«Είναι προφανής μέχρι σήμερα η απροθυμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ή ακριβέστερα αρκετών Κρατών Μελών της) να διατυπώσει μια συνεκτική και δίκαιη πολιτική κατανομής των προσφύγων στις χώρες της Ένωσης, κάτι που έγινε φανερό ήδη από το γεγονός ότι η συμφωνία για τη «ρήτρα κατανομής» τον Οκτώβρη του 2015 ουδέποτε εφαρμόστηκε, αλλά και από τα όσα ακολούθησαν (με το κλείσιμο της βαλκανικής οδού, τη στάση των χωρών του Βίζεγκραντ κλπ). Τούτων δοθέντων, είναι μείζονος σημασίας η αναθεώρηση της πολιτικής του Δουβλίνου, που εγκλωβίζει τους πρόσφυγες στις χώρες υποδοχής.

Η Ελλάδα, στην ουσία, από χώρα transit μετατράπηκε, λόγω της στάσης της ΕΕ, σε χώρα προορισμού και αυτό είναι το κύριο πρόβλημα που έχουμε να διαχειριστούμε, σε συνδυασμό με την εργαλειοποίηση του προσφυγικού- μεταναστευτικού από τον Ερντογάν για τις γεωπολιτικές του επιδιώξεις (στο πλαίσιο του ευρύτερου αναθεωρητισμού και μαξιμαλισμού της Τουρκίας και της συστηματικής εργαλειοποίησης από την Τουρκία της ρευστότητας του διεθνούς πολυπολικού συστήματος)», τόνισε σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ΕΡΤ Χανίων, ο Νίκος Παπαδάκης, Καθηγητής και Διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης (ΚΕΠΕΤ) του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστημίου Κρήτης.

Ακούστε τη συνέντευξη:

Μεταξύ άλλων, ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός και συγγραφέας, ανέφερε:

Μια συμφωνία για την κατανομή των προσφύγων στα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί κατεπείγουσα ανάγκη. Το σχέδιο για τη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής πολιτικής ασύλου, που προτείνει η Γερμανική Κυβέρνηση, δείχνει να μπορεί να αλλάξει την κατάσταση, αν φυσικά γίνει αποδεκτό και εφαρμοστεί, καθώς προτεραιοποιεί την «προκαταρκτική εξέταση» των αιτήσεων ασύλου στις χώρες εισόδου και υιοθετεί την προσέγγιση της «δίκαιης κατανομής» μεταξύ των Κ-Μ της Ε.Ε. Δεν λύνει όλα τα προβλήματα, αλλά είναι μια αρχή. Δεν ξέρουμε βέβαια ποιες θα είναι (αν και υποψιαζόμαστε) οι αντιδράσεις χωρών, όπως αυτές του Βίζεγκραντ (Ουγγαρίας, Πολωνίας, Τσεχίας, Σλοβακίας), που έχουν καταδείξει με κάθε τρόπο ότι δεν επιθυμούν να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Εντός του Μαρτίου, όπως ξέρουμε, αναμένεται να ξεκινήσουν επίσημες διαπραγματεύσεις για ένα νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο- Σύστημα Μετανάστευσης και Ασύλου. Η Ελλάδα πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για μια ουσιώδη αναθεώρηση του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ και ΙΙΙ. Σε αυτή τη φάση και μέχρι να δούμε αν οι προαναφερθείσες διαπραγματεύσεις θα καταλήξουν σε μια νέα Ευρωπαϊκή Μεταναστευτική Πολιτική, συνεχίζουμε να είμαστε ενώπιον ενός πολυσύνθετου προβλήματος, το οποίο δεν είναι στατικό αλλά εξελικτικό, καθώς επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες και κυρίως από τις επιδιώξεις της Τουρκίας. Το πρόβλημα έχει γίνει συνθετότερο για τη χώρα μας και εξαιτίας της, μέχρι τώρα, καχεκτικής στάσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κρίσιμες πτυχές του προβλήματος, ως προς τη χώρα μας, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις ακόλουθες προκλήσεις: τη φύλαξη των συνόρων, την επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου, τη γρήγορη επαναπροώθηση των προσφύγων στις χώρες τελικού προορισμού και τη διαδικασία της επιστροφής (κυρίως πίσω στην Τουρκία) όσων δεν τους χορηγείται άσυλο, την ειδική πρόνοια για τα ασυνόδευτα παιδιά, την αποσυμφόρηση των νησιών, τη λειτουργία και αποτελεσματικότητα των κλειστών προ-αναχωρησιακών κέντρων- δομών και φυσικά την αναθεώρηση του κανονισμού του Δουβλίνου. Η δημιουργία των κλειστών δομών, δεδομένης και της εξάντλησης των αντοχών των τοπικών κοινωνιών κυρίως στα νησιά (που σηκώνουν το μεγάλο βάρος της διαχείρισης του προσφυγικού- μεταναστευτικού), μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια λύση ανάγκης. Ως τέτοια αποτελεί ένα βήμα (που θα δοκιμαστεί στην εφαρμογή του), δεν είναι όμως αρκετή, καθώς είναι απαραίτητη μεταξύ άλλων η διαμόρφωση ενός οδικού χάρτη (road map) για την ανακατανομή προσφύγων εντός της ενδοχώρας και συνακόλουθα μιας νέας ολοκληρωμένης μεταναστευτικής πολιτικής.
Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ειδικά μετά την πρόταση της Γερμανίας και την αναμενόμενη έναρξη των διαπραγματεύσεων, θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ουσιαστική αντιμετώπιση (ή μη) του προβλήματος. Η (έμμεση) επιλογή, λόγω της στάσης της Ε.Ε. μέχρι σήμερα, να αφεθεί μία μικρή χώρα, με μεγάλα οικονομικά προβλήματα και σοβαρά εθνικά ζητήματα (λόγω της κλιμακούμενης επιθετικότητας και της αναβάθμισης των προκλήσεων της Τουρκίας εις βάρος της χώρας μας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων), να σηκώσει μόνη της, ουσιαστικά, το μεγαλύτερο βάρος ενός τόσο πολυεπίπεδου προβλήματος όπως το μεταναστευτικό- προσφυγικό, αντίκειται σαφώς στα ευρωπαϊκή ιδεώδη, επισωρεύει αδιέξοδα και πρέπει να καταστεί σαφές ότι δεν μπορεί να γίνει άλλο ανεκτή.

Ρεπορτάζ: Κ. Πολύζου / Ηλ. Επεξεργασία: Φ. Περβολιανάκη

Μοιράσου το άρθρο: