δεν ακούνε όλοι αυτοί οι δημοσιογράφοι που μου γράφανε. «Εμένα μου αρέσει αυτή η εκπομπή», μας είχε πει «και θέλω να μείνει γιατί θεωρώ ότι δεν υπάρχει άλλη τέτοια. Για να μην έχουμε όμως τη μουρμούρα από αυτούς, θα πάτε στις 16.00», που είναι μία ώρα που εκείνη την εποχή, περισσότερο από ότι σήμερα, τα παιδιά γύριζαν από το σχολείο και διαβάζανε κλπ, και έλεγε «θα κάνουν τα μαθήματά τους και θα ακούν και την εκπομπή σας». Και ήταν μια πολύ καλή ιδέα που κι εμείς τη θέλαμε και πήγαμε στις 16.00 και έμεινε από τον Ιούνιο του 75 μέχρι που έκλεισε η ΕΡΤ τον Ιούνιο του 2013.

-Τότε λοιπόν η εκπομπή απευθυνόταν στα παιδιά, στους εφήβους. Σήμερα;

Το κοινό μεγάλωνε μαζί μας. Εμείς προσθέταμε συνέχεια νέους ακροατές, νέες ηλικίες. Αλλά με τον τρόπο μας κρατούσαμε ένα τεράστιο μέρος από τους παλιούς. Κι αν μπείτε στο Facebook και δείτε τι γράφουν, πόσο χαίρονται που ξαναγυρίσαμε… Είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα αυτό που κάνουμε, θέλω να κρατάω και τους παλιούς, οι οποίοι δεν μπορούν να αποδεχτούν τη μουσική που ακούν οι νέοι, όπως και τότε, η μητέρα του 17χρονου που είναι σήμερα 60 ετών, του έλεγε «τι αηδίες είναι αυτά που ακούς, ήταν καλύτερα τα παλιά κομμάτια του Γούναρη και του Αττίκ.»

 

Peter Hammill -Γιάννης Πετρίδης

-Πώς ανακαλύπτατε καλλιτέχνες και τραγούδια στην προ internet και youtube εποχή;

Δεν ήμουν μόνο εγώ, ήταν κι άλλοι – ο Κώστας Ζουγρής ήταν ένας άλλος, και γι’ αυτό γίναμε φίλοι- που είχαμε πάθος με τη μουσική, ακούγαμε τους ξένους σταθμούς, καταλαβαίναμε τι γινότανε. Πηγαίναμε στα περίπτερα της Αθήνας, παίρναμε τα ξένα περιοδικά, κάναμε ταξίδια στο εξωτερικό, εγκυκλοπαίδειες, και σιγά σιγά, μπαίναμε μέσα στην ιστορία της μουσικής. Κι εμείς έφηβοι ξεκινήσαμε και μεγαλώναμε με τη μουσική αυτή. Είμαστε τυχεροί διότι η γενιά μου μεγάλωσε, και όταν άκουγα ραδιόφωνο, και μετά που έκανα ραδιόφωνο, μεγαλώσαμε μέσα σε μία από της σπουδαιότερες περιόδους της μουσικής, που ξεκίνησε από το ‘50 και έφτασε μέχρι το ‘90, που είναι παράλληλη αυτή η εξέλιξη, όχι μόνο για τη ξένη μουσική, αλλά και για την ελληνική μουσική. Τώρα είμαστε στην εποχή του lifestyle, το lifestyle, δεν έχει φύγει, είναι παντού, πρωτοκαθεδρία.

Δεν είμαι αντίθετος στα μοντέρνα πράγματα, ότι ένας νέος πρέπει να είναι διαφορετικός από τον προηγούμενο της δεκαετίας, αλλά νομίζω ότι μπορείς να είσαι διαφορετικός και να φέρνεις τη δική σου καινοτομία, όχι φτάνοντας πια σε κάποιες χαζομάρες που φτάνουν σήμερα με αυτά τα τηλεοπτικά παιχνίδια, όλα αυτά… Και παλιά υπήρχε τηλεοπτικό παιχνίδι ανεύρεσης ταλέντων. Η Νάνα Μούσχουρη βγήκε από τα ταλέντα του Οικονομίδη και η Τζένη Βάνου κα. Εκείνα ήταν καθαρά μουσικά, τώρα είναι όλα lifestyle. Και πώς εκμεταλλεύονται τα παιδιά, σε μία εποχή που όσοι βγαίνουν από αυτά τα talent show, εκτός από 1-2 περιπτώσεις που έκαναν μετά κάποια καριέρα, όλοι εξαφανίζονται. Δεν υπάρχει δισκογραφία για να κάνουν καριέρα πια.

Ian Gillan – Κώστας Ζουγρής – Γιάννης Πετρίδης

-Πώς γινόταν η επαφή με το κοινό; Πώς ήταν το feedback σε μια εποχή χωρίς social media;

Το κοινό επικοινωνούσε με γράμματα, έχω ένα δωμάτιο μεγάλο, σχεδόν γεμάτο με γράμματα, και τηλεφωνήματα. Όταν ήταν εδώ ο Κώστας, χτυπούσε συνέχεια το τηλέφωνο. Τώρα πια επειδή ξέρω ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα και κανείς δεν κάθεται πια να τηλεφωνήσει, δεν δίνουμε ούτε τηλέφωνα ούτε ζητάμε να μας στείλουν γράμματα, αλλά με τα new media, τα facebook και αυτά. Ο Δημήτρης τα χειρίζεται αυτά.

-Την εκπομπή δεν την έχετε ετοιμάσει από πριν; Παρατήρησα πως την ώρα που παίζει ένα τραγούδι αποφασίζετε ποιο θα είναι το επόμενο.

Τίποτα δεν είναι έτοιμο από πριν, θέλω να έχω την ελευθερία…. Δεν έχω μία σκαλέτα, απλά στο σπίτι έχω έναν χώρο που έχω βάλει αυτά τα cd που θα παιχτούν και καθώς κάνω δουλειές, βγάζω τα cd, γιατί μου έρχονται ιδέες, και πάω και βρίσκω διάφορα ιστορικά cd, που συνδέονται με τα καινούρια… Ήδη σήμερα τα μισά δεν παίχτηκαν, κρίνω καθώς τα ακούω… Φέρνω cd για τρεις εκπομπές.

-Σας φτάνει μία ώρα;

Μία ώρα δεν μου φτάνει, αλλά νομίζω ότι είναι αρκετή, γιατί θέλω να την αναζητάει ο ακροατής. Να μένει σαν να μην έχει χορτάσει.

-Ο τρόπος που προετοιμάζεστε για την εκπομπή έχει αλλάξει με το διαδίκτυο; Έχει διευκολυνθεί η δουλειά σας;

Η δουλειά της προετοιμασίας της εκπομπής δεν μπορώ να πω ότι δεν είναι πιο εύκολη με το διαδίκτυο, αν και υπάρχουν πολλά λάθη μέσα εκεί. Δεν μπορώ να πω ότι δεν χρησιμοποιώ τυφλοσούρτη με κάποια site που έχω, να μπαίνω και να βλέπω πληροφορίες, αλλά εγώ έγινα πριν από την εκπομπή του διαδικτύου. Και μου γράφουν συνέχεια πάρα πολλοί, ότι αυτά που λέω σήμερα, τα έλεγα και πριν, όταν δεν υπήρχε διαδίκτυο. Πολλοί λένε ότι ήμουν η Wikipedia πριν δημιουργηθεί! Σαν την κότα που τσιμπολογάει παντού, έτσι κι εγώ, διάβαζα πολιτικές εφημερίδες, κοινωνικά θέματα, ήθελα πάντα να ενημερώνομαι, από τον Τύπο, από το Ραδιόφωνο, από τα περιοδικά… Μερικά τα σημείωνα και άλλα τα έχω στο μυαλό μου και τα συνδυάζω αργότερα.

Όλα βασίζονται σε συνδυασμούς. Μάλιστα ένας ακροατής της εκπομπής που μας παρακολουθούσε από την αρχή, κάθισε και ανέλυσε πώς συνδέονται τα τραγούδια της πρώτης εκπομπής του 1975 με το σημερινό Νο 1 στις ΗΠΑ!

Οι Talking Heads στο Στούντιο του Πρώτου Προγράμματος με τον Γιάννη Πετρίδη

Εγώ δεν το έχω συνειδητοποιήσει το πόσο καταλυτικός είναι ο τρόπος αυτής της εκπομπής για ολόκληρες γενιές. Έρχονται και μου το λένε και διάφοροι: εγώ έγινα επιστήμονας γιατί άκουγα εσένα, έγινα γιατρός γιατί άκουγα εσένα… Θα σας πω μια ιστορία. Πήρα ένα γράμμα κάποτε από την Αμερική από το Λος Άντζελες από ένα παιδί που μου λέει «είμαι συντάκτης στο περιοδικό Rolling Stone, αλλά το οφείλω σε εσένα. Δεν είμαι Έλληνας, είμαι από την Αργεντινή. Το 1976 η μητέρα μου χώρισε με τον πατέρα μου και είχε τρία παιδιά και είπε ότι εγώ είμαι ερωτευμένη με την Ελλάδα και θα πάω να ζήσω στη Ρόδο. Όσοι θέλετε από εσάς μείνετε με τον πατέρα σας, και όποιοι θέλετε, ελάτε μαζί μου στη Ρόδο. Εγώ ήμουν ο μόνος από τα τρία παιδιά, που ήθελα να πάω με τη μάνα μου. Ήμουν 10 χρονών τότε. Και ήρθα και έμεινα στη Ρόδο, ένα παιδί από την Αργεντινή, που δεν ήξερε κανέναν, και ήρθα κι έκανα φίλους εκεί. Ανακάλυψα την εκπομπή σου μικρός, 12-13 χρονών, και την άκουγα συνεχώς και για μένα ήταν αυτή η εκπομπή που με έκανε αυτό που είμαι σήμερα. Όταν έφυγα από τη Ρόδο στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, ήρθα στο Λος Άντζελες να κάνω μια καριέρα δημοσιογραφική, έστειλα τα κομμάτια μου στο Rolling Stone, και τώρα είμαι υπεύθυνος της μουσικής της Νοτίου Αμερικής για το περιοδικό. Αν δεν ήσουν εσύ, εγώ δεν θα ήμουν σε αυτή τη θέση!» Τον γνώρισα μετά, πήγα, έχει κάνει οικογένεια κλπ.

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσες τέτοιες ιστορίες! Πάρα πολλοί μου έχουν πει ότι έχουν γνωρίσει τη γυναίκα τους, γιατί και οι δύο ήταν φανατικοί οπαδοί της εκπομπής όλα αυτά τα χρόνια. Ένας άλλος μου είπε «εγώ ήμουν παιδί βοσκού κάπου στα Γιάννενα και διάβαζα. Κοιτούσα να βοηθάω τον πατέρα μου στα πρόβατα στο βουνό, να τα πηγαίνω όταν ήταν 4 η ώρα το απόγευμα να βοσκήσουν για να ακούω την εκπομπή. Μου έχεις καθορίσει το μέλλον μου… Τώρα είμαι ένας πολύ πετυχημένος γιατρός σε ένα νοσοκομείο στην Κέρκυρα.»

Υπάρχουν αναφορές στην εκπομπή και στον κινηματογράφο. Η ταινία του Κόκκινου «Τέλος Εποχής», αρχίζει με την παρέα κάποιων παιδιών στο προαύλιο ενός λυκείου όπου λέει ο γυμνασιάρχης διάφορα πράγματα και δύο από αυτούς δεν ακούν όπως συμβαίνει πολλές φορές και λένε « τι ερώτηση έβαλε χθες ο Πετρίδης στην εκπομπή;» Και καθώς την ερώτηση την απαντάει ένας πιτσιρικάς από πίσω τους, οι δύο μπροστά που ήταν ειδήμονες της μουσικής μένουν έκπληκτοι και έτσι γίνονται φίλοι. Και στο τέλος ακούγεται σε ένα αυτοκίνητο η εκπομπή και λέει αν δεν ήταν ο Πετρίδης, εμείς δεν θα είχαμε κάνει αυτήν την παρέα.

 

Joe Cocker – Γιάννης Πετρίδης

-Θεωρείτε ότι η εκπομπή σας υπήρξε με έναν τρόπο πολιτική;

Η εκπομπή είναι πολιτική με έναν τρόπο που δεν αφορά να είμαι οπαδός κάποιου συγκεκριμένου κόμματος. Είναι πολιτική με γενικότερο όρο. Γιατί αν ήμουν με κάποιους, ίσως δεν θα ήμουν εδώ, γιατί πολλοί ήρθαν κατά καιρούς αυτά τα 40 χρόνια στην ΕΡΤ… Ξέρετε, εδώ έχουν περάσει σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις. Εμάς δεν μας ακούμπαγαν, γιατί δεν είμαστε από κάποια κυβέρνηση, δεν μας είχε βάλει κάποιος.

Εγώ ξεκίνησα με κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, του παλιού. Μέχρι να μας σταματήσει η κυβέρνηση Σαμαρά, είμαστε συνέχεια με όλους τους πρωθυπουργούς. Και τώρα είμαστε πάλι εδώ, με την αμέσως επόμενη κυβέρνηση, του Τσίπρα. Χαίρομαι πολύ γιατί δεν έχασα κανέναν πρωθυπουργό!

Κάτι άλλο που θέλω να πω επίσης, ότι δύο μουσικοί μας έβαλαν τότε ο Ροζάκης και ο Χατζιδάκις και τώρα ήταν πρόεδρος ο Τσακνής που πάλι με ξαναπήρε! Όλα είναι συμπτώσεις φοβερές.

-Από τους μουσικούς που έχετε γνωρίσει από κοντά, υπάρχουν κάποιοι που ξεχωρίσατε; Που σας ενέπνευσαν;

Τη μουσική την αγαπάω πολύ και σέβομαι όλους όσους γράφουν μουσική και δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιους από αυτούς, αυτή η εκπομπή είναι για να αναδεικνύω τα τραγούδια τους. Σαν άνθρωπος με είχε εμπνεύσει πάντως πολύ, πέρα από τη μουσική του, ένας καλλιτέχνης, ο Peter Hammill, τραγουδιστής των Van der Graaf Generator. Είναι ένας καλλιτέχνης ο οποίος ανήκει σε μια σπάνια ομάδα καλλιτεχνών, που δεν τρελαίνεται για την επιτυχία. Ήταν πολύ μορφωμένος, με ξεχωριστό χαρακτήρα, δεν τον ενδιέφερε να τα δίνει όλα για να κάνει επιτυχία και να πουλήσει δίσκους.

-Ποιον θεωρείτε από τους πιο εκκεντρικούς καλλιτέχνες που έχετε γνωρίσει;

Τρεις μήνες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 ήμουν καλεσμένος να ακούσω το νέο άλμπουμ της Mariah Carey στα ιστορικά στούντιο της Capitol (εκεί όπου ξεκίνησε  ο Sinatra, οι Beatles και όλοι). Το συναίσθημα ότι μπήκαμε στα στούντιο όπου έχουν γραφτεί τέτοια κομμάτια ήταν φοβερό. Για πρώτη φορά είδα λοιπόν μία γυναίκα που μπαίνει μέσα με ένα τέτοιο τουπέ, δηλαδή κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικά ντίβα. Καταλαβαίνω να το παίζει αυτό έξω στο κοινό, αλλά εκεί ήμασταν όλοι άνθρωποι της δισκογραφίας και θα μπορούσε να ήταν πιο φιλική και ζεστή, όπως άλλοι καλλιτέχνες που έχω δει. Εκείνη όμως, έδειχνε ότι ήταν μία Θεά – που τη λένε και έτσι οι οπαδοί της, ότι είναι divine – η οποία μας έβλεπε αφ’ υψηλού ως θνητούς.

-Κάποιος καλλιτέχνης με τον οποίον έχετε περάσει περισσότερο χρόνο μαζί;

Από πολύ κοντά έχω γνωρίσει τον Peter Gabriel, τον David Byrne, του είχα κάνει και μία περιοδεία στα αρχαία μας στην Αττική, και κυρίως ένα τριήμερο που έζησα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με τον Iggy Pop και τον David Bowie με ένα παλιό αυτοκίνητο μικρής χωρητικότητας που είχα τότε, που τους πήγα σε πάρα πολλά μέρη, από τους Δελφούς μέχρι τις Μυκήνες και αλλού. Ήταν ένα μοναδικό τριήμερο αυτό όπως καταλαβαίνετε. Χιλιάδες συζητήσεις! Αρχικά εγώ ήθελα να ήμουν διακριτικός και τους άφηνα να μιλάνε οι δυο τους. Σιγά σιγά εκείνοι με έβαλαν στη συζήτηση. Εγώ τους έλεγα απλώς για τα μέρη που πηγαίναμε, αλλά όπως καταλαβαίνεις, όταν κάποιοι είναι 3 μέρες μαζί, μετά από κάποιες ώρες… Μιλάγαμε για τη μουσική, για την Ελλάδα και για διάφορα τέτοια.

Μπέτυ Λιβανού – Γιάννης Πετρίδης

 

-Μια προσωπική ερώτηση. Οικογένεια έχετε;

Οικογένεια δεν έχω. Προσπάθησα, αλλά έβλεπα ότι δεν θα ήμουν τόσο καλός σε αυτές τις σχέσεις που πρέπει κάποιος να κάνει παραχωρήσεις. Κι εγώ δεν μπορούσα να κάνω παραχωρήσεις στη μουσική και να δημιουργούσα στη σύντροφό μου στεναχώριες, γιατί δεν θα της έδινα κάποιες στιγμές μεγάλη σημασία.

-Προλαβαίνετε να έχετε την πλήρη εποπτεία του μουσικού τοπίου σήμερα;

Έχω τη δυνατότητα να έχω τον τρόπο να επιλέγω και να καταλαβαίνω τι δεν πρέπει να πλησιάσω, και ποια είναι αυτά που πρέπει. Ενημερώνομαι. Aπό έντυπα και από ιστοσελίδες του εξωτερικού που εκτιμώ, βλέπω αν αυτό το τραγούδι που θα βγει στο διαδίκτυο έχει καλά σχόλια από πολλούς από αυτούς που εκτιμώ, το προσέχω περισσότερο από κάποιο άλλο που μπορεί να μου περάσει και αδιάφορο.

Απ’ το διαδίκτυο ενημερώνομαι ακούγοντας τα νέα τραγούδια, ας πούμε το καινούριο των Radiohead πώς είναι. Το ακούω, αλλά αν μετά το βγάλουν σε φυσικό προϊόν, ανάλογα με το συγκρότημα, θα το ακούσω όλο μία φορά, αλλά λίγο πιο περαστικά, και θα περιμένω να βγει ο δίσκος για να το ακούσω κανονικά. Σχετίζομαι με το φυσικό σώμα του δίσκου. Βλέπεται ότι υπάρχει μία επιστροφή του βινυλίου. Και ο ήχος είναι διαφορετικός, είναι πιο ζεστός θα λέγαμε, αλλά είναι και μια επαφή που έχεις με ένα πράγμα που είναι δικό σου, όπως είναι με το βιβλίο. Άλλο είναι να το έχεις, να το ξεφυλλίζεις, να το βλέπεις, να μυρίζεις το χαρτί, και άλλο είναι να μπαίνεις μέσα στο διαδίκτυο και να διαβάζεις το βιβλίο διαδικτυακά, πιο ψυχρά. Η διαφορά του βινυλίου με το CD είναι ότι το δεύτερο είναι ο πρόδρομος της κατάστασης που ζούμε τώρα, μας πέρασε από τον παλιό τρόπο μουσικής σε έναν καινούριο που είναι η ψηφιακή μουσική, που μας οδήγησε αμέσως μετά στο download και στα υπόλοιπα. Είναι πιο ευτελές από το άλμπουμ ένα CD. Το άλμπουμ ήταν το άλμπουμ, το ανοίγαμε και το κλείναμε. Τώρα πώς να δεχτώ που λέμε το νέο άλμπουμ στο Spotify, τι είναι το άλμπουμ αυτό; Άκουσες το playlist μιας καινούριας δουλειάς, όχι το άλμπουμ, δεν είναι άλμπουμ αυτό. Το άλμπουμ μίκρυνε την αξία του με το CD.

-Επιμένοντας στη σημασία του σώματος του δίσκου, μήπως υπάρχει ο κίνδυνος να χαθούν διαμαντάκια που δεν έχουν κυκλοφορήσει παρά μόνο ψηφιακά;

Όλοι οι καλλιτέχνες που έχουν απήχηση, έχουν από πίσω τους μία ομάδα που δουλεύει για αυτούς. Δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου. Η μόνη διαφορά είναι ότι αυτή τη στιγμή θα υπάρχουν μέσα στο διαδίκτυο αυτά τα διαμαντάκια, αλλά πολύ δύσκολα θα τα ανακαλύψει ο κόσμος, αν δεν υπάρχει κάποιος να τα προωθήσει.

-Θα μπορούσε ίσως να ήταν αυτή η δουλειά ενός νέου Πετρίδη, να ανακαλύπτει και να αναδεικνύει αυτά τα διαμαντάκια;

Θα μπορούσε ίσως, αλλά θα πρέπει αυτός ο νέος να έχει μια πάρα πολύ μεγάλη γκάμα ενδιαφέροντος στη μουσική. Εγώ σας είπα είχα μεγάλη γκάμα, από ελληνική μουσική, λαϊκό τραγούδι από το ελληνικό ραδιόφωνο, γαλλικά, ιταλικά, ροκ, και σιγά σιγά πέρασα και στην κλασική μουσική και στην country και σε άλλα. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι νέοι ασχολούνται με ένα είδος μουσικής μόνο, εξειδικεύονται σε αυτό που τους αρέσει. Δεν μπορείς να κάνεις καριέρα στη μουσική αν δεν ξέρεις τα πάντα. Όλοι οι μεγάλοι παραγωγοί ήξεραν τα πάντα.

Στις μέρες μας όμως είναι τρομερά δύσκολο να έχεις την πλήρη εποπτεία, γι’ αυτό λοιπόν τελείωσαν αυτά που ξέραμε, γι’ αυτό πολύ δύσκολα θα γίνει μια καινούρια PJ Harvey, μια καινούρια Bjork, ας πούμε είναι μία που λέγεται St Vincent, πολύ καλή, αλλά δεν έχει φτάσει στα επίπεδα των προηγούμενων. Γιατί είναι τόσες πολλές, που υπάρχει διάχυση του ενδιαφέροντος.

-Υπάρχουν συναυλίες που σας έχουν μείνει αξέχαστες;

Συναυλίες που θα μου μείνουν αξέχαστες, πάρα πολλές: οι Led Zeppelin στο Reds Court, οι Rolling Stones το 1975 στην περιοδεία τους, ο Paul McCartney στο Κολοσσαίο της Ρώμης… Δυστυχώς το ’60 όλο το έχασα… Δεν είχα χρήματα τότε για ταξίδια, πού να τα βρω. Τώρα οι νέοι έχουν πολύ περισσότερες δυνατότητες για ταξίδια.

-Ήσασταν DJ στο Πάρτυ της Βουλιαγμένης

Ο Κηλαηδόνης ήταν ένας προικισμένος άνθρωπος. Το ’70, όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά ανταλλάξαμε τις απόψεις μας και είχαμε πάρα πολλά κοινά σε μουσική, κι όταν ήταν να κάνει το πάρτυ ήρθε στο σπίτι μου στο Μαρούσι και μιλήσαμε 3-4 φορές πριν, μου είπε τι ήθελε περίπου, του είπα κι εγώ ιδέες… Ξεκίνησα το πρόγραμμα εκείνη την ημέρα, ξεκίνησα 16.00 εδώ στην εκπομπή μου ξεσηκώνοντας τον κόσμο να κατέβει στη Βουλιαγμένη και έχει πει ο Κηλαδόνης ότι αν δεν ήταν ο Γιάννης δεν θα είχαμε τόσο κόσμο. Τους έλεγα συνέχεια «κατεβείτε κάτω, σε λίγο θα είμαστε εκεί, θα’ ναι ο ένας, θα’ ναι ο άλλος» κλπ. Και έγινε κάτι το μοναδικό εκείνη τη βραδιά! Έφυγα από εδώ στις 17.00, πήγα στη Βουλιαγμένη και 18.00 άρχισα να παίζω μουσική εκεί από ένα μικρό βαν και μετέδιδα μετά, όταν ξεκίνησαν οι συναυλίες με τους καλλιτέχνες, για το Δεύτερο Πρόγραμμα την εκδήλωση αυτή. Έβαζα μουσική στα διαλείμματα και μετέδιδα το πάρτυ ζωντανά στο ραδιόφωνο.

Κάτι τέτοιο δεν ξανάζησα, έχει στιγματίσει μια γενιά. Γιατί ήταν και το ελληνικό τραγούδι εκεί. Ήταν όλοι, μια παρέα από φίλους του Λουκιανού, που αντιπροσώπευε και το ελληνικό τραγούδι εκείνη την εποχή. Ποιος θα μπορούσε να ξανακάνει κάτι τέτοιο; Μπορεί να είναι ο Χαρούλης; Είναι ένας άλλος καλλιτέχνης, ο οποίος, με διαφορετικό τρόπο, γιατί έχουν αλλάξει τα πράγματα, που εκτιμώ ιδιαίτερα, είναι ο Φοίβος Δεληβοριάς που κάνει αυτή τη στιγμή στην Ταράτσα ένα καταπληκτικό πρόγραμμα. Ήμουνα σε μία από αυτές τις βραδιές με την Τσανακλίδου και είναι πραγματικά μια πρόταση που συνδυάζει το ελληνικό τραγούδι από παλιά, από το βαριετέ και την επιθεώρηση μέχρι τα πιο καινούρια. Είναι μια από τις καλύτερες ιδέες που έχω δει από Έλληνα καλλιτέχνη τα τελευταία χρόνια. Και περιμένω τη βραδιά του Σεπτέμβρη που θα είναι μαζί του ο Σαββόπουλος.

-Συνεχίζετε να πηγαίνετε τακτικά σε συναυλίες;

Τώρα πια πάω σε επιλεγμένες συναυλίες. Πρώτα πρώτα δεν μπορώ να σταθώ όρθιος γιατί έχω τη μέση μου, μετά από 10-15 λεπτά έχω πρόβλημα. Από το κουβάλημα των δίσκων που έφερνα από το εξωτερικό, έκανα εγχείρηση στη μέση πριν από 20 χρόνια. Ευτυχώς δεν ήταν σοβαρότερο, αλλά για φανταστείτε πόσα άλμπουμ από αυτά που έχω, χιλιάδες, τα έφερνα φορτωμένος βαλίτσες από τα διάφορα Μοναστηράκια της Γαλλίας ή της Αγγλίας.

Οπότε και βέβαια πάω σε συναυλίες, αλλά σε αυτές που γίνονται σε χώρους κλειστούς, όπου μπορώ να καθίσω, όπως πήγα για τους Fleetwood Mac, τους Eagles, και νεότερους καλλιτέχνες, τους Last Shadow Puppets.

 

Roberta Flack – Γιάννης Πετρίδης

-Το συναυλιακό τοπίο στην Ελλάδα πώς το βλέπετε;

Τα συγκροτήματα που έρχονται στην Ελλάδα το φετινό καλοκαίρι δεν με ιντριγκάρουν τόσο πολύ… Χάρηκα που ήρθαν οι Killers, ήταν ένα συγκρότημα που θα έπρεπε να δει το ελληνικό κοινό, ήταν από τα καλά συγκροτήματα της γενιάς του, παρόλο που είναι ήδη αρκετά χρόνια, θα μπορούσαν να έχουν έρθει πολύ νωρίτερα.

Στην Ελλάδα έρχονται ονόματα που είναι τα ίδια και τα ίδια, επειδή το κοινό δείχνει μια προτίμηση σε κάτι που γνωρίζει και δεν είναι τολμηρό να δει και κάποια πράγματα άλλα που κυριαρχούν έξω. Έτσι λοιπόν όταν ήρθε εδώ η Florence, από τους Florence and the Machine, ήταν μια παταγώδης αποτυχία, ενώ ήδη είχε ξεκινήσει η καριέρα της έξω, οπότε οι διοργανωτές πολλές φορές φοβούνται να φέρουν ονόματα γιατί μπορεί να μην έχει και επιτυχία.

Φέτος πάντως υπάρχει μια πτώση στα εισιτήρια της τάξεως του 20-30%, είναι και η κρίση που έχουμε. Σε μια εποχή οικονομικής κρίσης, παίζει ρόλο και το ότι υπάρχουν περισσότερες δωρεάν συναυλίες, γιατί ο άλλος πάει και διασκεδάζει δωρεάν και μετά σκέφτεται να πάει να δώσει κάποια χρήματα.

-Θα αφιερώνετε στη νέα εκπομπή χρόνο στα soundtrack των τηλεοπτικών σειρών. Εσείς παρακολουθείτε τι βγαίνει; Ποιες είναι οι αγαπημένες σας σειρές;

Παρακολουθώ συνέχεια! Φέτος από τα καλύτερα που είδα, εξακολουθεί να μου αρέσει το Americans, μου άρεσε το Fraud (Η Διαμάχη) με την Σούζαν Σάραντον και τη Τζέσικα Λανγκ, που υποδύονται την Μπέτι Ντέιβις και την Τζόαν Κρόφορντ, υποψήφιες για βραβείο Έμμυ και οι δύο. Μου άρεσε, ενώ στην αρχή άρχισε κάπως διστακτικά, για μία ακόμη χρονιά το House of Cards και ιδιαίτερα η τελευταία σκηνή με την Robin Wright καταπληκτική! Μου άρεσε μία άλλη μίνι σειρά, που λέγεται Big Little Lies, με οσκαρικές ερμηνείες και ηθοποιούς όπως η Ρις Γουίδερσπουν και η Νικόλ Κίντμαν. Διαδραματίζεται σε ένα μέρος λίγο πιο κάτω από το Σαν Φρανσισκο, που το έχω επισκεφθεί πολλές φορές και όπου γυρίστηκε το τελευταίο μέρος του ντοκιμαντέρ «Once in a Lifetime» για τη ζωή μου. Κι ένα άλλο που λέγεται Better Call Saul, prequel του Breaking Bad, που ήταν ένα από τα καλύτερα που έχουμε δει. Μου άρεσε και το Westworld και περνάω την ώρα μου πολύ ωραία και με το Game of Thrones.

-Και με τι ρυθμό τις καταναλώνετε;

Βλέπω πολλά και διαφορετικά. Το Σαββατοκύριακο βλέπω 10 επεισόδια, μερικές φορές με παρέες, βλέπουμε όλον τον κύκλο!

-Το δικαίωμα ψήφου στο Rock and Roll Hall Of Fame, πώς προέκυψε;

Το δικαίωμα ψήφου στο Rock and Roll Hall of Fame προέκυψε σε ένα από τα συνέδρια που είχα πάει στη δεκαετία του ’80 στις Κάννες, δυο χρόνια μετά τη δημιουργία του ιδρύματος.. Εκεί λοιπόν ήταν ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς της Αμερικής Seymour Stein, που είναι ο άνθρωπος που ανακάλυψε τη Μαντόνα, και Ramones και Talking Heads μεταξύ άλλων. Καθίσαμε μαζί σε ένα γεύμα, μας έβαλαν δίπλα για να μην είναι βαρετό το βράδυ, να μιλάμε για τη μουσική. Κάποια στιγμή μου είπε «θα σου πω ένα τραγούδι και αν μου το τραγουδήσεις θα σε κάνω μέλος στο Rock and Roll Hall of Fame». Ήταν ένα τραγούδι πολύ παλιό, του ’52, ’53, που λεγόταν Pittsburgh Pennsylvania, με τον Guy Mitchell, crooner της εποχής εκείνης. Όσο μπορούσα, του τραγούδησα το κομμάτι, το κατάλαβε από τους στίχους ότι το ήξερα, και δεκαπέντε μέρες μετά, μου ήρθε ένα γράμμα από το Rock and Roll Hall of Fame, που έλεγε ότι από τώρα είστε ένας από τους λίγους που θα ψηφίζετε γι’ αυτό. Είναι πολύ λίγοι στην Ευρώπη. Είναι ένας αμερικάνικος θεσμός αυτός, έχει 500 ισόβια μέλη που ψηφίζουν για να βγάζουν όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που μπαίνουν στο Rock and Roll Hall of Fame κάθε χρονιά. Από αυτά τα 500 άτομα, τα 450 είναι καλλιτέχνες που έχουν βραβευθεί και Αμερικανοί παραγωγοί και δημοσιογράφοι και λιγότερο από 50 στην Ευρώπη, που το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών είναι Βρετανοί. Και είναι 4 στη Γαλλία, 2 στη Γερμανία, στην Ισπανία 1 και 1 στην Ελλάδα κλπ. Είναι μεγάλη τιμή. Πήγα το Πάσχα στην τελευταία τους συναυλία, που ήταν όλοι οι καινούριοι, που πολλούς τους είχα ψηφίσει, ήταν οι Pearl Jam, η Joan Baez…

Οι φωτογραφίες από την  πρώτη εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη, στο νέο κύκλο του στο Πρώτο Πρόγραμμα.

*Ο Γιάννης Πετρίδης, παράλληλα με την εκπομπή του στο Πρώτο Πρόγραμμα (91,6- 105,8 καθημερινά 16.00-17.00) θα παρουσιάζει από τον Σεπτέμβρη στο KOSMOS 93,6 κάθε Κυριακή 18.00-20.00 την εκπομπή «Ταξίδι στην Ιταλία», την ιστορία του ιταλικού τραγουδιού από το ‘50 μέχρι τις μέρες μας.

*Στη νέα σεζόν η εκπομπή της ΕΡΤ Μονόγραμμα θα προβάλει ένα αφιέρωμα στον Γιάννη Πετρίδη.

 

Μοιράσου το άρθρο: