της Μάχης Μαργαρίτη

Στην τηλεόραση, ένα τρέιλερ ταινίας. Γρήγορο μοντάζ, έντονη μουσική, σκηνές βίας. Που μοιάζουν, όμως, με καρικατούρα βίας. Επειδή έχεις μόλις δει τη νέα ταινία του Κεν Λόουτς. Χωρίς γρήγορο μοντάζ. Χωρίς μουσική. Με την πιο πραγματική βία που υπάρχει -τη συστημική βία.

Στο «Δυστυχώς απουσιάζατε», η πλοκή είναι απλή: η καθημερινή ζωή μιας εργατικής οικογένειας. «Τίποτα συγκλονιστικό», θα έλεγε κάποιος. Αντίθετα, τίποτα πιο συγκλονιστικό.

Ο Ρίκι και η Άμπι είναι το ζευγάρι της οικογένειας. Αγαπημένοι, με δύο παιδιά. Ο Ρίκι ήταν οικοδόμος στο Νιούκαστλ. Στην ταινία, η οικονομική κρίση του 2008 άφησε τον Ρίκι χωρίς δουλειά και χωρίς τη δυνατότητα ενός στεγαστικού δανείου. Με τη γυναίκα του Άμπι, νοικιάζουν τώρα ένα σπίτι. Είναι η ταινία πιο δραματική από την πραγματικότητα; Η τράπεζα Northern Rock κατέρρευσε στο τέλος του 2007. 43.000 ιδιοκτήτες σπιτιών έχασαν τα σπίτια τους -12 την ημέρα, από τον Σεπτέμβρη του 2007. Οι 23.000 είδαν να τους τα κατάσχουν. 3.100 έχουν χρέος υψηλότερο από την αξία του σπιτιού τους. Ο αριθμός μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερος λόγω έλλειψης πλήρων στατιστικών στοιχείων, έγραφε το 2017 η Daily Mail. Ο πρώην διευθυντής, Άνταμ Άπλγκαρθ, λαμβάνει μια σύνταξη 304.000 λιρών τον χρόνο. Είχε παραιτηθεί, σύμφωνα με την εφημερίδα, δύο μήνες νωρίτερα. Πήρε αποζημίωση 760.000 λίρες και συνταξιοδοτικό «πακέτο» 2,6 εκατομμυρίων λιρών. Βρήκε δουλειά ως σύμβουλος σε μεγάλη εταιρία. Στην πραγματικότητα, αυτά συνέβησαν στην πέμπτη μεγαλύτερη καπιταλιστική οικονομία του κόσμου. Αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο, όπου η στεγαστική κρίση οξύνεται.

Στην ταινία: ο Ρίκι πιάνει δουλειά ως «ως αυτοαπασχολούμενος συνεργάτης» οδηγός φορτηγού σε μεγάλη εταιρία διανομών. «Θα είσαι αφεντικό του εαυτού σου», του λένε, «ισότιμο μέλος της ομάδας». Θύμα και ο ίδιος του κυρίαρχου λόγου για τα κοινωνικά επιδόματα, την «εργατικότητα» και την «τεμπελιά», πείθει -σε ένα πρώτο επίπεδο- τον εαυτό του ότι ήρθε η ώρα να «αποφασίζει ο ίδιος». Θα πρέπει, βέβαια, να αγοράσει ή να νοικιάσει με δικά του χρήματα το όχημα, και να είναι απόλυτα ακριβής στις ώρες των παραδόσεων. Τίποτα δε θα είναι όπως φαίνεται στην αρχή. Για καθετί θα υπάρχουν συνέπειες. Τίποτα και κανείς δε θα μετράει πιο πολύ από το «πακέτο» -κι αυτό ο Ρίκι θα το ανακαλύψει με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Είναι η ταινία πιο δραματική από την πραγματικότητα; Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε εν μέρει στην αληθινή ιστορία του Ντον Λέιν. Διανομέας για μια εταιρία με πελάτες γνωστές επιχειρήσεις, κατέρρευσε στα 53 χρόνια του τον Ιανουάριο του 2018 μέσα στο σπίτι του. Είχε εργαστεί, άρρωστος, εν μέσω του χριστουγεννιάτικου φόρτου διανομών. Είχε χάσει πολλά ραντεβού στο νοσοκομείο για θεραπείες για τον διαβήτη τύπου 1 από τον οποίο έπασχε, επειδή η εταιρία τον είχε χρεώσει με 150 λίρες όταν έχασε διανομές για να πάει σε μια θεραπεία. Η χήρα του είπε ότι φοβόταν περαιτέρω συνέπειες. Κατέρρευσε δύο φορές στη δουλειά, μία πάνω στο τιμόνι, όπως έγραφε ο Guardian τον περασμένο Σεπτέμβρη. Ήταν άρρωστος και έβγαζε αίμα από το στόμα προτού πεθάνει, είπε, αλλά δεν έπαιρνε άδεια. Η εταιρία -την οποία μήνυσε η γυναίκα του- είχε κέρδη 121 εκατομμυρίων λιρών το 2017, και ο ανώτατος διευθυντής αμείβεται με σχεδόν ένα εκατομμύριο δολάρια. Το φιλμ είναι σαν να βλέπεις ντοκιμαντέρ, λέει στο άρθρο ο Μαξ Ντιούχερστ, ποδηλάτης διανομέας  και συνδικαλιστής στο Λονδίνο. «Ξέρω οικογένειες που διαλύονται. Ξέρω τις συνέπειες στα παιδιά τους, ανθρώπους να αποκοιμιούνται στο τιμόνι, ανθρώπους να τους δέρνουν για να τους πάρουν τα δέματα.» Στην ίδια εφημερίδα, τρία χρόνια πριν, δημοσιευόταν μια άλλη παρόμοια ιστορία. Ο Πίτερ Τζέιμισον, 33 τότε, οδηγός φορτηγού, μοίραζε δέματα στην περιοχή του Εδιμβούργου για μεγάλη εταιρία διανομών. Η γυναίκα του διαγνώστηκε με καρκίνο. Έκανε χημειοθεραπείες. Ο ίδιος ζήτησε να μπορεί να προσαρμοστεί το πρόγραμμα διανομών του ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τις θεραπείες της. Η εταιρία, αντίθετα, του έδωσε παραπάνω δουλειά, και ξαφνικά έληξε τη συνεργασία της μαζί του. Ήταν τη στιγμή που η γυναίκα του έμαθε ότι της μένουν λίγοι μήνες ζωής. «Όλοι έχουν προβλήματα», του είπαν από την εταιρία. Αναγκάστηκε να παρακαλέσει για να ξαναπάρει τη δουλειά και να γράψει στη διευθύνουσα της εταιρίας. «Έχουμε έναν γιο οκτώ χρόνων, τον λένε Μπράντον. Του είναι δύσκολο να αντιμετωπίσει την αρρώστια της μαμάς του, είναι ταραγμένος που η μαμά του χάνει τα μαλλιά της και δεν έχει ενέργεια να κάνει μαζί του τα πράγματα που έκαναν πριν.» Η εταιρία, «γνώριζε ότι αγωνιζόμουν και περνούσα δύσκολα προσωπικά». Στο τέλος του γράμματος παρακαλούσε να του ξαναδώσουν ένα κομμάτι της δουλειάς του, λέγοντας ότι «δε θα σας απογοητεύσω ξανά». Δεν του την ξαναέδωσαν. Η γυναίκα του πέθανε δύο μήνες μετά. Η εταιρία ζήτησε συγνώμη από τον Τζέιμισον, αμφισβητώντας «κάποια από αυτά που υποστηρίζει».

Στην ταινία, η σύζυγος του Ρίκι, η Άμπι, δουλεύει σε μια εταιρία που παρέχει υπηρεσίες βοήθειας στο σπίτι. Όλη μέρα στον δρόμο, με τη μετακίνηση να είναι δική της υποχρέωση και δαπάνη, φροντίζει ανθρώπους. Νιώθει την ευθύνη να φερθεί με καλοσύνη και τρυφερότητα σε αυτούς που το σύστημα έχει εγκαταλείψει στην τύχη τους, ενώ οι όροι της εργασιακής της σχέσης τη σπρώχνουν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Είναι η ταινία πιο δραματική από την πραγματικότητα; Οι Financial Times δημοσίευαν τον Σεπτέμβριο την ιστορία μιας απασχολούμενης στον κλάδο, που διηγούνταν τη σκληρή καθημερινότητα των γυναικών οι οποίες κάνουν αυτή τη δουλειά. «Γυρίζουν σπίτι τους εξαντλημένες, τα παιδιά τους στην ουσία μεγαλώνουν μόνα τους, κυρίως επειδή οι μητέρες τους είναι συνέχεια στον δρόμο, ή αναγκάζονται να πάρουν μαζί τους στο αυτοκίνητο τα παιδιά τους». Το 60% των εργαζόμενων στον τομέα δουλεύουν με ελαστική απασχόληση. Δεν ξέρουν πόση δουλειά θα έχουν την επόμενη μέρα. Το πρόγραμμα μπορεί να αλλάξει ακόμα και την ίδια μέρα, επειδή κάποιος θα βγει από το νοσοκομείο και θα προστεθεί στη λίστα που δίνει η εταιρία στον φροντιστή, ή μπορεί να αφαιρεθεί.

Στην ταινία, τόσο ο Ρίκι όσο και η Άμπι απασχολούνται στην οικονομία των «συμβολαίων μηδενικών ωρών». Είναι η ταινία πιο δραματική από την πραγματικότητα; Τα συμβόλαια αυτά συχνά έρχονται με δέλεαρ την «έλλειψη ρουτίνας». «Εσύ αποφασίζεις πότε θα δουλέψεις, πόσο θα δουλέψεις, και τι είδους δουλειά θα κάνεις», «δεν είσαι εγκλωβισμένος  σε ωράριο γραφείου». Στην πράξη, αυτό σημαίνει έλλειψη οποιασδήποτε σταθερότητας, χαμηλό ωρομίσθιο, χωρίς τα δικαιώματα που δίνει η μόνιμη θέση εργασίας. Στη Βρετανία, οι απασχολούμενοι με «συμβόλαια μηδενικών ωρών» έχουν φτάσει σχεδόν τις 900.000. Ο αριθμός έχει αυξηθεί κατά 358% από το 2012, σύμφωνα με την ιστοσελίδα The Conversation. Η τάση στην ελαστική εργασία δεν παρατηρείται μόνο στη Βρετανία. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης οι σχέσεις εργασίας συνεχώς ελαστικοποιούνται σε σχέση με τις εργατικές κατακτήσεις του παρελθόντος, πλήττοντας τους πάντες, αλλά κυρίως τους νέους. Οι ελαστικές μορφές εργασίας μειώνουν στα χαρτιά τα ποσοστά ανεργίας, αλλά στην πραγματικότητα σηματοδοτούν μια όλο και πιο ανασφαλή αγορά εργασίας, στην οποία η ισορροπία δυνάμεων κλίνει υπέρ των εργοδοτών.

Στην ταινία, ο Ρίκι αιφνιδιάζεται από τον τρόπο με τον οποίο οι συνάδελφοί του τον ενημερώνουν ότι θα αντιμετωπίζει τις σωματικές του ανάγκες στη διάρκεια της δουλειάς για να μη χάνει ούτε λεπτό. Είναι η ταινία πιο δραματική από την πραγματικότητα; Το 2012, το βρετανικό συνδικάτο Unison αποκάλυπτε ότι από το ένα εκατομμύριο ανθρώπους που δουλεύουν σε τηλεφωνικά κέντρα εταιριών, το ένα τέταρτο αυτών έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε τουαλέτα. «Το να χάνεις τον έλεγχο του πότε να αδειάζεις την κύστη σου είναι μια εξευτελιστική απώλεια αυτονομίας για έναν ενήλικα», αναφερόταν τότε σε  άρθρο στον Independent. Με μαρτυρίες εργαζόμενων. Σε έναν επιτρεπόταν διάλειμμα για τουαλέτα τεσσάρων λεπτών τη μέρα. Σε χώρο εργασίας άλλου, η χρήση της τουαλέτας παρακολουθούνταν από κάμερες. Ένας εργαζόμενος αντιμετώπισε πειθαρχική ποινή επειδή έκανε πολλά διαλείμματα ενώ είχε μόλυνση στα νεφρά. «Χιλιάδες εργαζόμενοι σε όλη τη Βρετανία στερούνται την ‘αξιοπρέπεια της τουαλέτας’, σύμφωνα με το συνδικάτο Unite», έγραφε πρόσφατα η βρετανική ιστοσελίδα inews. Διαπίστωσαν ότι πιο πολύ επηρεάζονται εργαζόμενοι σε τράπεζες, οδηγοί λεωφορείων, εργάτες σε οικοδομές, οδηγοί φορτηγών, εργαζόμενοι σε αποθήκες, με πολλούς οδηγούς να λένε ότι τους επιτρέπεται να έχουν διάλειμμα για τουαλέτα μόνο κάθε πέντε ώρες. «Αιφνιδιαστήκαμε όταν διαπιστώσαμε πόσο μεγάλο ζήτημα είναι αυτό για τα μέλη μας», είπε εκπρόσωπος του συνδικάτου στην ιστοσελίδα. Εργαζόμενος σε τράπεζα είπε ότι έβρεξε τον εαυτό του επειδή δεν πρόλαβε να φτάσει στην πλησιέστερη τουαλέτα -έξω από το κατάστημα- ενώ σε άλλη μικρή τράπεζα προσλαμβάνονταν μόνο άντρες και στη συνέχεια τοποθετήθηκε κουβάς σε ένα δωμάτιο για να μειωθεί ο χρόνος που περνούσαν οι εργαζόμενοι μακριά από τις υπηρεσίες στους πελάτες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, εργαζόμενοι στην πτηνοτροφία αναγκάζονται να φορούν πάνες στη δουλειά, επειδή το κλίμα φόβου τους αποτρέπει από το να ζητήσουν άδεια για να πάνε στην τουαλέτα, κατήγγειλε το 2016 η οργάνωση Oxfam. Όλα αυτά δε συμβαίνουν σε μακρινές «υπανάπτυκτες» χώρες. Συμβαίνουν στον «αναπτυγμένο» κόσμο, συμβαίνουν δίπλα, συμβαίνουν σε όλους αυτούς τους χώρους εργασίας όπου χρονομετράται κάθε κίνηση των εργαζόμενων, ακόμα και ο χρόνος για την τουαλέτα.

Στην ταινία, η πίεση από όλους αυτούς τους παράγοντες, πιέζει αφόρητα τις οικογενειακές σχέσεις. Όσο κι αν αγαπιούνται τα μέλη της οικογένειας -και αγαπιούνται- είναι αδύνατο να μείνουν αλώβητα από την καθημερινότητα. Οι συγκρούσεις που προκύπτουν ανάμεσα στο ζευγάρι, τα οικονομικά προβλήματα, η σύγκρουση γονιού-παιδιού, ο συναισθηματικός σπαραγμός για ένα μπουφάν και όσα αυτό συμβολίζει, η «απόσυρση» του ενός παιδιού, το άλλο παιδί που αρχίζει να βρέχει το κρεβάτι του. Είναι η ταινία πιο δραματική από την πραγματικότητα; Το «Μοντέλο Οικογενειακού Στρες» του Κόνγκερ λέει ότι η βίωση της φτώχιας είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που μπορούν να ασκήσουν σοβαρή πίεση στις συζυγικές σχέσεις, να προκαλέσουν αισθήματα κατάθλιψης και να αυξήσουν τη δυσλειτουργία σε μια οικογένεια. Σύμφωνα με το μοντέλο, το στρες που προκαλεί προβλήματα στη σχέση μεταξύ των ενήλικων οδηγεί σε λιγότερο αποτελεσματική άσκηση του γονεϊκού ρόλου -μια σύνθετη κατάσταση με έλλειψη ελέγχου στη συμπεριφορά του παιδιού και την επίδειξη επιθετικότητας ή εχθρότητας από τους γονείς ή τα πρωτότοκα παιδιά. Σύμφωνα με το Urban Institute, το 30% των φτωχών παιδιών δεν ολοκληρώνουν το σχολείο, γεγονός που περιορίζει κάθε προοπτική τους. «Όλο και πιο πολλοί μαθητές φτάνουν στο σχολείο κουρασμένοι, πεινασμένοι, οργισμένοι και μπερδεμένοι. Πολλά παιδιά υποφέρουν από στρες και προβλήματα συμπεριφοράς που επηρεάζουν τη μάθησή τους», έγραφε ο Guardian tην περασμένη άνοιξη. 400 διευθυντές σχολείων απάντησαν σε έρευνα ότι τα σχολεία αναγκάζονται όλο και πιο πολύ να βοηθούν τους μαθητές. Δέματα με τρόφιμα, εξοπλισμό, παπούτσια -9 στα 10 δίνουν ρούχα, και τα μισά κάνουν τη μπουγάδα για αυτά. «Πώς μπορεί να μην είναι πηγή εθνικής ντροπής ότι υπάρχουν τράπεζες τροφίμων σε οποιοδήποτε σχολείο στη χώρα;», έγραφε η Μπάρμπαρα Έλεν. «Πότε έγινε φυσιολογικό να πλένουν τα σχολεία τα ρούχα των μαθητών; Και αν κάποιος θελήσει να αρχίσει να παραληρεί για γονείς που κάθονται και καπνίζουν με μπίρες μπροστά σε μεγάλες τηλεοράσεις -αφήστε μας από δω. Αυτή ακριβώς η παρουσίαση των άνεργων και χαμηλόμισθων εργαζόμενων στις γελοιογραφίες των Συντηρητικών δεν ήταν που έδωσε αξιοπιστία στα μέτρα λιτότητας αρχικά;»

«Πρέπει να θυμόμαστε ότι υπάρχουν ιστορίες πολύ χειρότερες από αυτή του Ρίκι» έχει πει ο σεναριογράφος της ταινίας Πολ Λάβερτι. Και ο σκηνοθέτης συμπληρώνει, «Η απομόνωση, οι χαμηλοί μισθοί, η αποκαλούμενη αυτοαπασχόληση, δεν είναι το σύστημα που αποτυγχάνει, αλλά το σύστημα που λειτουργεί ακριβώς όπως είναι σχεδιασμένο να λειτουργεί».

Η ταινία δεν είναι «μελοδραματική». Κάνει αυτό που μόνο ο κοινωνικός ρεαλισμός καταφέρνει στο σινεμά: φέρνει δάκρυα στα μάτια, αλλά δεν τα αφήνει να τρέξουν. Επειδή η βία που -απλώς- εκθέτει, η βία της πραγματικότητας, η ωμή, ακατέργαστη, άγρια βία ενός οικονομικού συστήματος πάνω στην εργατική τάξη, δεν προκαλεί μόνο συγκίνηση -προκαλεί και θυμό. Η ταινία δεν έχει λύτρωση, δεν έχει κάθαρση. Και αυτή  ακριβώς η απουσία λύτρωσης στην ταινία, είναι η δύναμή της. Επειδή δεν αφήνει καμία παρανόηση, καμία ελπίδα, καμία αισιοδοξία. Τα πράγματα εκεί έξω είναι ακριβώς έτσι, θυμίζει. Την αληθινή βία δε μπορεί να την αντικρούσει καμιά μυθοπλασία, κανένα σενάριο, καμιά σκηνοθεσία. Μπορούν να την αντικρούσουν μόνο οι πρωταγωνιστές -δηλαδή, όλοι αυτοί που την υφίστανται. Γι΄αυτό και, με τα λόγια του ίδιου του Κεν Λόουτς, είναι τόσο σημαντικό να ειπωθεί η ιστορία τους.

 

 

Μοιράσου το άρθρο: