της Μάχης Μαργαρίτη

«Κλειστοί δρόμοι στην Αθήνα – νέα ταλαιπωρία στις μετακινήσεις λόγω της πορείας.» «Κυκλοφοριακές ρυθμίσεις – ποιοι δρόμοι θα είναι κλειστοί για τον αγώνα Δρόμου.» Είναι δύο ενδεικτικοί τίτλοι ειδήσεων. Και στις δύο περιπτώσεις, το αντικειμενικό γεγονός-συνέπεια είναι ότι δρόμοι του κέντρου θα κλείσουν. Ο λόγος για τον οποίο θα κλείσουν, είναι διαφορετικός. Παρατηρεί κανείς τη διαφορά στην αντιμετώπιση των δύο γεγονότων: στην πρώτη περίπτωση, η πορεία διαδηλωτών φέρνει ταλαιπωρία. Στη δεύτερη περίπτωση, ο αγώνας φέρνει κυκλοφοριακές ρυθμίσεις. Στην πρώτη περίπτωση, το γεγονός «χρωματίζεται» αρνητικά. Στη δεύτερη, παρουσιάζεται ουδέτερα, ως αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτό δε συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Σε όλο τον κόσμο, οι αγώνες δρόμου αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και προωθούνται από το σύστημα, ενώ ταυτόχρονα οι διαδηλώσεις αντιμετωπίζονται θεσμικά με όλο και σκληρότερο τρόπο. Γιατί; Τι βρίσκεται πίσω από τη διαφορετική αντιμετώπιση δύο γεγονότων με το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα;

Πριν από τη δεκαετία του ’70 το τρέξιμο δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές. Προς τα τέλη εκείνης της εποχής, ταυτόχρονα με την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού, έγινε το λεγόμενο «πρώτο running boom», στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη διάρκειά του υπολογίζεται ότι είχαν τρέξει, με κάποιον τρόπο, πάνω από 25 εκατομμύρια αμερικανοί. Το δεύτερο «κύμα» αγώνων δρόμου ξέσπασε τα τελευταία χρόνια, με τη συμμετοχή να υπολογίζεται ακόμα μεγαλύτερη. «Στην Ευρώπη εκτιμάται ότι 50 εκατομμύρια άτομα εμπλέκονται με το τρέξιμο για να μείνουν υγιείς, να προκαλέσουν τον εαυτό τους. Οι αγώνες δρόμου στην Ευρώπη ‘εκτοξεύονται’. Τρέχουν τόσο πολλοί όσο ποτέ», γράφουν σε έρευνά τους οι Σέρντερ, Μπόργκερς και Μπρέντβιλντ, που μελέτησαν δεδομένα από 11 ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Η βιομηχανία πίσω από την «έκρηξη»

Μόνο το 2012, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, εκτιμάται ότι πουλήθηκαν αθλητικά παπούτσια και παπούτσια τρεξίματος αξίας τουλάχιστον τριών δισεκατομμυρίων δολαρίων -αύξηση πάνω από 51% στις πωλήσεις σε σχέση με το 1998.

«Γιατί η Κίνα χρειάζεται να χτίσει μια κουλτούρα ανταγωνισμού των μεγάλων μαραθώνιων σε ΗΠΑ και Ευρώπη», ήταν ο τίτλος άρθρου το 2017 στην εφημερίδα South China Morning Post. «Καθώς αυξάνεται η αγοραστική τους δυνατότητα, όσοι ακολουθούν τις τάσεις κάνουν ουρές για να συμμετέχουν στο ‘μπουμ’ του τρεξίματος, κυρίως στη Σανγκάη.» Από 22 το 2012, οι αγώνες δρόμου εκτοξεύτηκαν σε 328 το 2017, σύμφωνα με την Κινεζική Ένωση Αθλητισμού. «Για να τρέξει κάποιος σε έναν μαραθώνιο χρειάζεται να αγοράσει εξοπλισμό, που μπορεί να κοστίζει αρκετά, και μετά πρέπει να ταξιδεύει στις διοργανώσεις, πράγμα που σημαίνει σημαντικά ποσά να ξοδεύονται σε ξενοδοχεία και μετακινήσεις», έλεγε στην εφημερίδα ο Γουάνγκ Τσιονγκπίνγκ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας στη Ναντσίνγκ. Και είναι και καλή διαφήμιση για τις πόλεις, προσέθετε. Κανονικά δε θα χρειαζόταν κανείς ειδικό εξοπλισμό για να τρέξει, αλλά τώρα μια ολόκληρη βιομηχανία έχει μεγαλώσει γύρω από το σπορ -παπούτσια, ειδικά ρούχα προπόνηση, συσκευές μέτρησης χρόνου, βημάτων, παλμών.

Ποιοι τρέχουν; «Πώς η μεσαία τάξη της Κίνας τροφοδοτεί τον πυρετό των αγώνων δρόμου», ήταν ο τίτλος σχετικού άρθρου της ίδια εφημερίδας. «Στην Κίνα έτρεξαν σχεδόν τρία εκατομμύρια δρομείς τον περασμένο χρόνο. Την ίδια ώρα, στις ΗΠΑ, οργανώθηκαν 30.400 εκδηλώσεις αγώνων δρόμου, με περισσότερες από 167 εκατομμύρια συμμετοχές. Εδώ (στην Κίνα) υπάρχει μια αγορά αξίας 9 δισεκατομμυρίων.» Μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες αθλητικών στην Κίνα αποκάλυψε ότι το 26% των εσόδων της προέρχονται από τον τομέα, που σημαντικά υπερτερεί των εσόδων από τους άλλους τομείς, με τα αθλητικά παπούτσια να κρατούν τα σκήπτρα στις πωλήσεις. «Προφανώς γι΄αυτό, η εταιρία γίνεται χορηγός σε όλο και περισσότερους αγώνες.» Αντίθετα, «αν είσαι φτωχός, δε σκέφτεσαι το τρέξιμο, έχεις άλλα πράγματα να ανησυχείς», έλεγε ανώνυμα στο δημοσίευμα μάνατζερ εταιρίας αθλητικών ειδών.

Δεν είναι, όμως, μόνο η ανάπτυξη-τόνωση μιας βιομηχανίας που βρίσκεται πίσω από την προώθηση των αγώνων δρόμου.

Ο ανταγωνισμός που «κρύβεται στις γραμμές»

Το τρέξιμο και η συμμετοχή σε αγώνες δρόμου συχνά διαφημίζεται ως απελευθερωτικό. «Υπονοούν ότι τρέχει κανείς για να ελευθερωθεί από τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης κοινωνίας να είναι ανταγωνιστικός, παραγωγικός και πειθαρχημένος», γράφει σε μελέτη της η ερευνήτρια του πανεπιστημίου Λουντ Κάρις Έγκαν. Θεωρητικά, το τρέξιμο «έχει να κάνει με την ηρεμία, και με την ύπαρξη μιας κοινότητας ανθρώπων που σκέφτονται το ίδιο».

Αλλά σε ποιοτική έρευνα που έκανε η ερευνήτρια, κυρίως με «συστηματικούς δρομείς», προέκυψε μια διαφορετική εικόνα. «Οι δρομείς μαραθώνιων έχουν συνήθως εμμονή με το πόσο γρήγορα και πόσο μακριά έχουν τρέξει. Συνεχώς μετρούν και αναλύουν ποσοτικοποιημένα το τρέξιμό τους. Μία δρομέας μου είπε πόσο δύσκολο βρήκε να τρέχει για διασκέδαση χωρίς να κοιτά το αθλητικό της ρολόι. Παραδέχτηκε ότι αν το ρολόι μείνει από μπαταρία στη διάρκεια δρόμου, πιθανά θα τα παρατούσε και θα γύριζε σπίτι. Όλοι οι δρομείς στην έρευνά μου ποσοτικοποιούσαν με ανάλογο τρόπο το τρέξιμό τους. Παρατήρησα, επίσης, ότι όταν περιέγραφαν το χόμπι τους, οι δρομείς χρησιμοποιούσαν ιδεολογήματα που συνδέονται με τον νεοφιλελεύθερο τρόπο σκέψης: παραγωγικότητα, αποτελεσματικότητα, και ανταγωνισμός. Μιλούν για ‘επένδυση’ χρόνου και χρημάτων σε εξοπλισμό και προπόνηση ώστε να έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα -μια οικονομική γλώσσα τυπικά πιο συνδεδεμένη με τη δουλειά.»

Σε μια άλλη έρευνά της η Έγκαν παρατηρεί ότι «σε μικρο-επίπεδο, οι δρομείς χρησιμοποιούν λεξιλόγιο μη-ανταγωνισμού. Μάλιστα, όχι μόνο λείπει ο ανταγωνισμός, αλλά όποτε αναφέρεται είναι με αρνητικό πρόσημο. Ο ανταγωνισμός συχνά περιγράφεται ως βάρβαρος, και αποθαρρύνεται μέσω αναφορών σε περιστατικά όπως αυτά με δρομείς που σταματούν την κούρσα τους σε αγώνες για να βοηθήσουν άλλον δρομέα που χρειάζεται βοήθεια». Σκοπός δεν είναι συνήθως η νίκη, και ο ανταγωνισμός μοιάζει να μην έχει σημασία. Αλλά, «οι δρομείς μαραθώνιων ανταγωνίζονται τους εαυτούς τους, όχι τους άλλους, σύμφωνα με μια νεοφιλελεύθερη υποκειμενικότητα του να δουλεύεις συνεχώς και να βελτιώνεις συνεχώς τον εαυτό σου». Επειδή, ανταγωνισμός με τον εαυτό μας, ουσιαστικά είναι έννοια ασύμβατη -τελικά ο ανταγωνισμός είναι πάντα με τους άλλους.

Είναι τυχαίο ότι οι αγώνες δρόμου «εκτός σταδίου», όπως αποκαλούνται, προσλαμβάνουν συχνά «επαγγελματικά» χαρακτηριστικά; Ισχύουν κανονισμοί για μέτρηση και πιστοποίηση διαδρομής -μια διαδικασία ιδιαίτερα λεπτομερή και σύνθετη. Πολυσέλιδες αναφορές απευθύνονται σε εθνικές ή διεθνείς ομοσπονδίες, και μαζί με τα στοιχεία της μέτρησης κοινοποιούνται στον διοργανωτή του αγώνα δρόμου. Οι πιστοποιημένοι μετρητές ανήκουν διοικητικά στην Παγκόσμια Ομοσπονδία Στίβου και την Παγκόσμια Ένωση Αγώνων Δρόμου. Πόσο κοντά είναι όλα αυτά στο αίσθημα της ελευθερίας που θεωρητικά συνοδεύει το να βγαίνει κάποιος έξω για να τρέξει, έτσι, χωρίς σκοπό, απλώς για να νιώσει καλά; Επειδή, φυσικά, υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν το τρέξιμο ως απελευθερωτικό. Αλλά το ζήτημα είναι πώς βλέπει το τρέξιμο το ίδιο σύστημα που το προωθεί και το στηρίζει, μετατρέποντάς το σε οργανωμένη ανταγωνιστική διαδικασία, με βραβεία, διακρίσεις και ροή χρήματος.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι αγώνες δρόμου γίνονται συστημικά αποδεκτοί χωρίς κανέναν προβληματισμό για τους κλειστούς δρόμους και τις επιπτώσεις στο κοινό. Δε συμβαίνει καθόλου το ίδιο με τις πορείες και τις διαδηλώσεις, που γίνονται όχι μόνο όλο και λιγότερο αποδεκτές, αλλά, κυρίως, όλο και λιγότερο ανεκτές.

Η διαφορετική αντιμετώπιση των διαδηλώσεων

Πριν από λίγες εβδομάδες, η οργάνωση Extinction Rebellion οργάνωσε σε πολλές πόλεις διαδηλώσεις και ακτιβιστικές δράσεις για την προστασία του περιβάλλοντος. «Το χάος στις μετακινήσεις ανάγκασε τον συνταξιούχο Τόνι, 65, να πάρει δύο λεωφορεία και δύο συρμούς του μετρό για να πάει στο νοσοκομείο, αφού η συνηθισμένη διαδρομή του είχε μπλοκαριστεί από οικο-μαχητές», έγραφε μία από τις λεγόμενες «λαϊκές» εφημερίδες της Βρετανίας. Γιατί διαδηλώνουν αυτοί που του «έκλεισαν τον δρόμο»; Γιατί δεν υπήρχε σταθερή δυνατότητα ιατρικής φροντίδας κοντά στο σπίτι του συνταξιούχου κι έπρεπε σε κάθε επίσκεψη να διανύει τέτοια απόσταση; Τέτοια ερωτήματα συνήθως δεν τίθενται όταν γίνονται οι διαδηλώσεις, -αντίθετα, μπαίνουν όλο και περισσότερο στο στόχαστρο οι ίδιες οι διαδηλώσεις ως παρακώλυση της «φυσιολογικής ζωής». Αλήθεια, ποια είναι η φυσιολογική ζωή, τι ζητούν όσοι κινητοποιούνται στους δρόμους, και γιατί, όλο και πιο πολύ επιχειρείται να μπουν περιορισμοί;

Τα τελευταία χρόνια, μετά από ένα μακρό διάστημα σχετικής «ηρεμίας», άνθρωποι ξαναβγαίνουν στους δρόμους με διεκδικήσεις. Δε συμβαίνει ταυτόχρονα παντού, ούτε είναι γραμμικό φαινόμενο -αντίθετα, υπάρχουν εξάρσεις και υφέσεις στις διαμαρτυρίες, ακόμα και στις ίδιες τις χώρες. Όμως, είναι φανερό ότι «κάτι κινείται». Αυτή η διάθεση αμφισβήτησης που ξεκινά από διάφορες αφορμές, φτάνει να «ακουμπά» πολλές φορές τον ίδιο τον πυρήνα του σύγχρονου καπιταλιστικού αστικοδημοκρατικού κράτους και τους θεσμούς του.

Ποια ήταν η συστημική απάντηση σε αυτή τη διάθεση αμφισβήτησης, εντός, για παράδειγμα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, η Γαλλία και η Ισπανία. Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις των «Κίτρινων Γιλέκων» αντιμετωπίστηκαν με τέτοια βία ώστε το Ευρωκοινοβούλιο να μιλά φέτος σε ψήφισμά του για 3.200 τραυματίες, μεταξύ των οποίων 46 παιδιά και 44 δημοσιογράφοι, 188 άνθρωποι με τραύματα στο κεφάλι, 20 τυφλωμένοι ή τραυματισμένοι στο ένα μάτι και πέντε ακρωτηριασμένοι στο χέρι. Με νωπές τις εικόνες από τις επιχειρήσεις της αστυνομίας σε εκλογικά τμήματα της Καταλονίας στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της το 2017 το οποίο είχε κηρυχθεί αντισυνταγματικό. Το Παρατηρητήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα μιλούσε τότε για υπερβολική χρήση βίας από την αστυνομία εναντίον διαδηλωτών, με πολλούς τραυματισμούς.

Και αν αυτά είναι από τις πιο «ακραίες περιπτώσεις», ας δει κανείς τη γενικότερη αντιμετώπιση των διαδηλωτών. Χημικά αέρια, αντλίες νερού, σφαίρες από καουτσούκ, χτυπήματα με γκλομπ, εξευτελισμός ανθρώπων, μαζικές προσαγωγές. Ανάλογα με τις συνθήκες και το πολιτικό περιβάλλον, υπάρχουν αυξομειώσεις στο είδος, τον βαθμό και τη συχνότητα των μέτρων που χρησιμοποιούνται. Αλλά γεννιέται ένα ερώτημα: όλο αυτό το «οπλοστάσιο» είναι εκτός πλαισίου; Αν τα σύγχρονα κράτη έχουν φτιαχτεί χωρίς αυτό και δεν το έχουν ενσωματωμένο στη δομή τους, πώς κάθε φορά που αμφισβητούνται θεσμοί τους ή λειτουργίες τους, τίθεται σε χρήση;

Επιδίωξη για αυστηρότερους νόμους

Ταυτόχρονα, επιχειρείται να υπάρξει ακόμα μεγαλύτερη θεσμική οχύρωση με νόμους και διατάξεις με στόχο τον περιορισμό ή και την αποτροπή των διαδηλώσεων. Έγραφε πρόσφατα η ιστοσελίδα inside climate news ότι τουλάχιστον επτά αμερικανικές πολιτείες έχουν επιβάλλει σκληρές ποινές τα τελευταία χρόνια για διαδηλώσεις κοντά σε αγωγούς πετρελαίου και αερίου και άλλων υποδομών «μεγάλης σημασίας». Στη βόρεια Ντακότα «πάγωσε» προς το παρόν νόμος για «τροφοδότηση ταραχών», ο οποίος στοχοποιούσε όχι μόνο διαδηλωτές αλλά και «υποστηρικτές τους που ενθαρρύνουν αλλά δε συμμετέχουν σε ‘πράξεις βίας’ οι ίδιοι». Προσπάθειες εισαγωγής νόμων που να περιορίζουν τις διαδηλώσεις σε 18 πολιτείες μετρούσε το 2017 η Ουάσινγκτον Ποστ. Συνήθως συνοδεύονταν από δηλώσεις πολιτικών με στόχο να βάλουν συγκεκριμένη «ταμπέλα» σε διαδηλωτές. ««Είμαστε τώρα σε μια κατάσταση στην οποία έχουμε πλήρους απασχόλησης, ημι-επαγγελματίες προβοκάτορες που επιδιώκουν να προκαλέσουν δημόσια αναστάτωση», έλεγε Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από την Αριζόνα. Στην πολιτεία της Ουάσινγκτον, «οικονομική τρομοκρατία» χαρακτήρισε ένας βουλευτής ορισμένες διαδηλώσεις, και εισήγαγε νομοσχέδιο που θα επέτρεπε στους δικαστές να προσθέτουν έναν χρόνο φυλάκισης αν ο διαδηλωτής «επιχειρεί να ή προκαλεί οικονομική αναστάτωση». Στη Μινεσότα, άτομο που καταδικάζεται για συμμετοχή ή παρουσία σε «παράνομη συνάθροιση» θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά σε πρόστιμα από την αστυνομία ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες, έγραφε ρεπορτάζ της εφημερίδας. Και στην Ιντιάνα, προτεινόμενος νόμος θα κατεύθυνε την αστυνομία που θα βρισκόταν μπροστά σε μια μεγάλη παρεμπόδιση κυκλοφορίας να ανοίγει τον δρόμο με «οποιοδήποτε μέσο». «Το κλείσιμο δρόμων και του αεροδρομίου έχουν γίνει συνήθεια για την τάξη των διαδηλωτών», έλεγε Ρεμπουμπλικανός γερουσιαστής από τη Μινεσότα. Και αναφερόταν στους εκλογείς, όπως συχνά γίνεται, ως ομοιογενές σύνολο. «Το εκλογικό σώμα μιλά στους εκλεγμένους αντιπροσώπους του για να πει ότι έχει κουραστεί και αηδιάσει με αυτές τις ανοησίες.»

Στην Αυστραλία, τα τελευταία χρόνια έχουν περάσει νόμοι που διευκολύνουν τις κυβερνήσεις να ζητούν την ανάμιξη του στρατού σε περιπτώσεις «εσωτερικής βίας» ή πιθανού κινδύνου σε «χαρακτηρισμένες υποδομές». Η Εργατική κυβέρνηση του Κουίνσλαντ επιταχύνει την έγκριση νόμου για νέα πρόστιμα σε διαδηλωτές που δένονται με κλειδαριές για να μη μπορούν να τους απομακρύνουν. Στο Χονγκ Κονγκ απαγορεύτηκε η χρήση μάσκας από διαδηλωτές -η απόφαση κρίθηκε αντισυνταγματική από δικαστήριο. Νόμοι για απαγόρευση της κουκούλας σε διαδηλώσεις ισχύουν και σε πολλές αμερικανικές πολιτείες, όπου, όμως, ταυτόχρονα, όλο και μεγαλώνει η καταγραφή από κάμερες και τεχνολογίες ασφαλείας, έγραφε στην ιστοσελίδα της η Aμερικανική Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες.

Τι συμβολίζει ο αποκλεισμός δρόμων;

Το 2016, στη Μινεάπολη, έγινε μια διαδήλωση μετά τον θάνατο του αφρομερικανού Φιλάντο Καστίλε από πυρά αστυνομικού. Αμέσως μετά, μια ομάδα διαδηλωτών μπήκε στον κεντρικό αυτοκινητόδρομο και κάθισε κάτω, αποκλείοντας και τις οκτώ λωρίδες της κυκλοφορίας, σε μια «κίνηση πολιτικής ανυπακοής σε ώρα αιχμής».

«Αν βρεις τρόπο να αποκλείσεις έναν αυτοκινητόδρομο -κυριολεκτικά να προκαλέσεις έμφραγμα στην πόλη, μπλοκάρισμα μιας αρτηρίας- αυτό αναγκάζει τους ανθρώπους να σταθούν και να δώσουν προσοχή», δήλωνε ο Νέιθαν Κόνελι, ιστορικός στο πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς, στην Ουάσινγκτον Ποστ. «Όταν οι άνθρωποι αναστατώνουν την κίνηση σε αυτοκινητόδρομους και δρόμους, ναι, αυτό έχει να κάνει με το να διαταράξεις το ‘business as usual’», έλεγε η Σαρλίν Καρούθερς, ακτιβίστρια από το Σικάγο. «Είναι, επίσης, ένα οπτικό μήνυμα ότι οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να βάλουν τα σώματά τους μπροστά για να φτιάξουν το είδος του κόσμου όπου θέλουμε να ζούμε.»

Το μπλοκάρισμα ενός αυτοκινητόδρομου ανατρέπει την οικονομική ζωή μιας πόλης, καθώς και τη χωρική λογική που έχει επιτρέψει επί μακρόν στους ανθρώπους να περνούν από αυτούς χωρίς να έρχονται αντιμέτωποι με τη φτώχια ή με προβλήματα, και προκαλεί την προσοχή, έγραφε το άρθρο. Το νόημα είναι να δημιουργηθεί ένα «κοινωνικό γεγονός».

Ερευνητές  από το Κέντρο για τις Μεταφορές Ρούντιν στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης καταμέτρησαν πάνω από 1.400 διαμαρτυρίες σε σχεδόν 300 σημεία, μόνο σχετικά με το κίνημα Black Lives Matter, σε επτά μήνες στις αρχές του 2015. Πάνω από τις μισές αυτές διαμαρτυρίες σε τέσσερις πόλεις κατέληξαν να μπλοκάρουν τις υποδομές μεταφορών.

«Αποδεικνύουμε ότι η πολιτική διαμαρτυρία σήμερα σχεδόν αποκλειστικά επικεντρώνεται στα δίκτυα μεταφορών, είτε πρόκειται για δρόμους, μια γέφυρα, κάποιες φορές ένα τούνελ -παρά κτίρια», κατέληγε ο Μίτσελ Μος, διευθυντής του κέντρου και ένας από τους συγγραφείς της έκθεσης.

Λέγεται πολλές φορές ότι οι διαδηλωτές μπορούν να κινητοποιούνται, αλλά χωρίς να διακόπτουν την «καθημερινότητα». Μα, ακριβώς αυτή η «ασυνέχεια» είναι ο στόχος -«να προκληθεί μια αιφνίδια διακοπή στην καθημερινή ζωή, ζητώντας προσοχή για δομικά ζητήματα ανισότητας. Και, «είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τις αρχές να συναινούν εκ των προτέρων να κλείσει ολόκληρος αυτοκινητόδρομος», έγραφε το άρθρο της αμερικανικής εφημερίδας.

«Να μην υπάρχουν κανόνες λειτουργίας ενός κοινωνικού συνόλου;», είναι μια συχνή ερώτηση. Οι κανόνες, φυσικά, είναι απαραίτητοι για να συνυπάρχουν οι άνθρωποι. Ποιος, όμως, αποφασίζει τους κανόνες και για το καλό ποιου; Της κοινωνίας; Μα μέλη αυτής της κοινωνίας δεν είναι που βγαίνουν στους δρόμους; Για ζητήματα κοινωνικά δεν είναι που βγαίνουν στους δρόμους, αφήνοντας τον καναπέ τους, ρισκάροντας να αναπνεύσουν δακρυγόνα, χάνοντας χρήματα αν απεργούν; Και ποιος είναι ο χώρος για να διεκδικήσουν; Δεν είναι οι δρόμοι δημόσιοι χώροι που ανήκουν σε όλους; Σε αυτή τη φυσική δημόσια σφαίρα είναι που κοινωνικές ομάδες απορρίπτουν τον αποκλεισμό τους και διεκδικούν την ύπαρξή τους. Όπως έχουν δικαίωμα σε αυτούς όσοι πηγαίνουν στη δουλειά τους, δεν έχουν δικαίωμα σε αυτούς και όσοι χάνουν τη δουλειά τους, ή δεν έχουν δουλειά;

«Κανονική» ζωή

«Η κυβέρνηση υπεκφεύγει από την ουσία του ζητήματος, και διαιρεί για να αποφύγει την πολιτική δράση», έλεγε στους Νιου Γιορκ Τάιμς για την αυστηρή νομοθεσία για τις διαδηλώσεις η Ρόμπιν Έκερσλεϊ, ειδική σε πολιτικές κλιματικής αλλαγής στο πανεπιστήμιο της Μελβούρνης. Αυτό που κάνουν όταν ασκούν κριτική στους διαδηλωτές είναι «να στοχοποιούν τα άτομα και αυτό που αντιπροσωπεύουν, με έναν τρόπο που θα είναι ελκυστικός στη βάση τους».

Σύνηθες εργαλείο είναι η συστημική προσπάθεια, με συμμετοχή μερίδας των μέσων ενημέρωσης, να τεθούν σε μεταξύ τους αντιπαράθεση κοινωνικές ομάδες -κωδικοποιημένες ως, οι «φυσιολογικοί πολίτες» που επιζητούν μια κανονική ζωή από τη μία, και όσοι διαταράσσουν αυτή την «τάξη των πραγμάτων» από την άλλη.

«Το δικαίωμα να διαδηλώνει κανείς δε σημαίνει ότι έχει άδεια άνευ ορίων να αναστατώνει τις ζωές των ανθρώπων», έλεγε ο αυστραλός πρωθυπουργός Σκοτ Μόρισον για τις περιβαλλοντικές διαδηλώσεις. Απειλώντας με νόμο που θα κάνει παράνομες τις «εγωιστικές» προσπάθειες περιβαλλοντικών οργανώσεων να προκαλούν αναστάτωση σε επιχειρήσεις με μποϊκοτάζ. «Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να διαδηλώνουν ειρηνικά αλλά πρέπει να το κάνουν εντός του πλαισίου του νόμου», δήλωνε ο εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης στη διάρκεια των κινητοποιήσεων της οργάνωσης Extinction Rebellion.

«Χάος στις μετακινήσεις». «Οργισμένοι κάτοικοι». «Δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να ενοχλούν τους ανθρώπους». Αυτές ήταν μερικές από τις δηλώσεις πολιτών που δημοσιεύονταν σε μερίδα του βρετανικού Τύπου στη διάρκεια των δράσεων για το κλίμα. Στην πόλη όπου η ρύπανση του αέρα προκαλεί τουλάχιστον 40.000 πρόωρους θανάτους από ασθένειες στους πνεύμονες και την καρδιά, και συνδέεται με όλο και πιο πολλά προβλήματα υγείας, από αποβολές μέχρι εφηβική ψύχωση, σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του Guardian. Στην πόλη όπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι -ανάμεσά τους 400.000 παιδιά- ζουν σε περιοχές με τοξικό αέρα, σύμφωνα με τον Κατάλογο Ατμοσφαιρικών Εκπομπών στο Λονδίνο. Δηλαδή, κανονικότητα είναι να συμφιλιωθούν οι κάτοικοι με την περιβαλλοντική καταστροφή, και διατάραξή της όσοι διαδηλώνουν ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή;

Σε μεγάλα αστικά κέντρα, πολίτες εμφανίζονται ως -ή και είναι- ενοχλούμενοι από τις συχνές διαδηλώσεις που τους δυσκολεύουν την καθημερινότητα. Καταρχάς, «οι πολίτες» δεν είναι ένα σώμα. Μερίδα πολιτών ενοχλείται, μερίδα πολιτών θεωρεί δικαιολογημένες τις διαδηλώσεις. Μερίδα πολιτών άλλοτε βρίσκεται στον δρόμο ως διαδηλωτής και άλλοτε στον δρόμο ως οδηγός, κατανοώντας ότι οι άνθρωποι που εκείνη τη στιγμή διαδηλώνουν, δεν το κάνουν για τον εαυτό τους μόνο. Λένε κάτι. Από την άλλη, ταλαιπωρία είναι η διακοπή της κυκλοφορίας για μια διαδήλωση, αλλά δεν είναι το μόνιμο κυκλοφοριακό πρόβλημα; Ταλαιπωρία δεν είναι η ορθοστασία και το στρίμωγμα στα λεωφορεία και στα βαγόνια του μετρό; Ταλαιπωρία δεν είναι η μόνιμη έλλειψη χώρων για παρκάρισμα; Ταλαιπωρία δεν είναι η δυσκολία της καθημερινής «κανονικής» μετακίνησης;

Και, ακόμα, τα αιτήματα αυτών που διαδηλώνουν, δεν αφορούν ακριβώς την καθημερινότητα, την πολύ πραγματική μέρα με τη μέρα ζωή των ανθρώπων; Για ποιους λόγους βγαίνουν στους δρόμους άνθρωποι; Επειδή τους αρέσει να δυσκολεύουν τη ζωή των υπόλοιπων; Για ασήμαντα ζητήματα; Είναι ασήμαντο να ζητούν οι αδιόριστοι εκπαιδευτικοί να δουλέψουν και να έχουν τα παιδιά δασκάλους σε καλά δημόσια σχολεία; Είναι ασήμαντο να ζητούν εργαζόμενοι στα νοσοκομεία καλύτερες συνθήκες δουλειάς και καλά δημόσια νοσοκομεία; Είναι ασήμαντο να διεκδικούν μαθητές και φοιτητές καλύτερη δημόσια εκπαίδευση; Είναι ασήμαντο να διεκδικούν εργαζόμενοι τη μη απόλυσή τους; Να δείχνουν αλληλεγγύη σε συναδέλφους τους; Είναι ασήμαντο να διεκδικούν αυτό που θεωρούν «κανονική ζωή» -δηλαδή, τη ζωή με αξιοπρέπεια; Το δικαίωμα να τους αντιμετωπίζουν ως εργαζόμενους-ανθρώπους και όχι ως εργαζόμενους-«αναλώσιμα»; Τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις συντάξεις που δε θα έρχονται λίγο πριν τον θάνατο; Είναι ασήμαντο ζήτημα να ζητούν άνθρωποι την ειρήνη και την απεμπλοκή από παιχνίδια πολέμου; Να συμπαραστέκονται σε άλλους λαούς και κοινωνίες όταν βιώνουν πολεμικές και οικονομικές επιθέσεις; Να διεκδικούν την προστασία του περιβάλλοντος;

Ανεξάρτητα από την άποψη του καθενός για όλα αυτά, είναι ζητήματα που δεν έχουν σημασία; Η διεκδίκησή τους πρέπει να «αποστειρωθεί» -να γίνεται με τους διαδηλωτές στο πεζοδρόμιο, σαν ένα γεγονός στο περιθώριο; Το ότι τα διεκδικούν «οι λίγοι», μειώνει τη σημασία τους; Ποιες είναι οι διαδηλώσεις που «δεν έχουν νόημα» και διαταράσσουν τη «φυσιολογική ζωή»; Μη κανονικές είναι οι διαδηλώσεις -ή μη κανονική είναι η ζωή;

Μοιράσου το άρθρο: