Του Πέτρου Δίπλα

Η Χίλαρι Κλίντον είναι η πρώτη γυναίκα πολιτικός στις ΗΠΑ υποψήφια για την προεδρία της χώρας όπως επίσης είναι η πρώτη γυναίκα πολιτικός που κέρδισε το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος του ενός από τα δύο κυρίαρχα αμερικανικά κόμματα.

Η Κλίντον από το 1979 έως 1981 και από το 1983 έως το 1992 ήταν Πρώτη Κυρία της πολιτείας Αρκάνσας ως σύζυγος του Κυβερνήτη Μπιλ Κλίντον, από το 1993 έως το 2001 Πρώτη Κυρία της χώρας ως σύζυγος του Προέδρου Μπίλ Κλίντον, από το 2001 έως το 2009 Γερουσιαστής της πολιτείας Νέα Υόρκη και από το 2009 έως το 2013 Υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Ομπάμα.

Γεννημένη στη Σικάγο, απόφοιτος (1973) της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Γέιλ, παντρεύτηκε το 1975 τον Μπιλ Κλίντον μετά από φορτικές κρούσεις του γιατί η Χίλαρι Ρόνταμ (το πατρικό της όνομα) δεν ήθελε ο γάμος να εμποδίσει την καριέρα της.   Δικηγόρησε κυρίως στους τομείς της προστασίας και της υιοθεσίας των παιδιών, των μη προνομιούχων οικογενειών  και της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων.

Το 2000 εξελέγει πρώτη γυναίκα Γερουσιαστής της Πολιτείας Νέας Υόρκης ενώ είναι και η  πρώτη σύζυγος προέδρου που αγωνίστηκε για εκλεγόμενο αξίωμα. Μετά τις επιθέσεις της 11ης  Σεπτεμβρίου ψήφισε υπέρ του πολέμου στο Αφγανιστάν και υπέρ του πολέμου στο Ιράκ (για τα οποία  μετάνιωσε αργότερα). Ψήφισε εναντίον της μείωσης των φόρων της κυβέρνησης Μπους  και επανεξελέγει Γερουσιαστής Νέας Υόρκης το 2006.

Βάζοντας υποψηφιότητα για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών στις εκλογές του 2008 έλαβε περισσότερους ψήφους από κάθε άλλη γυναίκα υποψήφιο στο παρελθόν, αλλά έχασε την εκλογή από τον συνυποψήφιό της Μπαράκ Ομπάμα.

Ως Υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Ομπάμα από το 2009 έως 2013 συνηγόρησε στην στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη και στις κυρώσεις εναντίον του Ιράν.

Δεν συμμετείχε στη κυβέρνηση κατά τη 2η θητεία του Ομπάμα και στις αρχές του 2015 ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της (για δεύτερη φορά) για το προεδρικό χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος.

Ας δούμε την πραγματικά εντυπωσιακή διαδρομή της.

Όταν η Χίλαρι Ρόνταμ ήταν 14 χρονών έστειλε επιστολή στη ΝΑΣΑ ζητώντας να μάθει τι πρέπει να κάνει για να γίνει αστροναύτης. Η απάντηση που πήρε  ήταν  ότι τα διαστημικά προγράμματα είναι μόνο για άντρες. Στο λύκειο συμμετείχε ενεργά και με πείσμα στις σχολικές εκλογές. Το ιδιαίτερο πείσμα της οφείλονταν σ’ αυτό που της είπαν οι αντίπαλοί της  ‘είσαι ηλίθια αν νομίζεις ότι κορίτσι θα εκλεγεί για πρόεδρος’.

Το 1964 σε ηλικία 17 ετών πήγε εθελοντής να βοηθήσει την προεκλογική καμπάνια του Ρεπουμπλικάνου υποψήφιου Μπάρι Γκόλντγουoτερ εναντίον του δημοκρατικού Τζον Κένεντυ.

Το 1965 στο κολέγιο Γουέλσλι διάλεξε πολιτικές επιστήμες και το πρώτο έτος διετέλεσε πρόεδρος της Οργάνωσης Νέων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του Γουέλσλι. Μάλιστα υποστήριξε στις εκλογές για Δήμαρχο της Νέας Υόρκης τον Ρεπουμπλικανό Τζον Λίντζι και για Γερουσιαστή της Μασαχουσέτης τον Ρεπουμπλικανό Έντουαρντ Μπρουκ, συμμετέχοντας στην ομάδα του Ρεπουμπλικανού Νέλσον Ροκφέλερ (υποψήφιος για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών το 1960, 1964, 1968 και αντιπρόεδρος των ΗΠΑ (1974-1977) με Πρόεδρο τον Τζέραλντ Φόρντ).

Αντίθετα με τα πιστεύω των νέων της εποχής ότι χρειάζονταν επαναστατικές ενέργειες για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, η ίδια θεωρούσε  ότι η προσπάθεια για αλλαγή πρέπει να γίνει μέσα από το σύστημα.

Το 1968 συμμετείχε στο Εθνικό Συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων στο Μαϊάμι.  Δυσαρεστημένη όμως από τις θέσεις του Ρίτσαρντ Νίξον εγκατέλειψε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.  Η ίδια δήλωσε αργότερα ότι αυτά που την έκαναν να αλλάξει ήταν το Κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα (Civil Rights Movement) και ο πόλεμος στο Βιετνάμ.

Το 1969 στην αποφοίτηση, ο λόγος της στο ακροατήριο που άσκησε κριτική στον Γερουσιαστή Μπρουκ (την καμπάνια του οποίου προηγουμένως η ίδια είχε στηρίξει) χειροκροτήθηκε για 7 ολόκληρα λεπτά ενώ παρουσιάστηκε στο περιοδικό Λάιφ (Life), σε εφημερίδες και σε τηλεοπτικούς σταθμούς.

Αργότερα στο Πανεπιστήμιο Γέιλ ασχολήθηκε έντονα με κοινωνικά θέματα όπως με θέματα στέγασης, υγείας και εκπαίδευσης των  μεταναστών, δικαιώματα των παιδιών και παρείχε δωρεάν συμβουλές σε φτωχές οικογένειες.

Η πρώτη της σημαντική ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα του Δημοκρατικού Κόμματος  ήταν το 1970 που συμμετείχε στην ομάδα στήριξης του υποψήφιου Γερουσιαστή του Κονέκτικατ Τζόζεφ Ντάφι.

Το 1971 ξεκίνησε η σχέση της με τον συμφοιτητή της, στην Νομική Σχόλη του Γέιλ, Μπίλ Κλίντον μαζί με τον οποίον το καλοκαίρι το 1972 συμμετείχαν στην ανεπιτυχή προεκλογική εκστρατεία του Δημοκρατικού Τζορτζ Μακγκόβερν για πρόεδρος.

Το 1974 ήταν σύμβουλος της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής για το σκάνδαλο Γουοτεργκέιτ, το έργο της οποίας έληξε με την παραίτηση του Προέδρου Νίξον τον Αύγουστο του 1974.

Από τότε η Χίλαρι εθεωρείτο από πολλούς ότι θα έχει ένα λαμπρό πολιτικό μέλλον.  Η σύμβουλος και οργανωτής του Δημοκρατικού Κόμματος Μπέτσι Ράιτ η οποία πίστευε ότι η Χίλαρι θα μπορούσε να γίνει στο μέλλον γερουσιαστής ακόμα και Πρόεδρος, μετακόμισε από το Τέξας στην Ουάσιγκτον για να την καθοδηγεί πολιτικά.

Στις συνεχείς προτάσεις του Μπιλ Κλίντον να παντρευτούν, η Χίλαρι συνέχισε να αρνείται, όμως όταν απέτυχε στις δικηγορικές εξετάσεις της Κολούμπια πήρε την απόφαση να φύγει από την Ουάσινγκτον και να ακολουθήσει τον Κλίντον στο Αρκάνσας (τέλος 1974) όπου εκεί πέρασε τις εξετάσεις για δικηγόρος της πολιτείας.

Στο Αρκάνσας ο Μπιλ Κλίντον έβαλε υποψηφιότητα (1974) για Βουλευτής (Βουλή των Αντιπροσώπων), όπου όμως απέτυχε και η νεοφερμένη Χίλαρι έγινε καθηγήτρια στην Νομική Σχόλη του Πανεπιστήμιο Αρκάνσας. Το 1975 η Χίλαρι είπε επιτέλους το ναι και παντρεύτηκαν.

Το 1976 η Χίλαρι βοήθησε τον Δημοκρατικό Τζίμι Κάρτερ να εκλεγεί Πρόεδρος, διευθύνοντας την προεκλογική του εκστρατεία στην Ιντιάνα. Ο Κάρτερ το 1978 την διόρισε στο συμβούλιο των διευθυντών του κρατικού Οργανισμού Νομικών Συμβουλών που είχε δημιουργήσει η Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου επί 2 χρόνια διετέλεσε η πρώτη γυναίκα Πρόεδρός του κατορθώνοντας να αυξήσει τον προϋπολογισμό του από 90 στα 300 εκατ. δολάρια.

Το Νοέμβριο του 1976 ο Μπιλ Κλίντον διορίζεται Γενικός Εισαγγελέας (Attorney General) του Αρκάνσας ενώ το 1978 κερδίζει τις εκλογές για Κυβερνήτης της πολιτείας και η Χίλαρι γίνεται Πρώτη Κυρία του Αρκάνσας.

Το 1978 για να αυξήσει τα εισοδήματά της πέρα από την δικηγορική της απασχόληση επένδυσε και σε χρηματοοικονομικά προϊόντα καθώς και στο real estate.

Από το  1978 μέχρι τον Ιανουάριο του 1993 που ο Μπιλ Κλίντον έγινε ο 42ος Πρόεδρος των ΗΠΑ, η Χίλαρι είχε υψηλότερες αμοιβές από το σύζυγο της.

Η Χίλαρι Κλίντον με τον σύζυγό της Μπιλ και τη κόρη τους Τσέλσι

Το 1980  γέννησε τη κόρη τους Τσέλσι την ίδια χρονιά που ο Μπιλ Κλίντον απέτυχε να ξαναεκλεγεί κυβερνήτης οποίος όμως δύο χρόνια μετά κέρδισε τις εκλογές και διετέλεσε συνεχώς κυβερνήτης του Αρκάνσας από το 1983 μέχρι και το 1992. Η Χίλαρι άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα Κλίντον στο επίθετό της ως Χίλαρι Ρόνταμ Κλίντον.

Το 1983 ονομάστηκε Γυναίκα της Χρονιάς του Αρκάνσας και το 1984 Μητέρα της Χρονιάς του Αρκάνσας.

Μετείχε σε πολλά Διοικητικά Συμβούλια κοινωφελών οργανισμών (Νοσοκομείο Παίδων του Αρκάνσας, Ταμείο Προστασίας του Παιδιού κλπ) αλλά και ιδιωτικών επιχειρήσεων όπως στα Διοικητικά Συμβούλια των πολυκαταστημάτων Wal-Μart (η πρώτη γυναίκα στο Δ.Σ.), της τσιμεντοβιομηχανίας Lafarge, των καταστημάτων γαλακτοκομικών TCBY.

Άρχισε να αποκτά πανεθνική δημοσιότητα όταν ο σύζυγος της Μπιλ ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών.

Κατακρίθηκε πολύ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για τις δηλώσεις της ότι αντί να κάνει δουλειές του σπιτιού και να μαγειρεύει προτίμησε να κάνει καριέρα, δίνοντας όμως την ευκαιρία στον Κλίντον να προτάξει το σύνθημα ‘Παίρνετε δύο στη τιμή του ενός’  λέγοντας ευθέως ότι η χώρα έχει να ωφεληθεί από την μεγάλη εμπειρία της γυναίκας του στους κοινωνικούς τομείς, κάνοντας έτσι τα ΜΜΕ να την ονομάσουν «Λαίδη Μάκβεθ».

Από το Ιανουάριο του 1993 έγινε η πρώτη Κύρια των ΗΠΑ που είχε μεταπτυχιακό και επαγγελματική καριέρα πριν την είσοδό της στον Λευκό Οίκο, όπως επίσης γραφείο στην Δυτική Πτέρυγα που είναι τα γραφεία του Πρόεδρου. Μετά την Ελεανόρ Ρούζβελτ η Χίλαρι θεωρείται η πιο δυναμική σύζυγος Αμερικανού Προέδρου.

Κατά τη διάρκεια της θητείας της σαν Πρώτη Κυρία, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα σε κοινωνικά θέματα όπως προγράμματα κοινωνικής ασφάλειας παιδειών, γυναικών και ασθενών από καρκίνο, βελτίωση της νομοθεσίας για υιοθεσίες παιδιών, κοινωνική πρόνοια, κλπ. Ταξίδεψε σε περισσότερες από 79 χώρες για την υποστήριξη της θέσης της γυναίκας.

Το 1998 ξέσπασε το σκάνδαλο με τις εξωσυζυγικές σχέσεις του Κλίντον με την Μόνικα Λιουίνσκι. Η Χίλαρι όμως με την διπλωματική τακτική της κατάφερε να αυξήσει τη δημοτικότητά της κοντά στο 70%, το μεγαλύτερο ποσοστό που είχε ποτέ.

Το 1998 αποφάσισε να είναι υποψήφια Γερουσιαστής για την πολιτεία της Νέας Υόρκης καταφέρνοντας να κερδίσει τις εκλογές του 2000 (χρονιά που τέλειωνε η προεδρική θητεία του Μπιλ Κλίντον) παρά τις κατηγορίες του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου της Ρικ Λάτσιο ότι για την πολιτεία η Κλίντον είναι μια ξένη, μια ‘αλεξιπτωτίστρια’.

Στις 20 Ιανουαρίου 2001 η Χίλαρι Κλίντον έφευγε από το Λευκό Οίκο ως Πρώτη Κυρία αλλά 17 ημέρες πριν, στις 3 Ιανουαρίου του 2001, είχε αναλάβει την νέα θέση της ως η πρώτη γυναίκα Γερουσιαστής της πολιτείας Νέας Υόρκης.

Μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης, η Κλίντον εξασφαλίζει από την κυβέρνηση Τζορτζ Μπους 29 δισ. δολάρια για την επούλωση των ζημιών στην πολιτεία της και ψηφίζει τον αντιτρομοκρατικό νόμο ‘USA Patriot Act’ της κυβέρνησης καθώς και το νέο αντιτρομοκρατικό νόμο του 2005. Επίσης υποστηρίζει τις στρατιωτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν τον Οκτώβριο του 2001 και στο Ιράκ τον Οκτώβριο του 2002 (το 2014 και 2015 η Κλίντον δήλωσε ότι η Αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ ήταν λάθος όπως λάθος ήταν και η ψήφος της που την στήριξε) .

Το 2006 ξαναβάζει υποψηφιότητα για Γερουσιαστής της Νέας Υόρκης όπου και ξαναεκλέγεται.

Tον Ιανουάριο του 2007 ανακοινώνει ότι θα κατέβει στις εκλογές του 2008 για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών με κύριο αντίπαλο τον Μπαράκ Ομπάμα τον οποίο νικούσε αρχικά στις δημοσκοπήσεις. Η μεγαλύτερη απειλή στη καμπάνια της ήταν η στο παρελθόν στήριξη του πολέμου στο Ιράκ.

Πάλεψε σκληρά για το χρίσμα, όμως αναγκάστηκε στις 7 Ιουνίου του 2008 να παραδεχτεί την ήττα της και να δηλώσει υποστήριξη στον Ομπάμα. Είχε καταφέρει στο συνέδριο του Δημοκρατικού κόμματος να μαζέψει 1640 εκλέκτορες έναντι 1763 του Ομπάμα ενώ στις ψήφους των πολιτών και οι δύο είχαν ξεπεράσει τα 17 εκατομμύρια ψήφους ο καθένας, κάνοντας και οι δύο ρεκόρ ψήφων. Η Κλίντον ήταν η πρώτη γυναίκα υποψήφια για προεδρικό χρίσμα κόμματος, που έτρεξε εκλογές σε όλες τις πολιτείες.

Τον Ιανουάριο του 2009 παραιτείται από Γερουσιαστής για να γίνει Υπουργός Εξωτερικών στην πρώτη κυβέρνηση Ομπάμα μέχρι τη λήξη της (Ιανουάριος, 2013). Ηταν η πρώτη Πρώτη Κυρία της χώρας πού ανελάμβανε υπουργικό χαρτοφυλάκιο. Η δημοτικότητά της έφθασε στο 65%, το υψηλότερο ποσοστό από την εποχή του σκανδάλου Λιουίνσκι.

Ως υπουργός Εξωτερικών θεωρείται ότι αντιμετώπισε ικανοποιητικά σοβαρότατα διεθνή θέματα όπως τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, την Αιγυπτιακή κρίση, την Αραβική Ανοιξη, τις σχέσεις με τη Ρωσία, τη δολοφονία του Οσάμα Μπιν Λάντεν, τον εμφύλιο στη Συρία.

Δεν συμφωνούσε πάντα με τον Ομπάμα και στα θέματα στρατιωτικής εμπλοκής κρατούσε ‘γερακίσια’ στάση. Είναι η πιο πολυταξιδεμένη υπουργός εξωτερικών της Αμερικής έχοντας επισκεφθεί 112 χώρες. Η μεγαλύτερη ατυχία της σε αυτή τη θητεία της ήταν η δολοφονία του αμερικανού πρεσβευτή στη Λιβύη (Σεπτέμβρης 2012) μαζί με άλλους 3 αμερικανούς, πέντε μήνες πριν ολοκληρώσει τη θητεία της, υπόθεση για την οποία γίνανε πολλές επιτροπές στις οποίες και κατέθετε μέχρι πρόσφατα.

Το 2015 κατηγορήθηκε ότι κατά τη θητεία της ως υπουργός ορισμένα απόρρητα e-mails τα διαχειρίστηκε μέσα από ιδιωτικές ηλεκτρονικές διευθύνσεις και όχι από κυβερνητικές όπως όφειλε, με κίνδυνο να υποκλαπούν. Τελικά στις 6 Ιουλίου 2016 η Γενική Εισαγγελέας αποφάσισε να κλείσει την υπόθεση χωρίς την επιβολή κατηγοριών.

Από το 2013, μετά 30 χρόνια συμμετοχής στο δημόσιο βίο, η Χίλαρι Κλίντον ιδιώτευσε ως μέλος του ‘Ιδρύματος Μπιλ Κλίντον’ το οποίο μετονομάστηκε σε ‘Ιδρυμα Μπιλ, Χίλαρι και Τσέλσι Κλίντον’ . Όμως τον Απρίλιο του 2015 παραιτείται από το Ίδρυμα για να ξεκινήσει για δεύτερη φορά την προσπάθειά της, πρώτα να λάβει το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος και μετά να αγωνιστεί για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μετά 5 μήνες σκληρού προεκλογικού αγώνα, στις 26 Ιουλίου 2016 γίνεται η πρώτη γυναίκα στην ιστορία των ΗΠΑ που κατακτά το χρίσμα στο συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος με 2.219 εκλέκτορες έναντι 1.832 του συνυποψήφιού της Μπέρνι Σάντερς. Υποστηρίχθηκε κυρίως από μεσήλικες και ηλικιωμένους ψηφοφόρους, από μαύρους, ισπανόφωνους και γυναίκες.

dimokratiko-komma-pos-psifisan-usa-elections-diplas

Το τελευταίο βήμα για να κάνει η Χίλαρι Κλίντον το όνειρό της πραγματικότητα, μετά 50 χρόνια προσπάθεια και τόσες πρωτιές, είναι να κερδίσει τον Τράμπ τον ερχόμενο Νοέμβριο και να γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

 

Μοιράσου το άρθρο: