της Μάχης Μαργαρίτη

Αυτόν τον Σεπτέμβρη έγινε η μεγαλύτερη κινητοποίηση για το περιβάλλον στην ιστορία του πλανήτη. Εκατομμύρια άνθρωποι σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου, ενώθηκαν παίρνοντας τη σκυτάλη ο ένας από τον άλλον σε διαφορετικές χρονικές ζώνες, για να ζητήσουν «μέτρα, τώρα». Δίπλα στους μαθητές, αυτή τη φορά ήταν και ενήλικες. Όσο το περιβαλλοντικό κίνημα γιγαντώνεται αριθμητικά, «ανοίγουν» και μια σειρά από ζητήματα. Καθώς οι άνθρωποι ακούν για «Πράσινο New Deal» και απαγόρευση των πλαστικών μιας χρήσης, ή καλούνται να αλλάξουν τη δίαιτά τους και την κούπα του καφέ τους, γεννιέται ένα ερώτημα: είναι εφικτό να αλλάξει η πορεία, αν από ένα υλικό περάσουμε σε ένα άλλο, από μία μορφή ενέργειας περάσουμε σε άλλη, και αν ο «κάθε απλός άνθρωπος αλλάξει τις συνήθειές του»; Ποια είναι τα ζητήματα που επιλέγεται να απορροφούν όλη τη δημόσια συζήτηση για το περιβάλλον, και ποια αυτά που μένουν στην άκρη;

Τι σημαίνει «καθαρή ενέργεια»;

Σύμφωνα με στοιχεία του ευρωκοινοβουλίου, το 81,2% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχεται από το διοξείδιο του άνθρακα. Το 78% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προκαλούνται από την παραγωγή ενέργειας -το ένα τρίτο είναι από τις μεταφορές, και από αυτό το ποσοστό, το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από τις οδικές μεταφορές.

Το «Κρατήστε τα στο έδαφος» είναι το κεντρικό σύνθημα του σύγχρονου περιβαλλοντικού κινήματος. Ζητά οριστικό τέλος στις εξορύξεις, και πλήρη στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Υπάρχουν, βέβαια, πτυχές του ζητήματος που χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη.

Για παράδειγμα, στις μεταφορές τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα προβάλλονται ως μία από τις λύσεις. Χρειάζονται σταθμούς φόρτισης που καταναλώνουν ενέργεια, και, συνήθως, μπαταρίες λίθιου. Η Διεθνής Αμνηστία μιλούσε πρόσφατα για χρόνια βιομηχανικών πρακτικών χωρίς κανέναν έλεγχο για την εξόρυξη μετάλλων για τις μπαταρίες λίθιου, με «επιβλαβείς για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον συνέπειες». Η εξόρυξη λίθιου απαιτεί τεράστιες ποσότητες νερού. Όμως, η οργάνωση λέει ότι δε ζητείται η γνώμη από κοινότητες αυτόχθονων στην Αργεντινή  για εξορύξεις στη γη τους, ούτε ενημερώνονται για τις πιθανές συνέπειες στις πηγές του νερού τους. Ταυτόχρονα, η αυξημένη ζήτηση για μέταλλα από τα οποία κατασκευάζονται μπαταρίες έχει οδηγήσει  σε νέα συμβόλαια για εξορύξεις στα βάθη θαλασσών. Μελέτη, όμως, επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Έξετερ έχει δείξει ότι αυτού του είδους η εξόρυξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε απελευθέρωση τοξικών στοιχείων και ραγδαία απώλεια θαλάσσιων ειδών, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Euronews τον περασμένο Μάρτιο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξαχθεί λίθιο; Στον Καναδά γίνεται έρευνα για την απόσπαση λίθιου από λύματα, με τη χρήση νανοτεχνολογίας. Υπάρχουν και άλλες προτάσεις για την αυτονομία των ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Άρα, τεχνολογίες υπάρχουν, χρειάζεται, όμως, έρευνα και χρήμα.

Άλλο παράδειγμα, τα φωτοβολταϊκά πάνελ. Η διαδικασία για την κατασκευή τους απαιτεί νερό και ηλεκτρισμό, δηλαδή, ενέργεια. Και, ακόμα, τι γίνεται με τα εκατομμύρια πάνελ όταν αυτά ολοκληρώνουν τον «κύκλο ζωής» τους; Το 2016, η Διεθνής Υπηρεσία Ανανεώσιμης Ενέργειας υπολόγιζε ότι ήδη υπήρχαν 250.000  τόνοι απορριμμάτων τέτοιων πάνελ στον κόσμο, και ο αριθμός θα είναι 78 εκατομμύρια τόνοι το 2050, έγραφε η ιστοσελίδα The Verge πριν από έναν χρόνο. Συνήθως τα πάνελ έχουν εγγύηση ζωής 25-30 χρόνων και μπορούν να αντέξουν ακόμα παραπάνω, ανάλογα με τα υλικά κατασκευής. Όλα, όμως, κάποτε σταματούν να αποδίδουν. Το 96% των υλικών μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν για να παραχθούν νέα, στην καλύτερη περίπτωση, σύμφωνα με το μπλογκ Greenmatch. Προς το παρόν, εργοστάσιο ανακύκλωσης υπάρχει στη Γαλλία: εκεί τα ρομπότ ανακτούν από τα πάνελ γυαλί, σιλικόνη, πλαστικό, χαλκό, και τα σπάνε σε κομματάκια, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να κατασκευαστούν νέα πάνελ.

Ανανεώσιμη πηγή ενέργειας είναι και οι ανεμογεννήτριες. Παράγουν ενέργεια όταν φυσά άνεμος, άρα χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να γίνει απόσβεση του περιβαλλοντικού κόστους κατασκευής τους. Οι κατασκευές μπορεί να είναι ψηλές, με μεγάλα πτερύγια απειλητικά ενδεχομένως για τα πουλιά. Για την κατασκευή και εγκατάστασή τους χρειάζεται διάνοιξη δρόμων και μεγάλες ποσότητες υλικών. Υπάρχει, επίσης, το ζήτημα του «θανάτου» τους, και το τι γίνονται μετά. Και τα δύο αυτά συστήματα -φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες- παράγουν ενέργεια που εξαρτάται από μεταβλητές -αέρα και ήλιο- και, προς το παρόν, δεν αποθηκεύεται σε μεγάλη κλίμακα. Μια άλλη ανανεώσιμη πηγή ενέργειας, λιγότερο διαδεδομένη, η ηλιοθερμία, απαιτεί μεγάλες εκτάσεις γης.

Το ζήτημα της επιλογής του τρόπου παραγωγής ενέργειας είναι, άρα, σύνθετο, και, όποια μορφή ενέργειας και αν επιλεγεί, θα υπάρχει κάποιο κόστος για το περιβάλλον. Το βασικό ζήτημα είναι να εξετάζεται ο κύκλος ζωής μιας πηγής ενέργειας -τι «κοστίζει» περιβαλλοντικά από τη γέννηση μέχρι τον θάνατό της. Κρίσιμο σημείο είναι η δυνατότητα αποθήκευσης της ενέργειας που παράγουν οι ανανεώσιμες πηγές. Μία μέθοδος που λειτουργεί ήδη, για παράδειγμα, στα υδροηλεκτρικά έργα, είναι η αντλησιοταμίευση, η οποία έχει εφαρμογές και αλλού.

Οι τεχνολογίες υπάρχουν. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας φαίνεται ότι είναι ο δρόμος μπροστά, εφόσον τηρούνται, βέβαια, συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το ερώτημα είναι, ποιος παίρνει τις αποφάσεις -και ποιος υλοποιεί. Το πρόβλημα είναι πως όταν ανοίγει ένα «πεδίο επένδυσης» για εταιρίες, ο άξονας μετατοπίζεται -στην ιστορία μπαίνει το κέρδος και ο ανταγωνισμός εταιριών. Μπορεί αυτό να συμβαδίζει με την προστασία του περιβάλλοντος; «Οι εταιρίες κάνουν απολογισμούς τέσσερις φορές τον χρόνο, επιβιώνοντας με περιθώρια λεπτά σαν ξυράφι -δε σκέφτονται τι θα γίνει 20, 30 χρόνια μετά», έλεγετο 2014 στο National Geographic ο Ντάστιν Μουλβέινι, καθηγητής Περιβαλλοντικών Σπουδών στον Πανεπιστήμιο του Σαν Χοσέ.

Η πλαστική σακούλα -και το πλαστικό καλαμάκι…

Το χαμηλό κόστος παραγωγής της πλαστικής σακούλας και η ανθεκτικότητά της την έκαναν τόσο δημοφιλή τις τελευταίες δεκαετίες. Με μεγάλο, όμως, οικολογικό αποτύπωμα, καθώς εκτιμάται ότι χρειάζονται πάρα πολλά χρόνια για να αποσυντεθεί. Η χρήση της φορολογείται ή απαγορεύεται σε όλο και περισσότερες χώρες.

Τι συνέβη στην Ελλάδα; Μετά την τιμολόγηση και την επιβολή περιβαλλοντικού τέλους στην πλαστική σακούλα, φαίνεται ότι μειώθηκε η χρήση της λεπτής σακούλας. Κυκλοφόρησαν, όμως, νέες, παχύτερες, με περισσότερο πλαστικό, στη λογική ότι θα είναι επαναχρησιμοποιούμενες. Αντισταθμιστικό περιβαλλοντικό τέλος, όμως, που εισπράττεται από το κράτος, προβλέπεται μόνο για τις λεπτές σακούλες. Για τις παχύτερες, ο καταναλωτής πληρώνει, χωρίς, όμως, το κατάστημα να έχει την υποχρέωση να αποδίδει αυτό το έσοδο. Και καθώς πολύς κόσμος χρησιμοποιεί τη σακούλα στην οποία είχε τα ψώνια του για τη συσκευασία των καθημερινών απορριμμάτων του, τώρα καταλήγει να αποθέτει πολλές φορές στους κάδους σακούλες από πιο ανθεκτικό πλαστικό από ό,τι πριν από το μέτρο. Επιπλέον, δεν υπάρχουν στοιχεία για τη «μεγαλύτερη εικόνα», αν μειώθηκε, δηλαδή, η χρήση πλαστικής σακούλας για τα ψώνια -αφού πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν πλέον δικές τους υφασμάτινες τσάντες- αλλά αν ταυτόχρονα αυξήθηκαν οι πωλήσεις σε άλλες μορφές σακούλας, μια και, μάλλον, οι άνθρωποι δε σταμάτησαν να βγάζουν συσκευασμένα τα απορρίμματα από τα σπίτια τους. Στην Καλιφόρνια, για παράδειγμα, η καθηγήτρια Οικονομικών στο πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ Ρεμπέκα Τέιλορ, διαπίστωσε ότι η απαγόρευση της πλαστικής σακούλας σε πολλές πόλεις, πράγματι μείωσε δραστικά τη χρήση τους. Αλλά ταυτόχρονα αυξήθηκε πολύ η ζήτηση για πλαστικές σακούλες απορριμμάτων.

Ένα άλλο παράδειγμα, η Κένυα. Η πλαστική σακούλα είναι ένα από τα πιο γνωστά προβλήματα του Ναϊρόμπι. Απαγορεύτηκε το 2017, με πρόβλεψη για αυστηρές ποινές για πώληση ή χρήση της. Το αμερικανικό δίκτυο δημόσιας ραδιοφωνίας NPR έστειλε τότε έναν δημοσιογράφο στην παραγκούπολη της Κιμπέρα, τη μεγαλύτερη της Αφρικής, για να μάθει τι σκέφτονται οι άνθρωποι που ζουν εκεί. Χρησιμοποιούν, του είπαν, τις πλαστικές σακούλες για να αποθηκεύουν καλαμπόκι, να κουβαλούν κάρβουνο και να μεταφέρουν τρόφιμα. «Η απαγόρευση της πλαστικής σακούλας φαίνεται μια πολύ μοδάτη κίνηση στους διεθνείς κύκλους», έλεγε στο ρεπορτάζ ο βουλευτής Κένεθ Οκόθ, που εκπροσωπούσε στη βουλή την παραγκούπολη της Κιμπέρα. Αλλά στην πραγματικότητα, συμπλήρωνε, σε μέρη όπως η Κιμπέρα, οι σακούλες είναι απαραίτητες. Ο ίδιος έλεγε ότι υποστηρίζει την προστασία του περιβάλλοντος, και ότι το πρόβλημα δεν είναι το ίδιο το πλαστικό, αλλά το ότι λείπει ένα σύστημα συνεπούς περισυλλογής και ανακύκλωσής του.

Το πλαστικό καλαμάκι είναι άλλο ένα παράδειγμα της τάσης να υπερτονίζεται η «ατομική ευθύνη». Πρόσφατα, κυκλοφόρησε η ιδέα για καλαμάκι από άμυλο καλαμποκιού. Θα πρέπει, βέβαια, να παράγεται από καλαμπόκι. Πόση γη χρειάζεται να καλλιεργηθεί για την παραγωγή του καλαμποκιού, πόση δυνητική καλλιέργεια τροφής θα εκδιώξει, πόσο εντομοκτόνο και λίπασμα απαιτεί, τι κίνδυνοι υπάρχουν για διάβρωση του εδάφους, τι ποσότητες νερού θα καταναλωθούν; Ερωτήματα που δεν απασχόλησαν -και συνήθως δεν τίθενται σε κάθε ανάλογη πρόταση. Και, κυρίως, ακόμα κι αν όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη σταματήσουν να χρησιμοποιούν πλαστική σακούλα και πλαστικό καλαμάκι, θα αντιμετωπιστεί η κλιματική κρίση;

…ενώ βιομηχανίες «αυτορυθμίζονται»

Την ώρα που ένας απλός άνθρωπος γεμίζει ενοχές για το πλαστικό καλαμάκι, τομείς της οικονομίας που ρυπαίνουν μένουν ανενόχλητοι. Όπως συνέβαινε, για παράδειγμα, μέχρι τώρα με τη ναυτιλία και την αεροπλοΐα. Και οι δύο τομείς έμειναν εκτός της συμφωνίας του Παρισιού για τις εκπομπές ρύπων, και αφέθηκαν να «αυτορυθμιστούν».

«Τα πλοία καίνε κάθε μέρα πάνω από τρία εκατομμύρια βαρέλια από απομεινάρια της επεξεργασίας πετρελαίου. Και επιπλέον, το βρώμικο καύσιμο απελευθερώνει μεγάλες ποσότητες αιθάλης που μεταφέρεται μέσω των ανέμων στην Αρκτική, όπου λερώνει το χιόνι και μεγιστοποιεί το πρόβλημα του θερμοκηπίου, επειδή το μαύρο χιόνι απορροφά περισσότερη θερμότητα», σημειωνόταν σε άρθρο του Guardian τον περασμένο Μάιο. «Γνωρίζουμε για τις εκπομπές από τη ναυτιλία εδώ και χρόνια. Τι πρόοδος έχει γίνει μέχρι τώρα;» ήταν ένα ερώτημα που έθετε το άρθρο, για να απαντήσει, «Πολύ λίγη».

Γιατί δε στρέφονται οι εταιρίες σε τεχνολογίες που θα προστατεύουν την υγεία των ανθρώπων και του περιβάλλοντος; «Οι χώρες με μεγάλους στόλους είναι αυτές που εμποδίζουν τις αλλαγές που θα πήγαιναν μπροστά την ηλεκτροκίνηση των θαλάσσιων μεταφορών», έλεγε ο ειδικός Φάιγκ Αμπάσοβ, από τον διεθνή περιβαλλοντικό Οργανισμό «Μεταφορές και Περιβάλλον», στο περιοδικό του τμήματος Περιβαλλοντικών Σπουδών του πανεπιστημίου Γέιλ, στις αρχές του 2018. Η ναυσιπλοΐα ευθύνεται σήμερα για το 2,5% περίπου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον κόσμο -ποσοστό που, αν δε ληφθούν μέτρα, πιθανά θα φτάσει το 17% το 2050, λόγω της αναλογικής μείωσης των ρύπων από άλλους τομείς. Βέβαια, το 90% όλων των προϊόντων που αγοράζονται, μεταφέρονται με πλοία. Χρειάζεται, άρα, ο κλάδος να κατευθύνει χρήμα στην ανάπτυξη τεχνολογιών για καθαρά καύσιμα. Προφανώς, οι αλλαγές κοστίζουν. Όμως, «η βιομηχανία της ναυτιλίας είναι γνωστό ότι έχει οδηγήσει σε τεράστιες οικογενειακές περιουσίες στον κόσμο», έγραφε το 2013 η ιστοσελίδα shippingwatch. Τελικά, τον περασμένο Απρίλιο, ο Διεθνής Οργανισμός Ναυτλίας κατέληξε σε συμφωνία για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ως το 2050, με στόχο την εξάλειψή τους. Ο χρόνος, βέβαια, «τρέχει», και επιστήμονες λένε ότι τα περιθώρια για ουσιαστική δράση ενάντια στην κλιματική αλλαγή είναι περίπου εντός των επόμενων δέκα χρόνων. Aλλά ακόμα και όταν επιβληθούν οι αλλαγές που απαιτούνται, ποιος θα ελέγξει αν το κόστος θα μετακυλιστεί με κάποιον τρόπο στους καταναλωτές και στους εργαζόμενους στη βιομηχανία -και πώς θα το αντιμετωπίσει;

Ένας άλλος τομέας με τον δικό του ρόλο στη ρύπανση είναι οι αερομεταφορές. Η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών λέει ότι τα αεροπλάνα ευθύνονται για το 2% των ανθρωπογενών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα το 2018, αλλά το ποσοστό εκτιμάται ότι θα αυξηθεί σημαντικά. Τέσσερα δισεκατομμύρια ήταν οι επιβάτες το 2018, και ο αριθμός αναμένεται να διπλασιαστεί το 2036. Ο κλάδος της αεροπλοΐας αφέθηκε να «κάνει δωρεάν βόλτες» στην κλιματική πολιτική για πολύ καιρό, έλεγε πριν από λίγες μέρες στον Independent ο Λέο Μάρεϊ της περιβαλλοντικής ομάδας 10:10. «Η μεγαλύτερη περιβαλλοντική καταστροφή από τα ταξίδια με αεροπλάνο δεν προκαλείται από τις ετήσιες οικογενειακές διακοπές, αλλά από τις πολύ συχνές πτήσεις αναψυχής αυτών που βρίσκονται στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας». Και σ΄αυτόν τον τομέα γίνεται συζήτηση για καθαρότερα καύσιμα, αλλά, και πάλι, σε ποιον θα καταλήξει το επιπλέον κόστος;

Όσο για την αυτορρύθμιση της βιομηχανίας, επιβάτες πληρώνουν προαιρετικά ένα επιπλέον ποσό για τη «μείωση του ανθρακικού αποτυπώματός τους», το οποίο χρηματοδοτεί είτε περιβαλλοντικά προγράμματα είτε την έρευνα για καθαρή ενέργεια. Και αυτό φέρνει ένα άλλο ερώτημα: να πληρώνεις για κάτι που ξέρεις εκ των προτέρων ότι βλάπτει;

Το σύστημα εμπορίας ρύπων

«O ρυπαίνων πληρώνει». Αυτή είναι η αρχή που εγκαινίασε το 2005 το Πρωτόκολλο του Κιότο. Στόχος, όπως διατυπώθηκε, ήταν να υποχρεώσει τις κυβερνήσεις να λάβουν μέτρα προκειμένου να σημειωθεί μείωση των εκπομπών ρύπων. Η διάταξη στην οποία κατέληξε, προέβλεπε ότι μια βιομηχανικά αναπτυγμένη χώρα που έχει μειώσει τις εκπομπές της πέραν των αρχικών στόχων του Πρωτοκόλλου, μπορεί να πουλήσει την επιπλέον μείωση σε άλλη χώρα, η οποία δεν είναι σε θέση να «πιάσει» τους στόχους, μέσω ενός Χρηματιστηρίου Ρύπων. Ο μηχανισμός υποχρεώνει τις ρυπογόνες βιομηχανίες να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα που παράγουν, ενώ όσες επιχειρήσεις παράγουν λιγότερο από το επιτρεπόμενο διοξείδιο, μπορούν να το μεταπωλούν σε τιμές καθορισμένες από ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ρύπων.

Αυτή η προσέγγιση, όμως, της προστασίας του περιβάλλοντος, είναι βασισμένη στη λογική της αγοράς: οι ρύποι αποκτούν τιμή. Και δεν είναι μόνο αυτό. Πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, για παράδειγμα, παράγουν αυξημένους ρύπους επειδή κατασκευάζουν προϊόντα για τις πλουσιότερες χώρες.

Είναι αυτό ουσιαστικό μέτρο για την προστασία του περιβάλλοντος; Είναι δίκαιο; Είναι ηθικό; Είναι αποτελεσματικό; «Επιλέγετε τον δρόμο που έχει στο κέντρο του την απληστία των εταιριών», έγραφε σε ανοιχτή του επιστολή ο φημισμένος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κολούμπια και διευθυντής ερευνών της NASA, Τζέιμς Χάνσεν, σχεδόν δέκα χρόνια πριν. Και πιο πρόσφατα, ο ίδιος έλεγε, «στην πραγματικότητα διαιωνίζουν την ατμοσφαιρική ρύπανση την οποία ισχυρίζονται ότι αντιμάχονται. Απλώς επιτρέπουν στους υπεύθυνους για τη ρύπανση και στους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ να γδάρουν τον κόσμο, αποκομίζοντας δισεκατομμύρια δολάρια».

Αυτή η πολιτική είχε παρουσιαστεί ως «ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής καθώς και το βασικό της εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου με οικονομικά αποδοτικό τρόπο». Αναρωτιέται κανείς, στόχος είναι να είναι οικονομικά αποδοτική η μείωση των εκπομπών ρύπων, ή ο στόχος -πρέπει να- είναι να μειωθούν οι ρύποι όσο περισσότερο γίνεται, με διάθεση χρήματος για τις πιο «καθαρές» τεχνολογίες που υπάρχουν;

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του πολέμου -και της προετοιμασίας του

«Υπάρχουν λίγες δραστηριότητες στη γη τόσο καταστροφικές για το περιβάλλον όσο ο πόλεμος», έγραφε το περιοδικό Newsweek το φετινό καλοκαίρι. Λίγη ως καθόλου συζήτηση, όμως, γίνεται για τον ρόλο των στρατών του πλανήτη ως ρυπαντών του περιβάλλοντος.

Ειδικά ο αμερικανικός στρατός, είναι από τους μεγαλύτερους ρυπαντές στην ιστορία, καταναλώνοντας περισσότερα υγρά καύσιμα και εκπέμποντας περισσότερα αέρια που συντελούν στην κλιματική αλλαγή από όσο οι περισσότερες χώρες μεσαίου μεγέθους, σημειωνόταν στο άρθρο. «Δεν είναι σύμπτωση ότι οι εκπομπές του αμερικανικού στρατού δεν εξετάζονται σε μελέτες για την κλιματική αλλαγή. Είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς συνεπή στοιχεία από το Πεντάγωνο και τις κυβερνητικές υπηρεσίες. Η έρευνά μας δείχνει ότι η δράση για την κλιματική αλλαγή απαιτεί να κλείσουν τεράστια τμήματα της στρατιωτικής μηχανής», έγραφε το άρθρο του περιοδικού.

Η ειρωνεία είναι ότι ο τόσο καταστροφικός για το περιβάλλον πόλεμος, γίνεται συνήθως στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των εθνικών κρατών και των οικονομικών συμφερόντων που εκπροσωπούν, με στόχο τον έλεγχο των φυσικών πόρων. Λίγη συζήτηση γίνεται για τις συνέπειες του πολέμου -πέρα από τις άμεσες συνέπειες για τον ίδιο τον άνθρωπο- στο φυσικό περιβάλλον, στον αέρα, στον υδροφόρο ορίζοντα και στα οικοσυστήματα του πλανήτη. «Η βιομηχανοποίηση του πολέμου μας έχει τώρα δώσει δυνάμεις να καταστρέψουμε άλλα ανθρώπινα όντα και την ίδια τη γη με τρόπο που δεν είχαμε ποτέ φανταστεί».

Όταν γίνεται η συζήτηση για έρευνα και χρηματοδότηση νέων τεχνολογιών, πολλοί ρωτούν «πού θα βρεθούν τα χρήματα;». Την ίδια στιγμή, δαπανώνται δισεκατομμύρια για αγορά στρατιωτικών-αμυντικών εξοπλισμών, που λέγεται ότι πρέπει να υπάρχουν για να προστατεύονται τα έθνη-κράτη. Αλλά, κοιτάζοντας κανείς από τι προστατεύονται, συχνά βλέπει μπροστά του διαμάχες για φυσικούς πόρους. Είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι η όξυνση της έντασης στις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία συμπίπτει με μια εντονότερη δραστηριότητα στο ζήτημα της εκμετάλλευσης ενεργειακών κοιτασμάτων;

Σπάταλοι καταναλωτές  -ή «Προγραμματισμένη βραχυβιότητα»;

Πόσες φορές έχουμε αναρωτηθεί πώς γίνεται να χαλάει στα επτά χρόνια η δική μας ηλεκτρική συσκευή, ενώ η αντίστοιχη «της μαμάς» κράτησε δεκαετίες; Γιατί καταναλωτές αναγκάζονται να αγοράσουν νέα ηλεκτρική ή ηλεκτρονική συσκευή, επειδή αυτή που έχουν αχρηστεύτηκε πολύ γρήγορα; Η κατασκευή θνησιγενών προϊόντων από εταιρίες έχει χαρακτηριστεί ακόμα και «θεωρία συνωμοσίας». Είναι έτσι;

«Ο Μάρκος  από τη Βαρκελώνη -θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε, οπουδήποτε. Χαλάει ένα εξάρτημα του εκτυπωτή του. Πηγαίνει σε τρία μαγαζιά. ‘Δύσκολα τα ανταλλακτικά, ακριβή η επιδιόρθωση’, όλοι του λένε να πάρει νέο. Ο μυστικός μηχανισμός στην καρδιά της καταναλωτικής μας κοινωνίας: Προγραμματισμένη Βραχυβιότητα.» Έτσι ξεκινά το ντοκιμαντέρ «Οι πυραμίδες της Σπατάλης». Σύμφωνα με αυτό, η προγραμματισμένη βραχυβιότητα εμφανίστηκε μαζί με τη μαζική παραγωγή και την καταναλωτική κοινωνία,την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης.

Στην ουσία, δηµιουργούνται αγαθά τα οποία δεν είναι μακροχρόνια χρήσιµα για τους καταναλωτές, µε αποτέλεσµα, µετά από ένα χρονικό διάστηµα να αποβάλλονται και να καταλήγουν στις χωµατερές. Αυτό δηµιουργεί πρόβληµα στο περιβάλλον µε την µόλυνση, όχι µόνο του εδάφους αλλά και των υδάτων. Τα προϊόντα που δε χρησιµοποιούνται από τους καταναλωτές, µπορεί επίσης να καταλήξουν και στις Αφρικανικές χώρες ως προϊόντα «από δεύτερο χέρι», τα οποία ωστόσο δεν είναι λειτουργικά, «φορτώνοντας» ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά σκουπίδια στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Δηλαδή, αποσπώνται φυσικοί πόροι του αναπτυσσόμενου κόσμου για να κατασκευαστούν προϊόντα για τον αναπτυγμένο κόσμο, και ξαναγυρνούν σε αυτόν ως απορρίμματα.

«Ο σχεδιασμός προϊόντων που αχρηστεύονται ή χαλάνε πρόωρα είναι ένα μεγάλο κοινωνικό, οικονομικό και περιβαλλοντικό πρόβλημα. Αν νιώθετε ότι κάποια από τα προϊόντα που αγοράζετε δεν κρατούν όσο θα έπρεπε ή θα μπορούσαν, τότε πιθανά έχετε δίκιο: λαμπτήρες που καίγονται μετά από κάποιο χρόνο ή καλσόν που συνεχώς σκίζονται είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα προγραμματισμένης βραχυβιότητας -προϊόντα που είναι σχεδιασμένα να σταματήσουν να δουλεύουν πολύ σύντομα μετά την αγορά τους, και -κάποια- αμέσως μετά τη λήξη της εγγύησής τους.» Αυτά έλεγε σε αναφορά της τον Μάρτιο του 2016 η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προσθέτοντας ότι η προγραμματισμένη βραχυβιότητα έχει ως αποτέλεσμα αυξημένα κόστη για καταναλωτές, δημιουργεί τεράστιες ποσότητες απορριμμάτων και είναι καταστροφική για το περιβάλλον. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, πάνω από το 50% των ευρωπαίων αποφάσισαν να μην επιδιορθώσουν ένα προϊόν τον περασμένο χρόνο -το 2015- επειδή θα τους στοίχιζε ακριβά.

Ποια λύση πρότεινε στην αναφορά της η Επιτροπή; «Στους καταναλωτές», κατέληγε η έκθεση, «πρέπει να δίνονται καλύτερες πληροφορίες για τον χρόνο ζωής του προϊόντος για να μπορούν να παίρνουν ενήμεροι τις αγοραστικές τους αποφάσεις.» Παρέθετε στοιχεία που δείχνουν σταδιακή αύξηση των πωλήσεων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών με μεγαλύτερο εκτιμώμενο χρόνο ζωής. Βέβαια, οι άνθρωποι αγοράζουν φθηνά προϊόντα επειδή δε μπορούν να κάνουν αλλιώς -δεν κοιτούν το πιο οικολογικό προϊόν, ή αυτό που μακροπρόθεσμα θα είναι πιο οικονομικό, αλλά αυτό για το οποίο τους φτάνουν τα χρήματα εκείνη τη στιγμή.

Από την άλλη, συχνά οι καταναλωτές κατηγορούνται για τις συνεχείς αγορές ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών συσκευών, στο πλαίσιο ενός άκρατου καταναλωτισμού. Ποιο οικονομικό σύστημα, όμως, πυροδοτεί αυτόν τον ξέφρενο καταναλωτισμό; Οι βιομηχανίες της διαφήμισης, του μάρκετινγκ, του θεάματος, που «κατασκευάζουν» ανάγκες και επιθυμίες, δε μπαίνουν στο στόχαστρο. Θεωρείται δεδομένο ότι πρέπει να υπάρχουν, «βομβαρδίζοντας» τους ανθρώπους με διαφημιστικά μηνύματα, από την τηλεόραση μέχρι τα βαγόνια του μετρό,  και το φταίξιμο χρεώνεται στους καταναλωτές που δεν αντιστέκονται αρκετά.

Να αλλάξει το κλίμα -ή να αλλάξει το σύστημα;

Είναι ένα από τα συνθήματα του νέου κινήματος για το περιβάλλον. «Αλλαγή συστήματος». Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, οι άνθρωποι αρχίζουν να ψάχνουν τα «γιατί». Γιατί αλλάζει το κλίμα και εξαιτίας του ανθρώπου, γιατί καταστρέφεται το περιβάλλον, γιατί παρά τα τόσα και τόσα λόγια και συνόδους κορυφής δε γίνεται τίποτα;

Ο Τζορτζ Μονμπιό είναι γνωστός βρετανός αρθρογράφος. Δέχτηκε επίθεση από μέρος του Τύπου, όταν για πρώτη φορά μίλησε για τον ρόλο του καπιταλισμού στην περιβαλλοντική καταστροφή, με ένα άρθρο του στην εφημερίδα Guardian, την περασμένη άνοιξη. «Για μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής μου καταφερόμουν εναντίον του ‘επιχειρηματικού καπιταλισμού’, του ‘καταναλωτικού καπιταλισμού’ και του ‘πελατειακού καπιταλισμού’. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να αντιληφθώ ότι το πρόβλημα δεν είναι το επίθετο, αλλά το ουσιαστικό. Ενώ ορισμένα πρόσωπα απέρριψαν γρήγορα και με χαρά τον καπιταλισμό, εγώ το έκανα αργά και με επιφυλάξεις. Το να πει κανείς ότι ‘ο καπιταλισμός αποτυγχάνει’ στον 21ο αιώνα είναι σαν να έλεγε ‘ο Θεός πέθανε’ στον 19ο αιώνα· είναι η μεγαλύτερη βλασφημία. Προϋποθέτει ένα βαθμό πεποίθησης που δεν διέθετα. Δεδομένου όμως ότι μεγάλωσα, κατέληξα να αναγνωρίσω δύο πράγματα. Πρώτον, ότι είναι το σύστημα μάλλον, παρά μια ιδιαίτερη εκδοχή του, αυτό που μας ωθεί αναπόδραστα προς την καταστροφή. Δεύτερον, ότι δεν χρησιμεύει να επινοήσουμε μια οριστική εναλλακτική λύση, για να πούμε ότι ο καπιταλισμός αποτυγχάνει. Είναι μια διαπίστωση που στέκει από μόνη της. Απαιτεί όμως και μια άλλη, και διαφορετική προσπάθεια για να αναπτύξουμε ένα νέο σύστημα.

Όταν επισημαίνουμε αυτά τα προβλήματα, δεχόμαστε έναν καταιγισμό κατηγοριών, πολλές από τις οποίες βασίζονται στον ακόλουθο συλλογισμό: ο καπιταλισμός έσωσε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια κι εσείς τώρα θέλετε να ξαναγίνουν φτωχοί. Είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός και η συνακόλουθη οικονομική ανάπτυξη βελτίωσαν ριζικά τη ζωή μεγάλου αριθμού προσώπων, καταστρέφοντας ταυτόχρονα την ευημερία πολλών άλλων· εκείνων των οποίων η γη, η εργασία και οι πόροι κλάπηκαν για να τροφοδοτήσουν την ανάπτυξη αλλού.»

Ο ίδιος αρθρογράφος δημοσιοποίησε λίγο πριν από την έναρξη των κινητοποιήσεων για το κλίμα, το γράμμα που του έστειλε ένας εργαζόμενος σε ιδιωτικό αεροδρόμιο της Βρετανίας. «Κάθε μέρα βλέπει Global 7000 τζετ, Gulfstream G650, ακόμα και Μπόινγκ 737 να απογειώνονται με έναν επιβάτη, κυρίως προς Ηνωμένες Πολιτείες και Ρωσία. Τα ιδιωτικά Μπόινγκ 737, σχεδιασμένα για 174 επιβάτες, γεμίζονται στο αεροδρόμιο με 25.000 λίτρα καύσιμου. Όση ενέργεια από ορυκτά καύσιμα θα καταναλώσει ίσως μια μικρή αφρικανική πόλη σε έναν χρόνο. Πού πηγαίνουν; Σε ένα από τα σούπερ σπίτια τους, κατασκευασμένα και συντηρούμενα με τεράστιο περιβαλλοντικό κόστος, ή για ταξίδι με το σούπερ σκάφος τους, που πιθανά καίει 500 λίτρα ντίζελ την ώρα, το οποίο έχει κατασκευαστεί και επιπλωθεί με σπάνια υλικά εξορυγμένα σε βάρος όμορφων τόπων. Και ταυτόχρονα, στη Σικελία τον Ιούλιο κατέφθαναν πλούσιοι και διάσημοι για να συζητήσουν την κλιματική καταστροφή, με 114 ιδιωτικά αεροσκάφη και έναν στόλο σούπερ σκαφών, οδηγώντας τριγύρω στο νησί με σούπερ αυτοκίνητα. Ακόμα κι όταν έχουν καλές προθέσεις, οι υπερπλούσιοι δε μπορούν να μη ρυπαίνουν τον έμβιο κόσμο.»

Ο Κρις Χέτζες είναι βραβευμένος με Πούλιτζερ αμερικανός δημοσιογράφος, συγγραφέας μπεστ σέλερ των Τάιμς της Νέας Υόρκης. Έγραψε, εν μέσω των κινητοποιήσεων για το κλίμα στην ιστοσελίδα Truthdig ένα άρθρο για το τι έχει -ή δεν έχει- επιτευχθεί μέχρι σήμερα στο περιβαλλοντικό ζήτημα. «Οι ελίτ που κυβερνούν και οι εταιρίες που υπηρετούν, είναι τα κυριότερα εμπόδια στην αλλαγή. Δε μπορούν να μεταρρυθμιστούν. Η δύναμη πρέπει να έρθει στα χέρια μας». Ο δημοσιογράφος αναφέρεται στις δράσεις μη βίαιης μαζικής πολιτικής ανυπακοής που προγραμματίζει η οργάνωση Extinction Rebellion στις 7 Οκτωβρίου σε μεγάλες πόλεις. Μιλά ακόμα για τις πρόσφατες κινητοποιήσεις για το κλίμα που έγιναν σε όλο τον κόσμο. «Οι διαδηλώσεις μπορούν να είναι η αρχή μιας πολιτικής συνειδητοποίησης. Αλλά μπορούν επίσης να είναι κενή πολιτική παράσταση. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να πάρουμε αποστάσεις από μια απωθητική πολιτική φιγούρα όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ παραμένουμε σιωπηλοί και συνένοχοι όταν οι ίδιες πολιτικές υλοποιούνται από έναν υποτιθέμενο προοδευτικό όπως ο Μπαράκ Ομπάμα. Αυτό είναι ένα παιχνίδι που το σύστημα έχει μάθει να το παίζει προς όφελός του. Δεν έχει να κάνει με πολιτικές προσωπικότητες. Η δημιουργία ακόμα πιο γραφειοκρατικών και τεχνοκρατικών συστημάτων σε μια εποχή πόρων που εξαντλούνται, είναι χαρακτηριστικό πολιτισμών που πεθαίνουν.

Το πλουσιότερο 0,54%, δηλαδή 42 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, είναι υπεύθυνοι για παραπάνω εκπομπές από το φτωχότερο μισό του παγκόσμιου πληθυσμού, δηλαδή 3,8 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Πρέπει να αφήσουμε την αστείρευτη αισιοδοξία μας, την παράλογη μανία μας για ελπίδα, την αφελή μας άποψη ότι με θάρρος και αποφασιστικότητα μπορούμε να λύσουμε όλα τα προβλήματα. Άρνηση να συμμετάσχουμε σε περαιτέρω καταστροφή του πλανήτη, σημαίνει ρήξη με την παραδοσιακή πολιτική.»

Ώρα για αποφάσεις

Στο ζήτημα της παραγωγής ενέργειας, όλα δείχνουν ότι χρειάζεται σχεδιασμός με στόχο την ενεργειακή ασφάλεια και αυτονομία, με κριτήριο τις ιδιαιτερότητες και τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους κάθε περιοχής. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φροντιστούν οι περιοχές που μέχρι σήμερα παράγουν λιγνίτη, με εργασία για τους ανθρώπους και αποκατάσταση του περιβάλλοντος -διαδικασία που ενδέχεται να κρατήσει αρκετά. Σημαίνει ακόμα ότι οι αποφάσεις για το ποια πηγή ενέργειας επιλέγεται κάθε φορά, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη για αξιόπιστη συνεχή παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, κάτι που αποτελεί ανελαστική ανάγκη. Πώς μπορεί να διασφαλίζεται η δικαιοσύνη στις αποφάσεις για το ποια περιοχή παράγει τι ενέργεια; Πώς θα διασφαλίζεται, για παράδειγμα, ότι μια ανεμογεννήτρια δε θα βλάπτει ένα περιβάλλον με ιδιαίτερα γεωφυσικά χαρακτηριστικά; Μπορούν όλα αυτά να διασφαλιστούν χωρίς έναν δημόσιο-κοινωνικοποιημένο φορέα παραγωγής ενέργειας, για τον οποίο «κέρδος» θα σημαίνει ενέργεια για όλους, με τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση του περιβάλλοντος; Υπάρχουν δημόσια πανεπιστήμια που μπορούν να συμβάλλουν σε σταθερή βάση στη διαδικασία, παρέχοντας γνώση και επιστημονική έρευνα. Μπορεί αυτό να διασφαλιστεί αν οι εταιρίες και τα οικονομικά συμφέροντα δε μείνουν μακριά από τον χώρο της πανεπιστημιακής έρευνας -μπορεί να κάνει κάποιος ανεξάρτητη έρευνα με χορηγούς και χρηματοδοτήσεις; Και, επιπλέον, δε χρειάζεται η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, που πρέπει να ενημερώνονται, να κατανοούν και να συμφωνούν για το μοντέλο το οποίο κάθε φορά προτείνεται, έχοντας στον νου ότι για να υπάρχει ενέργεια παντού, πρέπει ο κάθε τόπος να συμβάλλει με τον τρόπο που μπορεί, με γνώμονα το συλλογικό καλό και την προστασία του περιβάλλοντος;

Πολιτικοί μιλούν για «καθαρή ενέργεια» και «πράσινη ανάπτυξη», και ταυτόχρονα υπογράφουν νέα συμβόλαια για εξορύξεις. Μεγάλες εταιρίες πετρελαίου και αερίου έχουν επενδύσει 50 δισεκατομμύρια δολάρια σε πρότζεκτ εξόρυξης πετρελαίου και αερίου για τα επόμενα χρόνια, ανέφερε έκθεση της μη κυβερνητικής οργάνωσης Carbon Tracker. «Κάθε μεγάλη πετρελαϊκή εταιρία επενδύει σε έργα που είναι αντίθετα προς τους στόχους του Παρισιού», έλεγε ο συγγραφέας της έκθεσης, Άντριου Γκραντ στον Guardian στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Στην Ελλάδα, τον περασμένο Μάιο, δεκάδες φορείς ελληνικοί και διεθνείς, καθώς και επιστήμονες, απηύθυναν ανοιχτή επιστολή-έκκληση να ακυρωθούν όλες οι διαδικασίες αδειοδότησης για την πραγματοποίηση εργασιών έρευνας και εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου και του Κρητικού Πελάγους, με στόχο την οριστική απαγόρευσή τους στη χώρα. Το επιχείρημα υπέρ των εξορύξεων είναι ότι θα αποφέρουν έσοδα, και ότι λαμβάνονται τα απαραίτητα περιβαλλοντικά μέτρα. Ακόμα κι αν όλα αυτά -τα έσοδα και οι περιβαλλοντικές μελέτες- εξεταστούν σε πραγματικό δημόσιο διάλογο και επιβεβαιωθούν- δέχεται κάποιος να υπογράψει και να αναλάβει την ευθύνη ότι δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί ένα ατύχημα; Και, όπως είναι γνωστό, τα ατυχήματα στον τομέα των εξορύξεων δεν είναι απλή υπόθεση. Η έκρηξη στην πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου Deepwater Horizon το 2010, εκτός από τους θανάτους ανθρώπων επί τόπου, προκάλεσε τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική καταστροφή στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Υπάρχουν και άλλες ανάλογες περιπτώσεις. Είναι αβάσιμη η ανησυχία;

Εντός του Δυτικού κόσμου, κυβερνήσεις εξαγγέλλουν μέτρα «για την προστασία του περιβάλλοντος». Συνήθως τα μέτρα περιλαμβάνουν οριζόντιους φόρους -όλοι πληρώνουν τέλος για την πλαστική σακούλα, ή στα καύσιμα. Είναι δίκαια περιβαλλοντικά μέτρα σε ευρωπαϊκές χώρες οι αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης, ή στο πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς και η φορολόγηση των ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων με βάση τις εκπομπές ρύπων, ή τα  κυκλοφοριακά προνόμια για ηλεκτρικά αυτοκίνητα; Ποιος δε θα ήθελε ένα αυτοκίνητο που μπορεί να είναι πιο «καθαρό»; Προφανώς, οι περισσότεροι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσουν -και θα φορολογηθούν αυστηρότερα για το παλιό «βρώμικο» αυτοκίνητό τους.

Τι ίδιο ισχύει με τα αεροπορικά εισιτήρια. Το να γίνονται πιο ακριβά για περιβαλλοντικούς λόγους, τι σκοπό έχει; Οι πλουσιότεροι θα επιτρέπεται να πετούν και να ρυπαίνουν επειδή έχουν χρήματα, ενώ οι φτωχότεροι θα αναλάβουν την ευθύνη της προστασίας του περιβάλλοντος; Γιατί οι κυβερνήσεις, δεν απαγορεύουν, για παράδειγμα, τις ιδιωτικές πτήσεις; Το οικολογικό αποτύπωμα των επιβατών τους είναι πολλαπλάσιο αυτού μιας αντίστοιχης εμπορικής πτήσης, πόσο μάλλον της μετακίνησης με επίγειο μέσο. Αλλά όχι μόνο δεν απαγορεύονται, αλλά, στην Ευρώπη, για παράδειγμα, επιχειρήσεις και ιδιώτες φοροδιαφεύγουν σε αγορές ιδιωτικών αεροσκαφών μέσω της Νήσου του Μαν, όπως έγινε γνωστό μέσω των Paradise Papers. Όλες οι πολιτικές που επιβάλλουν οριζόντιους φόρους στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος, καταλήγουν να πλήττουν τους φτωχότερους δυσκολεύοντας κι άλλο τη ζωή τους, ενώ ταυτόχρονα δεν εμποδίζουν τους πλουσιότερους να ρυπαίνουν.

Μια λύση είναι να επεκταθούν τα δημόσια δίκτυα συγκοινωνιών. Γιατί να χρησιμοποιήσει κάποιος αυτοκίνητο, αν το «καθαρό» λεωφορείο περνά κοντά στο σπίτι του, ανά τακτά διαστήματα, είναι δωρεάν, και έχει χώρο να καθίσει; Γιατί να χρησιμοποιήσει αυτοκίνητο αν το μετρό εξυπηρετεί μια πληθώρα περιοχών, με λειτουργικές μετεπιβιβάσεις από λεωφορεία; Γιατί να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο αν υπάρχουν ασφαλείς ποδηλατόδρομοι; Γιατί να χρησιμοποιήσει το αεροπλάνο αν υπάρχει ένα ευρύ δίκτυο σύγχρονων φθηνών «καθαρών» τρένων που θα ταξιδεύουν σε κάθε πόλη και χωριό, και θα συνδέουν γρήγορα και με ασφάλεια πολλές χώρες μεταξύ τους;

Οι πολιτικές για τη μείωση του πλαστικού, είναι, επίσης, επιλεκτικές. Γιατί, για παράδειγμα, είναι πρόβλημα μόνο το πλαστικό καλαμάκι και η πλαστική σακούλα; Τι ποσότητες πλαστικών μπουκαλιών νερού πετιούνται καθημερινά; Γιατί δεν τοποθετούνται στις πόλεις δημόσιες βρύσες, στις οποίες θα μπορεί ο καθένας είτε να πιει νερό στο σημείο είτε να γεμίσει το θερμός που κουβαλά μαζί του; Έτσι, ούτε στα σκουπίδια θα καταλήγει το πλαστικό μπουκάλι, ούτε -στην καλύτερη περίπτωση- στην ανακύκλωση, που κι αυτή απαιτεί ενέργεια. Ακριβώς αυτή η μείωση της ζήτησης είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της προστασίας του περιβάλλοντος.

Φυσικά, έχει σημασία να προσπαθούμε κάθε μέρα να περιορίζουμε το «αποτύπωμά» μας -μπορούμε να ανακυκλώνουμε, να σβήνουμε το φως όταν βγαίνουμε από το δωμάτιο, να μην αφήνουμε τις ηλεκτρονικές συσκευές στην «αναμονή», να παίρνουμε νερό σε θερμός από το σπίτι μας στη δουλειά, να εκτυπώνουμε και στις δύο πλευρές του χαρτιού, να μην αγοράζουμε συνεχώς ρούχα που πετάμε, να χρησιμοποιούμε καλαμάκια πολλών χρήσεων, και τόσα και τόσα άλλα, που καλώς τα κάνουμε και καλώς τα μαθαίνουμε και στα παιδιά μας. Αλλά τίποτα από αυτά δεν αρκεί. Τίποτα από αυτά -ούτε όλα μαζί- δε θα βάλει τέλος στην καταστροφή που συντελείται. Η ατομική στάση, η ατομική ηθική, δεν άλλαξε ποτέ από μόνη της την κοινωνία.

Μπορεί κανείς να δει το περιβάλλον και το κλίμα, ανεξάρτητα από το οικονομικό και πολιτικό σύστημα; Μέχρι τώρα, αυτή ήταν η κατεύθυνση. Ο δρόμος αυτός αποδείχτηκε αδιέξοδος. Επειδή το πρόβλημα είναι δομικό: ένα οικονομικό σύστημα που βασίζεται στο κυνήγι του κέρδους και λατρεύει την αέναη «οικονομική ανάπτυξη» με ανταγωνισμούς και πολέμους για τους φυσικούς πόρους, απειλεί πλέον την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους. Ο καιρός για λόγια πέρασε. Η κλιματική αλλαγή είναι αισθητή παντού. Τη ζει ο κάθε άνθρωπος, όπου κι αν βρίσκεται. Η επιστήμη το λέει καθαρά: δε μένει πολύς χρόνος για να αλλάξει η πορεία. Κρίσιμες επιλογές πρέπει να γίνουν τώρα, στις μέρες που ζούμε, και θα καθορίσουν το μέλλον των επόμενων γενιών. Εκεί όπου οι άνθρωποι είναι το πρόβλημα, οι άνθρωποι είναι και η λύση.

 

Μοιράσου το άρθρο: