Έκθεση για τη συμπλήρωση 30 χρόνων ανασκαφών στην Παλαιόπολη της Ανδρου, που διεξάγει ο Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκαινιάζεται στις 4 Αυγούστου 2017, στο Εμπειρίκειο Γυμνάσιο της Ανδρου.

Η ανασκαφή, την οποία διευθύνει η ομότιμη καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας Λυδία Παλαιοκρασσά-Κόπιτσα, έχει φέρει στο φως τμήματα από τρία ελληνιστικά δημόσια κτήρια της αγοράς της αρχαίας Ανδρου, τέσσερις πλακόστρωτες οδούς και μία παλαιοχριστιανική βασιλική, με πλούσια κινητά ευρήματα (επιγραφές, γλυπτά, αντικείμενα μεταλλοτεχνίας, κεραμική και νομίσματα).

Η έκθεση αναπτύσσεται σε 42 επιτοίχιους πίνακες και περιλαμβάνει:

  • εκμαγεία αγαλμάτων,
  • αντίγραφα μικρών ευρημάτων,
  • μακέτες και
  • φωτορεαλιστικές αναπαραστάσεις κτηρίων, καθώς και
  • προβολές βίντεο από την ανασκαφή.

Όλο το υλικό, μαζί με το χρονικό της ανασκαφής δημοσιεύεται σε αναλυτικό πολυσέλιδο κατάλογο σε ελληνική και αγγλική έκδοση.

Η έκθεση, που διοργανώνεται από το ΕΚΠΑ, σε συνεργασία με τον δήμο Ανδρου, ρίχνει αυλαία στις 30 Αυγούστου 2017.

Ανασκαφές στην Παλαιόπολη Άνδρου (φωτογραφία από το site του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου)

Σχετικά με τις ανασκαφές  

Η πρώτη ανασκαφική έρευνα στην Παλαιόπολη έγινε το 1830 από τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη στον χώρο της αγοράς της αρχαίας Ανδρου, όπου το 1935 και κατόπιν το 1956 ο καθηγητής Ν. Κοντολέων αποκάλυψε τμήμα στοάς.

Η νεότερη έρευνα, αρχικά επιφανειακή, ξεκίνησε το 1985. Οι ανασκαφές έχουν διεξαχθεί σε τρία σημεία της περιοχής:

  1. Στον χώρο της αγοράς της αρχαίας πόλης, στην «Πόρτα»,
  2. σε μια από τις πύλες του τείχους, που χτίστηκε τον 4ο αι. π. Χ. και
  3. στη θέση «του Πλάτου», στο δυτικό άκρο της αρχαίας πόλης, όπου ανακαλύφθηκαν κατάλοιπα σπιτιών.

Η ανασκαφή στον χώρο της αγοράς της Ανδρου έχει αποκαλύψει τμήματα τριών πλακόστρωτων δρόμων και τεσσάρων κτηρίων, τα οποία είχαν οικοδομηθεί σε δύο άνδηρα με υψομετρική διαφορά τεσσάρων μέτρων.

Στο άνω άνδηρο, οι έρευνες έφεραν στο φως κτήριο, πιθανότατα την αγορά κρεάτων και ψαριών, που διέθετε εσωτερική περίστυλη αυλή, μνημειακή είσοδο με τέσσερις κίονες στην πρόσοψη και ημιυπόγειο χώρο (ίσως ο βοηθητικός χώρος της ψαραγοράς).

Ανατολικά του κτηρίου έχει βρεθεί μεγάλο τμήμα στοάς, το ανατολικό άκρο της οποίας ερεύνησε το 1956 ο καθηγητής Κοντολέων. Μεταξύ των δύο κτηρίων παρεμβάλλεται πλακόστρωτος ανηφορικός δρόμος, με σκαλοπάτια, ενώ κάθετα σε αυτόν υπήρχε ένας αρχαιότερος παρόμοιος δρόμος, με κτιστό αποχετευτικό αγωγό. Τα κτήρια οικοδομήθηκαν μάλλον στα τέλη του 3ου ή τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. και εξυπηρετούσαν δραστηριότητες της αγοράς.

Στο κάτω άνδηρο εντοπίστηκε μια δεύτερη στοά, από την οποία έχει αποκαλυφθεί μικρό τμήμα, και ένας ακόμη πλακόστρωτος δρόμος, με καλοχτισμένο αποχετευτικό αγωγό, που χρονολογούνται επίσης στα τέλη του 3ου ή τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ.

Αν και έχει διαπιστωθεί εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα στην αγορά από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., η κύρια φάση είναι αυτή του κτηρίου με την αυλή και των δύο στοών, περίοδο που μπορεί να συσχετιστεί με κάποια ανοικοδόμηση της αγοράς μετά την άλωση της πόλης το 199 π.Χ. από τις δυνάμεις της Ρώμης και του Περγάμου (μετά την άλωση το νησί παραχωρήθηκε στον βασιλέα του Περγάμου Ατταλο Α΄).

Κατά το β’ μισό του 5ου αιώνα μ.Χ. έχει ήδη συντελεστεί η αλλαγή της χρήσης του χώρου ως εμπορικού και διοικητικού κέντρου. Είναι η εποχή που οικοδομείται η Βασιλική στο κάτω άνδηρο, επάνω στις προγενέστερες κατασκευές, στη στοά και στον πλακόστρωτο δρόμο. Η Βασιλική, ίσως ο μητροπολιτικός ναός της Ανδρου, ήταν τρίκλιτη, με εξαίρετης τέχνης πλούσιο γλυπτό διάκοσμο, ενώ το δάπεδό της καλυπτόταν από ψηφιδωτό, με φυτικά και γεωμετρικά θέματα.

Κατά τον 6ο αιώνα το οικοδόμημα καταστράφηκε από σεισμό, μάλλον τον μεγάλο σεισμό του 552. Στο β’ μισό του αιώνα αυτού, κτίστηκε στο μεσαίο κλίτος της Βασιλικής επιμήκης μονοκάμαρος ναός, αμελούς τοιχοποιίας. Ίσως στις αρχές του 7ου αιώνα, λίγο πριν εγκαταλειφθεί η πόλη, κτίστηκαν γύρω από τον μικρό αυτό ναό πρόχειρες κατασκευές, μάλλον σπίτια.

Η πόλη φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 7ου αιώνα, με τους κατοίκους της να μετοικούν στην ασφαλέστερη ενδοχώρα, γύρω από τη Μεσαριά, που αποτέλεσε κατά τα μεσοβυζαντινά χρόνια και το κέντρο του νησιού.

Μοιράσου το άρθρο: